Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούνιος 2019 (Κλιμάκιο Β)

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αγωγή κατά των Β και Γ με αίτημα την καταδίκη τους εις ολόκληρον σε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Οι εναγόμενοι προσεπικάλεσαν την ασφαλιστική εταιρεία Ε, στην οποία είχαν ασφαλιστεί για ευθύνη τους από αδικοπραξία, ζητώντας συγχρόνως να τους αποζημιώσει σε περίπτωση παραδοχής της ανωτέρω αγωγής. Ο Β κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα προτάσεις και αρνήθηκε τους περιεχόμενους στην αγωγή πραγματικούς ισχυρισμούς, ενώ ο Γ ερημοδίκησε. Η Ε παρέστη νομίμως στη δίκη, αρνήθηκε ότι έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους Β και Γ σε περίπτωση ήττας και ζήτησε την απόρριψη της προσεπίκλησης. Το δικαστήριο θεώρησε ομολογημένους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και από τους δύο διαδίκους (Β και Γ), έκανε δεκτή την αγωγή και την προσεπίκληση και κήρυξε την απόφασή του προσωρινώς εκτελεστή. Ο Α επέδωσε στην Ε αντίγραφο του απογράφου της απόφασης με επιταγή για εκτέλεση και η Ε κατέβαλε το ποσό της επιταγής.

Στη συνέχεια η Ε άσκησε έφεση κατά των Α, Β και Γ, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την προσεπίκληση και, επικουρικά, ότι αυτό έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και γι’ αυτό ζήτησε την απόρριψη της αγωγής του Α ως ουσία αβάσιμης. Ο Α ισχυρίσθηκε ότι η έφεση της Ε είναι απαράδεκτη μετά τη συμμόρφωσή της με την πρωτοβάθμια απόφαση. Έφεση άσκησε και ο Β, ισχυριζόμενος για πρώτη φορά στο Εφετείο ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, και, επικουρικά, προέβαλε ως λόγο την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο Γ άσκησε, επίσης, έφεση, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι ο συνυπαίτιος κατά το ποσοστό 70% στην πρόκληση της ζημίας είναι ο ενάγων Α.

Το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του Β και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, την δε προσεπίκληση την απέρριψε ως άνευ αντικειμένου. Ο Β σκέπτεται να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, γιατί δεν απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Ερωτάται

1. Είναι ορθή η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί ομολογίας από τους Β και Γ των περιεχόμενων στην αγωγή ισχυρισμών;

2. Είναι παραδεκτή η έφεση της Ε ως προς το στοιχείο της νομιμοποίησης; Παραδεκτώς η Ε ζητεί στο Εφετείο την απόρριψη της αγωγής του Α;

3. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός που προέβαλε ο Α προς αντίκρουση της έφεσης της Ε;

4. Παραδεκτώς προβάλλεται από τον Γ ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας;

5. Ενόψει της απόρριψης της αγωγής του Α ως αόριστης, έχει έννομο συμφέρον ο Β να ασκήσει αναίρεση;

6. Με ποιον δικονομικό τρόπο μπορεί η Ε να αναζητήσει το ποσό που κατέβαλε στον Α;

Θέμα 2

Ιστορικό

Ι. Η ανώνυμη εταιρεία Α, με πωλήσεις ανά τον κόσμο, προμήθευε επί έτη με ηλεκτρονικές συσκευές την ομόρρυθμη εταιρεία (ΟΕ) Β, με μερική πίστωση του τιμήματος. Την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της είχε εγγυηθεί ο Γ (ΑΚ 847). Όπως συνηθίζεται στις εμπορικές συναλλαγές, τα συμβαλλόμενα μέρη ανά τακτά χρονικά διαστήματα προέβαιναν σε εκκαθάριση των οικονομικών τους σχέσεων με την εξαγωγή ενός χρεωστικού υπολοίπου, που αναγνώριζε εγγράφως η Β (ΑΚ 873). Στα έτη της κρίσεως η Β αντιμετώπισε δυσκολίες, με αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της και αποκτήσεως νέων προϊόντων.

