Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιανουάριος 2014

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α χορήγησε στην ετερόρρυθμη εταιρεία Ε δάνειο ποσού 200.000 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο στις 30.3.2013. Την εμπρόθεσμη καταβολή του δανείου εγγυήθηκε ο Ζ. Το δάνειο δεν εξοφλήθηκε κατά τη λήξη του και ο Α άσκησε αγωγή κατά της Ε στο κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο με αίτημα την καταβολή του δανεισθέντος ποσού. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο Α, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, προσκόμισε την έγγραφη σύμβαση δανείου, ενώ η Ε ισχυρίσθηκε αφενός ότι το δάνειο χορηγήθηκε όχι σε αυτήν, αλλά στον νόμιμο εκπρόσωπό της Ο, και αφετέρου ότι το δάνειο δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο, διότι μεταγενεστέρως συμφωνήθηκε προφορικά η παράταση της λήξεως του δανείου κατά τρία (3) έτη. Για το ζήτημα της παρατάσεως της λήξεως του δανείου η Ε προσκόμισε ένορκη βεβαίωση του Μ. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως άσκησε έφεση η Ε, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο της ένορκης βεβαιώσεως του Μ. Κατά τη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρενέβη υπέρ της Ε ο Ζ, τηρώντας τους όρους του άρθρου 81 ΚΠολΔ. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως ο Ζ προέβαλε με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ένσταση συμψηφισμού, δηλώνοντας ότι συμψηφίζει την απαίτηση του Α με ανταπαίτηση που ο ίδιος (ο Ζ) διατηρεί κατά του Α και η οποία αποδεικνύεται εγγράφως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε την έφεση της Ε ως παραδεκτή και την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Η Ε παραιτείται από το δικαίωμα προς άσκηση αναιρέσεως. Ο Ζ άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, χωρίς ωστόσο να επιτύχει αναστολή της εκτελεστότητάς της. Κατόπιν τούτου, ο Α επισπεύδει με τίτλο εκτελεστό την πρωτόδικη απόφαση αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο, ομόρρυθμου εταίρου της Ε. Έπειτα από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση στον Ο και την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 926 παρ. 1 ΚΠολΔ, επιβάλλει κατάσχεση σε ακίνητό του. Είκοσι ημέρες μετά την επιβολή της κατασχέσεως, ο Ο ασκεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της επιβληθείσας κατασχέσεως, προβάλλοντας ως λόγους ανακοπής την ακυρότητα της επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση, καθώς και την εξόφληση του δανεισθέντος ποσού.

Ερωτάται

α) Πώς χαρακτηρίζετε δικονομικά τους ισχυρισμούς της Ε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου;

β) Επιτρέπεται η ένορκη βεβαίωση του Μ ως προς την παράταση της λήξεως του δανείου;

γ) Προβάλλεται παραδεκτώς η ένσταση συμψηφισμού του Ζ;

δ) Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως του Ζ;

ε) Επισπεύδεται παραδεκτώς αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο;

ζ) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι ανακοπής του Ο;

η) Εάν, έπειτα από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης μεταξύ Α και Ε, ο Ζ ασκήσει αγωγή κατά του Α με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως δανείου λόγω εικονικότητας, το δικαστήριο θα ελέγξει τη βασιμότητα της αγωγής;

