Εμπορικό Δίκαιο Ι: Γενικό Μέρος – Αξιόγραφα – Ιούλιος 2012 (Σειρά Α)

Πρακτικό 1

Ιστορικό

Ο έμπορος Ε έχει προβεί σε παραγγελία υλικών για το κατάστημά του, αξίας 35.00 ευρώ, και εκδίδει υπέρ του πωλητή Λ, την 1.10.2011, ισόποσο γραμμάτιο σε διαταγή. Παραλείπει όμως να αναγράψει τη λήξη. Στο εμπρόσθιο μέρος του γραμματίου υπογράφει χωρίς άλλη μνεία και ο πατέρας του Ε, Α. Ο Λ οπισθογραφεί το γραμμάτιο στον Μ, εκμισθωτή των γραφείων όπου στεγάζεται η εταιρία του Λ, με τη ρήτρα «ουχί σε διαταγή». Ο Μ θέτει λευκή οπισθογράφηση και παραδίδει τον τίτλο στον Ν και ο Ν με τη σειρά του τον παραδίδει στον Ξ. Ο Ξ εμφανίζει το γραμμάτιο προς πληρωμή στον Ε την 30.5.2012, αλλά ο Ε αρνείται, επικαλούμενος α) ακυρότητα του αξιογράφου λόγω έλλειψης τυπικών στοιχείων και β) εκπρόθεσμη εμφάνιση λόγω παρέλευσης της εξάμηνης παραγραφής που προβλέπεται για τον εκδότη. Ο Ξ εμφανίζει την ίδια μέρα το γραμμάτιο προς πληρωμή στον Α, ο οποίος αρνείται επίσης, επικαλούμενος ότι: α) η υπογραφή του θεωρείται μη γεγραμμένη, διότι δεν νοείται αποδοχή γραμματίου, β) τα υλικά είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους ακατάλληλα και γ) σε κάθε περίπτωση ο Ξ δεν νομιμοποιείται ως κομιστής. Κατόπιν τούτου, ο Ξ συντάσσει διαμαρτυρικό και στη συνέχεια οπισθογραφεί το γραμμάτιο στον Κ. Ο Κ, στη συνέχεια, ασκεί τις αξιώσεις από το αξιόγραφο κατά των Ε, Λ, Μ, Ν, Ξ και επικουρικώς αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά των ίδιων προσώπων.

Ερωτάται

1. Αξιολογήστε τους ισχυρισμούς των Ε και Α και τη βασιμότητα των αξιώσεων του Κ κατά των Ε, Λ, Μ, Ν, Ξ.

Πρακτικό 2

Ιστορικό

Για την εξόφληση μεταφορικών υπηρεσιών, ο Ε εκδίδει την 1.2.2012 επιταγή ποσού 60.000 ευρώ, με τόκο 5%, υπέρ του Λ και με πληρώτρια την Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ). Ο Ε κάνει ρητή μνεία στην επιταγή ότι το ποσό αυτής θα πληρωθεί από τραπεζικό λογαριασμό του που τηρεί στην ΑΤΕ. Ο Λ οπισθογραφεί στον Μ, αυτός με τη σειρά του λόγω ενεχύρου στον Ν και ο Ν στον Κ. Ο Κ εμφανίζει την επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, η οποία αρνείται να βεβαιώσει πάνω στο σώμα της επιταγής την άρνηση πληρωμής, ισχυριζόμενη: α) ότι η επιταγή είναι άκυρη, διότι δεν έχει εκδοθεί σε έντυπο της Τράπεζας, και επίσης διότι περιέχει ρήτρα τόκου και αναφορά στον τρόπο πληρωμής, β) ότι δεν χωρεί οπισθογράφηση μετά την ενεχύραση επιταγής και γ) ότι, σε κάθε περίπτωση, η επιταγή καλύπτει και οφειλή από παράνομο στοίχημα μεταξύ Ε και Λ.

Ο Κ συντάσσει διαμαρτυρικό, εντός της προθεσμίας εμφάνισης, αλλά διστάζει να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες. Την 2.7.2012 στρέφεται κατά της ΑΤΕ με αγωγή αδικοπραξίας λόγω μη βεβαίωσης της άρνησης πληρωμής και κατά των προηγούμενων υπογραφέων με βάση το αξιόγραφο. Ο Ε προβάλλει την ένσταση του παράνομου στοιχήματος, ο Λ την απώλεια, άλλως παραγραφή, των αναγωγικών αξιώσεων και ο Μ ένσταση περί μη καταβολής του δανείου για το οποίο δόθηκε η εξασφάλιση στον Ν. Ο Ν ισχυρίζεται, τέλος, ότι δεν ευθύνεται έναντι του Κ.

Ερωτάται

1. Αξιολογήστε τους παραπάνω ισχυρισμούς και εξετάστε κατά ποιων μπορεί να στραφεί ο Κ.

Οδηγίες εξέτασης

Να απαντηθούν και τα δύο πρακτικά.

Απαντήσεις

Ενδεικτικές απαντήσεις από τον Τομέα Εμπορικού Δικαίου (όπως δημοσιεύθηκαν στην πηγή).

