Θέμα 1
Ιστορικό
Η εταιρεία Α άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά των Β, Γ και Δ, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο καθένας να της καταβάλει το ποσό των 370.000 ευρώ λόγω αδικοπραξίας που διέπραξαν σε βάρος της εκ δόλου και σε κάθε περίπτωση εξ αμελείας. Παράλληλα ζήτησε την καταδίκη εκάστου στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 70.000 ευρώ (ΑΚ 932). Όπως εκθέτει στην αγωγή, οι εναγόμενοι με πράξεις και παραλείψεις τους κατέστησαν δυνατή την υπεξαίρεση από τα ταμεία της του παραπάνω ποσού από τρίτα πρόσωπα. Η αγωγή επιδόθηκε νομίμως σε όλους τους εναγόμενους. Ο Β δεν κατέθεσε προτάσεις, σε αντίθεση με τους Γ και Δ, οι οποίοι αρνήθηκαν με τις προτάσεις τους την αγωγή. Επιπροσθέτως ο Γ πρότεινε επικουρικώς τον ισχυρισμό ότι στην πρόκληση της ζημίας και στην έκταση αυτής συνέβαλε και η ίδια η ενάγουσα και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής κατά ποσοστό 98% (ΑΚ 300). Από την πλευρά του, ο Δ ισχυρίστηκε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα και ως απαράδεκτη, άλλως νόμω αβάσιμη, για τον λόγο ότι δεν εκτίθεται σε αυτήν ότι η Α δεν ικανοποιήθηκε για τη δήθεν απαίτησή της από την ασφαλιστική εταιρεία Ε, στην οποία είχε ασφαλίσει το σύνολο των εργασιών της. Οι Γ και Δ ισχυρίσθηκαν επιπροσθέτως ότι η υπόθεση είχε τεθεί στο αρχείο μετά από μήνυση της Α, κάτι που θεωρούν ότι επηρεάζει την παρούσα αστική δίκη.
Τα διάδικα μέρη –Α, Β και Δ– προσκόμισαν και ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Το δικαστήριο προβληματίστηκε, επειδή ήδη από τα στοιχεία της αγωγής και τον φάκελο της δικογραφίας προέκυπτε ότι η επίδικη απαίτηση, κι αν ακόμα ήθελε κριθεί βάσιμη, είχε υποπέσει σε παραγραφή. Τελικά το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία έκανε πλήρως δεκτή την αγωγή ως προς τον Β σε σχέση με την αποζημίωση, τον οποίον θεώρησε ως ερήμην δικασθέντα. Έκανε επίσης πλήρως δεκτή την αγωγή ως προς την αποζημίωση σε σχέση με τον Δ και εν μέρει μόνο δεκτή ως προς τον Γ, με αποδοχή του ισχυρισμού του για συμβολή της ίδιας της ενάγουσας (Α) στην πρόκληση και έκταση της ζημίας. Επιδίκασε στην ενάγουσα το 2% του αιτηθέντος με την αγωγή ποσού. Ως προς όλους τους εναγομένους απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα για την ηθική βλάβη. Το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το θέμα του ποινικού.
Την απόφαση, που επιδόθηκε με πρωτοβουλία της Α στους Β, Γ και Δ, προσέβαλαν εμπροθέσμως με έφεση όλοι οι εναγόμενοι. Ο Δ, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι κακώς δεν εκδόθηκε παρόμοια απόφαση και για τον ίδιο όπως για τον Γ, αφού το γεγονός της ευθύνης της Α ήταν κοινό. Επίσης άπαντες πρόβαλαν ως λόγο εφέσεως τον ισχυρισμό ότι εσφαλμένως και κατά παράβαση του νόμου το Πρωτοδικείο δεν θεώρησε την αγωγή παραγεγραμμένη. Σε κάθε περίπτωση προβάλλουν με το δικόγραφο της εφέσεως ως λόγο εφέσεως τον ισχυρισμό περί παραγραφής. Μετά από 40 ημέρες από την επίδοση της αποφάσεως η Α ασκεί αντέφεση και σε σχέση με την ηθική βλάβη και ως προς τους λοιπούς εναγόμενους-εκκαλούντες (Β και Δ) σε σχέση με το κεφάλαιο για την ηθική βλάβη. Υπήρξαν χωριστά δικόγραφα εφέσεως και αντεφέσεως από όλα τα διάδικα μέρη. Επίσης η Α φρονεί ότι ο ισχυρισμός των εκκαλούντων για την παραγραφή καλύπτεται από το δεδικασμένο.