ΙΙ. Αλλεπάλληλες συμφωνίες για τη διευθέτηση των υποχρεώσεων της Β προς την Α δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθούν. Κατόπιν τούτου η Α άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά της Β, του εγγυητή Γ και του ομόρρυθμου εταίρου Δ, που κατά τον νόμο ευθύνεται απεριορίστως και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της ΟΕ. Με την αγωγή ζητήθηκε η καταβολή του ποσού των 138.500 ευρώ από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως. Στη δίκη κατέθεσαν εμπροθέσμως προτάσεις η ενάγουσα Α, η εναγόμενη Β και ο εναγόμενος Γ. Δεν κατέθεσε προτάσεις ο Δ, καίτοι υπήρξε νομότυπη επίδοση της αγωγής προς αυτόν. Με τις προτάσεις η Β αρνήθηκε την ύπαρξη του χρέους με προβολή ενστάσεως εξοφλήσεως. Ο Γ υποστήριξε ότι η αγωγή ήταν έναντι αυτού απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, αφού δεν απαντούσε σε αυτήν ισχυρισμός ότι η εγγύηση δόθηκε εγγράφως με αναφορά και της ημερομηνίας. Προέβαλε επίσης επικουρικώς σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του ποσού των 15.000 ευρώ, που αφορούσε τόκους για απαίτησή του που είχε προβληθεί επιτυχώς με συμψηφισμό σε άλλη δίκη με ενάγουσα την Α κατ’ αυτού και η οποία είχε γίνει δεκτή (η ανταπαίτηση που είχε προβληθεί συμψηφιστικώς) τελεσιδίκως. Η Α, με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της (237 ΙΙ), αρνήθηκε την αλήθεια και τη νομική βασιμότητα των ισχυρισμών των Β και Γ. Μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι το επίδικο χρέος υφίσταται, δικαιούται εξάλλου το ποσό της αγωγής και με βάση την αφηρημένη αναγνώριση χρέους (ΑΚ 873), ενώ για την εγγύηση υποστήριξε ότι το θέμα του τύπου αφορά τον εγγυητή Γ και ως δανειστής δεν είχε υποχρέωση επικλήσεώς του με το δικόγραφο της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση προσκομίζει το έγγραφο της εγγυήσεως, που ανηύρε στο αρχείο της (η Α). Υποστήριξε ακόμα ότι δεν υπάρχει ανταπαίτηση του Γ για τους τόκους, καθότι το δικαστήριο είχε αποφανθεί εσφαλμένως ως προς αυτήν.

ΙΙΙ. Το δικαστήριο διαπιστώνει από το περιεχόμενο της αγωγής ότι η επίδικη αξίωση για την καταβολή του τιμήματος των 138.500 ευρώ είχε υποπέσει σε παραγραφή. Έλαβαν πάντως χώρα αποδείξεις με παραδεκτό τρόπο, από τις οποίες προέκυψε ότι τα πωληθέντα από την Α είχαν πραγματικό ελάττωμα που δικαιολογούσε τη μείωση του τιμήματος κατά 80.000 ευρώ.

Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία […] την ένσταση εξοφλήσεως, καταδίκασε τη Β και τον Δ στην καταβολή του ποσού των 58.500 ευρώ (138.500 − 80.000) λόγω της ελαττωματικότητας των προϊόντων. Απέρριψε προσέτι ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της Α για την αφηρημένη αναγνώριση, ενώ ως προς τον Γ απέρριψε την αγωγή ως αόριστη λόγω του θέματος του τύπου. Η απόφαση κηρύχθηκε παραδεκτώς προσωρινώς εκτελεστή.

IV. Η Α επίσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της Β με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας. Επέβαλε κατάσχεση σε εμπορεύματα στον χώρο της Β, που ανήκαν όμως κατά κυριότητα στη ΣΤ, η οποία είχε προβεί στην πώληση με επιφύλαξη της κυριότητας (ΑΚ 532). Η ΣΤ το πληροφορήθηκε αυτό, φρονεί όμως ότι δεν κινδυνεύει το δικαίωμά της. Παράλληλα η Α επέβαλε κατάσχεση εις χείρας του πιστωτικού ιδρύματος Π για τυχόν απαιτήσεις της Β. Το πιστωτικό ίδρυμα προέβη σε καταφατική δήλωση για το ποσό των 100.000 ευρώ.

V. Κατά της αποφάσεως άσκησαν έφεση όλα τα διάδικα μέρη. Μεταξύ άλλων, ο ερημοδικασθείς Δ ισχυρίσθηκε με την έφεση ότι εσφαλμένως το δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή λόγω παραγραφής και σε κάθε περίπτωση προβάλλει τώρα τον σχετικό ισχυρισμό ως λόγο εφέσεως.

Ερωτάται

1. Ορθώς έκρινε το δικαστήριο με την επιδίκαση στην Α του ποσού των 58.500 ευρώ;

2. Πώς αξιολογείτε τους ισχυρισμούς των Α και Γ ως προς την εγγύηση (το θέμα του τύπου και της ημερομηνίας);

3. Παραδεκτώς απέρριψε το δικαστήριο τον ισχυρισμό της Α για την αφηρημένη αναγνώριση χρέους;

4. Πώς αξιολογείτε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των Α και Γ για την ανταπαίτηση από τους τόκους, καίτοι δεν ασχολήθηκε το δικαστήριο με το θέμα αυτό;

5. Πώς αξιολογείτε τους ισχυρισμούς του Δ σε σχέση με την παραγραφή;

6. Είναι ορθή η νόμιμη αξιολόγηση της ΣΤ, ότι δηλαδή δεν κινδυνεύει το δικαίωμά της;

7. Τι συνέπειες επάγεται η καταφατική δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος;

Οδηγίες εξέτασης

Ιούνιος 2019 (Β’ Κλιμάκιο): Θα δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα.

Σεπτέμβριος 2019 (Α’ Κλιμάκιο): Να δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα.

Σεπτέμβριος 2019 (Β’ Κλιμάκιο): Από τα δύο θέματα να απαντηθεί το ένα.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 24 ΙΟΥΝ 2019, 11:30–13:30 (πρόγραμμα εξεταστικής της Σχολής)
  • Σειρά: Β (Κλιμάκιο Β)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Τριανταφύλλου
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Διδάσκοντες ακαδ. έτος 2018–19

Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το 2018–19. Διδάσκοντες άλλων ετών στη σελίδα του μαθήματος.

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.