Θέμα Α
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή κατά των Β και Γ και ζήτησε εις ολόκληρον καταδίκη τους στο ποσό των 100.000 ευρώ από σύμβαση έργου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν. Ο Α άσκησε έφεση, την οποία έστρεψε μόνο κατά του Δ ως κληρονόμου του Β, που απεβίωσε μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης. Ο Δ κατά τη δικάσιμο ισχυρίστηκε: α) ότι απαραδέκτως δεν έστρεψε την έφεσή του ο Α και κατά του Γ, β) για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η επίδικη σύμβαση έργου είναι εικονική, αιτιολογώντας τον σχετικό ισχυρισμό. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την έφεση του Α και, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή. Κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο Δ άσκησε αναψηλάφηση και ισχυρίσθηκε ότι ανεύρε, μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, ιδιωτικό έγγραφο από το οποίο αποδεικνυόταν ότι είχε συμφωνήσει ο δικαιοπάροχός του Β με τον Α, πριν από την άσκηση της αγωγής, άφεση χρέους, και ότι το έγγραφο αυτό δεν μπόρεσε να το προσκομίσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο Δ λόγω κατακράτησής του από τον αντίδικό του Α, γεγονός που πληροφορήθηκε από το περιεχόμενο της διαθήκης του Β, με την οποία τον εγκαθιστούσε κληρονόμο του. Στη συνέχεια ο Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του κληρονόμου Δ με τις νόμιμες προϋποθέσεις. Ο Δ ασκεί ανακοπή, επικαλούμενος την ως άνω ένσταση άφεσης χρέους και την απόδειξή της με την προσκομιδή του εγγράφου αυτού, και ζητεί την ακύρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η τελευταία, ωστόσο, προχωρεί και πλειστηριάζει το κατασχεθέν ακίνητό του.
Ερωτάται
α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τον ισχυρισμό του Δ περί μη απεύθυνσης της έφεσης και κατά του Γ;
β) Παραδεκτώς προβάλλεται ο ισχυρισμός περί εικονικότητας της επίδικης σύμβασης στο Εφετείο από τον Δ;
γ) Αν η αγωγή του Α είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη, θα μπορούσε ο Δ να ασκήσει έφεση ζητώντας την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης;
δ) Είναι παραδεκτός ο λόγος αναψηλάφησης;
ε) Αν η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε δεχθεί την αγωγή του Α και αυτή (η απόφαση) δεν είχε επιδοθεί στον Β, ποια είναι η προθεσμία αναψηλάφησης που θα ασκήσει ο Δ εναντίον της πρωτοβάθμιας απόφασης;
ζ) Είναι παραδεκτός ο λόγος ανακοπής που επικαλείται ο Δ;
η) Πώς θα μπορούσε να προστατευθεί ο Δ κατά της απειλούμενης και μετέπειτα επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξάρτητα από την άσκηση της ως άνω ανακοπής, έτσι ώστε να αποτραπεί ο σχετικός πλειστηριασμός;
Θέμα Β
Ιστορικό
Ο Δ, ομόρρυθμος εταίρος της εταιρείας Ο, ασκεί αγωγή κατά της Ο με αίτημα α) την καταδίκη της στην καταβολή του μεριδίου του από τη διανομή κερδών ποσού 100.000 ευρώ και β) την απόδοση δανείου ποσού 300.000 ευρώ. Την αγωγή, ως προς την απόδοση δανείου, στρέφει και κατά του εγγυητή Ε. Με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν νόμιμα, η εταιρεία Ο ισχυρίσθηκε ότι είχε συμφωνηθεί με τον Δ παράταση της προθεσμίας αποπληρωμής του δανείου μετά από ρύθμιση της οφειλής, την οποία αυτή τηρούσε, και, επικουρικά, ότι ο Δ ασκεί το δικαίωμά του προς απόδοση του δανείου καταχρηστικά. Ως προς το αίτημα για την καταβολή κερδών ισχυρίσθηκε ότι το μερίδιό του ανέρχεται σε 15.000 ευρώ. Ο Ε ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν νομίμως, ότι, όταν υπέγραψε τη σύμβαση εγγυήσεως, βρισκόταν σε πλάνη. Το δικαστήριο έκανε δεκτό τον επικουρικό ισχυρισμό της Ο περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του Δ και απέρριψε για τον λόγο αυτόν την αγωγή, διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις ως προς τον ισχυρισμό του Ε περί πλάνης και δέχθηκε την αγωγή του Δ ως προς το αίτημά του για διανομή κερδών 100.000 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως άσκησε έφεση ο Δ. Ως προς το κεφάλαιο της αποφάσεως για τη διανομή κερδών έφεση άσκησε η Ο, καθώς και ο Α, επικαλούμενος ότι ως ομόρρυθμος εταίρος της Ο έχει έννομο συμφέρον. Προς αντίκρουση της εφέσεως του Δ η Ο ισχυρίσθηκε μόνο ότι δεν επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση πριν εκδοθεί απόφαση και ως προς τον Ε. Το Εφετείο, ως προς την έφεση του Δ, δέχθηκε μεν ότι δεν υπήρξε κατάχρηση δικαιώματος, αλλά απέρριψε την έφεσή του με την αιτιολογία ότι ο Δ δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει την απόδοση του δανείου, γιατί η εταιρεία Ο τηρούσε τους όρους της συμφωνίας για την παράταση της προθεσμίας απόδοσης του δανείου. Την έφεση του Α απέρριψε ως απαράδεκτη και την έφεση της Ο ως αβάσιμη.
Ο Δ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά της Ο για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του από τα κέρδη. Η Ο ασκεί ανακοπή, ισχυριζόμενη ότι η αξίωση του Δ έχει εξοφληθεί, αλλά ο δικηγόρος της από αμέλεια δεν προέβαλε τον σχετικό ισχυρισμό στη δίκη που προηγήθηκε· προσκόμισε δε και ένορκη βεβαίωση του Μ προς απόδειξη του ισχυρισμού της.
Ερωτάται
1. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της Ο ως προς το ανεπίτρεπτο της ασκήσεως εφέσεως;
2. Είναι παραδεκτή η άσκηση εφέσεως από τον Α; Θα μπορούσε αυτός να ασκήσει άλλο ένδικο βοήθημα;
3. Ανεξάρτητα από την απάντηση στο ερώτημα 1, το Εφετείο ορθά αντικατέστησε την αιτιολογία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με βάση την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του Δ; Αν όχι, με ποιον λόγο αναιρέσεως θα μπορούσε να ελεγχθεί η κρίση του;
4. Είναι παραδεκτός ο λόγος ανακοπής που ασκήθηκε από την Ο;
5. Ανεξάρτητα από την απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα, επιτρέπεται η απόδειξη της εξοφλήσεως δανείου με ένορκη βεβαίωση;
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 25 ΙΑΝ 2019 (πρόγραμμα εξεταστικής της Σχολής)
- Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)