Θέμα 2

Ιστορικό

Η Α ομόρρυθμη εταιρεία ασκεί αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των Β και Γ και ζητεί να υποχρεωθούν να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 270.000 ευρώ από ενδοσυμβατική ευθύνη. Την ημέρα της δικασίμου η Α, με δήλωσή της στο ακροατήριο, ζητεί να υποχρεωθούν να της καταβάλουν εις ολόκληρον οι Β και Γ το ποσό των 170.000 ευρώ, ενώ παρίσταται μόνο ο Β και απολείπεται ο Γ. Ο Β ισχυρίζεται ότι πλέον το δικαστήριο έχει καταστεί αναρμόδιο καθ’ ύλην και πρέπει η αγωγή να παραπεμφθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση που δέχεται εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή της Α, υποχρεώνοντας τους Β και Γ να καταβάλουν σ’ αυτήν εις ολόκληρον το ποσό των 100.000 ευρώ, και την κηρύσσει προσωρινώς εκτελεστή μόνο ως προς τον Γ, που δεν εμφανίστηκε στη συζήτηση προσηκόντως. Ο Γ ασκεί ανακοπή ερημοδικίας κατά της ως άνω απόφασης, επικαλούμενος ότι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής, διότι ο δικηγόρος του, ενώ ανέμενε την εκδίκαση της υποθέσεως, συνόδευσε σε νοσοκομείο έναν μάρτυρα από άλλη υπόθεση με προβλήματα υγείας. Έφεση κατά της ως άνω απόφασης άσκησε ο Β, αλλά και ο ομόρρυθμος εταίρος της Α, ο Δ, ως δεσμευόμενος από το δεδικασμένο της απόφασης, ενώ ο ίδιος (ο Δ) άσκησε πρόσθετους λόγους με ιδιαίτερο δικόγραφο. Κατά την εκδίκαση της έφεσης του Β, διαπιστώθηκε ότι είχε παραιτηθεί ο δικηγόρος του από το δικόγραφό της, επειδή ήθελε να προσθέσει και άλλους λόγους έφεσης. Εξαιτίας αυτού, ο Β απευθύνεται σε άλλο δικηγόρο και προσβάλλει την ίδια απόφαση με άλλη έφεση, την οποία στρέφει κατά της Α και του Γ, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η Α ισχυρίζεται ότι η έφεση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι παραβιάζεται ο κανόνας της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων μέσων, αφενός διότι ο Β έχει ήδη ασκήσει την άλλη προαναφερθείσα έφεση και αφετέρου η ίδια απόφαση έχει προσβληθεί με έφεση, όπως πληροφορείται και από τον Γ, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της Α και απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη ως προς τους Α και Γ. Στη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας του Γ, αυτός δεν παρίσταται και η ανακοπή απορρίπτεται. Στη συζήτηση της έφεσης του Δ, αυτός δεν παρίσταται. Στο μεταξύ, η Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά των Β και Γ και αυτοί ασκούν ανακοπή κατά της εκτέλεσης, ισχυριζόμενοι αφενός ο Γ (α) ότι κακώς επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, διότι δεν υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αφετέρου ο Β (α) ότι η έγγραφη σύμβαση με βάση την οποία ζητείται η καταβολή του επιδικασθέντος ποσού από την Α είναι πλαστή και (β) ότι έχει παραγραφεί η απαίτηση της Α μετά την απορριπτική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Μετά την απόρριψη της έφεσης του Β, αυτός ασκεί αναψηλάφηση, επικαλούμενος ότι έχει εξοφλήσει την απαίτηση της Α με βάση ένα έγγραφο, αναφέροντας τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ. Η Α ισχυρίζεται ότι ο λόγος αναψηλάφησης δεν είναι νόμιμος, διότι ο ισχυρισμός της εξόφλησης της απαίτησης έπρεπε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά δεν προτάθηκε από τον Β.

Ερωτάται

α) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β για την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου;

β) Θα ήταν βάσιμος ο λόγος του Γ στην ανακοπή ερημοδικίας, εάν παρίστατο;

γ) Μπορεί ο Γ να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας;

δ) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς τη δεύτερη έφεση του Β ως προς όλα τα σκέλη της;

ε) Είναι παραδεκτή η έφεση του Δ και τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς αυτήν;

ζ) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι ανακοπής κατά της εκτέλεσης των Β και Γ;

η) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της Α ως προς την αναψηλάφηση του Β;

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΑΝ 2014 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Πανταζόπουλος, Τσικρικάς, Σινανίδης, Κατηφόρης
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Διδάσκοντες ακαδ. έτος 2013–14

Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το 2013–14. Διδάσκοντες άλλων ετών στη σελίδα του μαθήματος.

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.