Ερωτάται
α) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Δ ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, άλλως νόμω αβάσιμη;
β) Ορθώς δικάσθηκε ο Β ερήμην και τι σημαίνει αυτό;
γ) Είναι ορθή η απόφαση του Πρωτοδικείου που απέρριψε το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση, καίτοι θεώρησε τον Β ερήμην;
δ) Ορθώς αντιπαρήλθε το δικαστήριο το θέμα της παραγραφής, όπως προέκυπτε από τα στοιχεία της αγωγής και τον φάκελο της δικογραφίας;
ε) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Δ ως προς τη μη έκδοση και ως προς αυτόν παρόμοιας απόφασης με αυτήν που εκδόθηκε για τον Γ;
ζ) Είναι βάσιμος ο λόγος εφέσεως για την παραγραφή, καθώς και για την προβολή με το δικόγραφο των εφέσεων αντίστοιχου ισχυρισμού περί παραγραφής ως λόγου εφέσεως;
η) Παραδεκτώς ασκήθηκε η αντέφεση ως προς όλες τις πτυχές της;
θ) Τι φρονείτε για τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου της Α και για τη μη ενασχόληση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με το ποινικό σκέλος της υποθέσεως που τέθηκε στο αρχείο;
Θέμα 2
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή με αίτημα την απόδοση οφειλής από δάνειο ποσού 300.000 ευρώ με τους νόμιμους τόκους κατά του Β, ως οφειλέτη, και κατά των Ε1 και Ε2, ως εγγυητών. Στη δίκη παρέστησαν ο Α και οι Β και Ε1, οι οποίοι αρνήθηκαν την ύπαρξη της οφειλής, ενώ ο Ε2 ερημοδίκησε. Στις 20.6.2016 δημοσιεύθηκε η οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Η απόφαση επιδόθηκε στις 10.2.2017 από τον Α στον Β. Κατά της απόφασης άσκησαν έφεση ο Β στις 5.3.2017 και ο Ε1 στις 20.6.2017. Έφεση άσκησε και ο Α, παραπονούμενος για εσφαλμένο υπολογισμό των τόκων, την οποία έστρεψε κατά του Β και του Ε1.
Κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο Α, προς αντίκρουση της έφεσης του Ε1, ισχυρίσθηκε ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, γιατί η επίδοση προς τον Β παράγει έννομες συνέπειες και για τον ομόδικό του Ε1, και επιπλέον προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι για την ύπαρξη της οφειλής υπάρχει δεδικασμένο από προηγούμενη απόφαση που είχε εκδοθεί μεταξύ του Α και του Β. Ο Ε1, προς αντίκρουση της έφεσης του Α, ισχυρίσθηκε ότι είναι απαράδεκτη, γιατί δεν απευθύνθηκε κατά του Ε2. Επικουρικά, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν υφίσταται οφειλή, προσκόμισε έγγραφα που δεν είχε επικαλεσθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Το Εφετείο απέρριψε και τις δύο εφέσεις. Μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου ο Α επέδωσε επιταγή προς εκτέλεση στους Β, Ε1 και Ε2 και στη συνέχεια προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου που ανήκει στον Β και άλλου ακινήτου που ανήκει εξ αδιαιρέτου στους Ε1 και Ε2. Το ακίνητο του Β εκπλειστηριάσθηκε και το προς διανομή πλειστηρίασμα, μετά την αφαίρεση των εξόδων, ανήλθε στο ποσό των 250.000 ευρώ. Στον συμβολαιογράφο, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, αναγγέλθηκαν: α) ο Τ1, για το ποσόν των 150.000 ευρώ, προς εξασφάλιση του οποίου είχε εγγράψει υποθήκη στις 2.4.2015, και β) ο Τ2, για το ποσόν των 200.000 ευρώ, προς εξασφάλιση του οποίου είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης στις 10.2.2015.
Ερωτάται
α) Ασκήθηκε εμπρόθεσμα η έφεση του Ε1;
β) Προβάλλεται παραδεκτά στο Εφετείο ο ισχυρισμός του Α περί δεδικασμένου; Ανεξάρτητα από την απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, είναι αυτός βάσιμος;
γ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Ε1 για το απαράδεκτο της έφεσης του Α;
δ) Είναι επιτρεπτή η προσκόμιση νέων εγγράφων στο Εφετείο από τον Ε1;
ε) Νομίμως επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ε2; Αν όχι, πώς θα μπορούσε να αμυνθεί αυτός;
ζ) Πώς θα γίνει η διανομή του πλειστηριάσματος;
Οδηγίες εξέτασης
Από τα δύο θέματα θα πρέπει να απαντηθεί το ένα. Επιτρέπονται ασχολίαστοι κώδικες.
Αν εκπονήθηκε εργασία, θα πρέπει να αναφερθεί το θέμα και ο καθηγητής στον οποίο παραδόθηκε.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΣΕΠ 2018 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Εξεταστές: Ορφανίδης, Τριανταφύλλου
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)