Στο γραμμάτιο σε διαταγή εφαρμόζονται, εφόσον δεν είναι ασυμβίβαστες με τη φύση του τίτλου, οι διατάξεις περί συναλλαγματικής (άρθ. 77). Επί τη βάσει της επισήμανσης αυτής, αξιολογούνται καταρχήν οι ισχυρισμοί των Ε και Α.

Ισχυρισμοί Ε:

α) ακυρότητα αξιογράφου λόγω έλλειψης τυπικών στοιχείων: Αβάσιμος διότι η έλλειψη χρόνου λήξης αναπληρώνεται ερμηνευτικά. Σύμφωνα με το άρθ. 76 (2), το γραμμάτιο σε διαταγή (ΓΕΔ) του οποίου δεν σημειούται η λήξη θεωρείται πληρωτέο εν όψει.

β) εκπρόθεσμη εμφάνιση: Ισχυρισμός επίσης αβάσιμος διότι το ΓΕΔ που εκδίδεται εν όψει είναι εμφανιστέο προς πληρωμή εντός προθεσμίας ενός έτους από την χρονολογία έκδοσης (άρθ. 34 (2)). Το παρόν ΓΕΔ εμφάνιστηκε μέσα στο έτος και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εκπρόθεσμης εμφάνισης. Εκ του περισσού αναφέρεται ότι ως προς τον εκδότη ΓΕΔ εφαρμόζεται η προθεσμία παραγραφής που ισχύει για τον αποδέκτη συν/κής (3 έτη).

Ισχυρισμοί Α:

α) Μη γεγραμμένη υπογραφή: Ισχυρισμός επίσης αβάσιμος. Η υπογραφή του Α στο εμπρόσθιο μέρος του ΓΕΔ υπέχει θέση τριτεγγύησης. Σε περίπτωση μάλιστα που δεν σημειώνεται υπέρ ποίου δίδεται, θεωρείται ότι έχει δοθεί υπέρ του εκδότη του ΓΕΔ (άρθ. 77(3)).

β) Ακαταλληλότητα υλικών: πρόκειται για προσωπική ένσταση που απορρέει από τη σύμβαση πώλησης μεταξύ Ε και Λ, η οποία δεν μπορεί να προβληθεί από τον τριτεγγυητή (αυτοτέλεια τριτεγγύησης).

γ) Έλλειψη νομιμοποίησης του κομιστή: Αβάσιμος ισχυρισμός. Ο κάτοχος ΓΕΔ που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων θεωρείται νόμιμος κομιστής ακόμη και αν η τελευταία οπισθογράφηση είναι λευκή (άρθ. 77 και 16(1)). Ο Ξ συντάσσει διαμαρτυρικό και οπισθογραφεί το ΓΕΔ στον Κ. Πρόκειται για όψιμη οπισθογράφηση που επιφέρει τις συνέπειες της κοινής εκχώρησης (άρθ. 77 και 20(1)). Δεδομένου ότι ο Ξ έχει τηρήσει τις διατυπώσεις επιμέλειας, σημειώνονται τα ακόλουθα ως προς τις αξιώσεις του Κ από το αξιόγραφο:

Κατά του Ε: μπορεί να στραφεί εντός τριετίας από την έκδοση του ΓΕΔ. Η τήρηση των διατυπώσεων επιμέλειας δεν έχει σημασία εδώ διότι ο Ε ευθύνεται ως κύριος οφειλέτης.

Κατά του Λ: δεν μπορεί να στραφεί αναγωγικώς διότι ο Λ έχει θέση τη ρήτρα «ουχί σε διαταγή», που σημαίνει ότι ευθύνεται έναντι του υπέρ ου η οπισθογράφηση, όχι όμως απέναντι στους λοιπούς υπογραφείς.

Κατά του Μ: μπορεί να στραφεί αναγωγικώς διότι έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις επιμέλειας.

Κατά του Ν: δεν μπορεί να στραφεί διότι ο Ν δεν εμφανίζεται στη σειρά των Οπισθογράφων. Ο ίδιος μεταβίβασε με συμφωνία και παράδοση.

Κατά του Ξ: δεν μπορεί να στραφεί αναγωγικώς, αλλά μόνο με βάση τη σχέση της εκχώρησης.

Τέλος, αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορούν μόνο να ασκηθούν εφόσον ο κομιστής έχει χάσει όλες τις αξιογραφικές του αξιώσεις, λόγω έκπτωσης ή παραγραφής. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει εδώ. Συνεπώς ο Κ δεν δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις που απορρέουν από το άρθ. 80.

***

Πρακτικό 2ο:

Για την εξόφληση μεταφορικών υπηρεσιών, ο Ε εκδίδει την 1.2.2012 επιταγή ποσού 60.000 ευρώ, με τόκο 5%, υπέρ του Λ και με πληρώτρια την Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ). Ο Ε κάνει ρητή μνεία στην επιταγή ότι το ποσό αυτής θα πληρωθεί από τραπεζικό λογαριασμό του που τηρεί στην ΑΤΕ. Ο Λ οπισθογραφεί στον Μ, αυτός με τη σειρά του λόγω ενεχύρου στον Ν και ο Ν στον Κ. Ο Κ εμφανίζει την επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα η οποία αρνείται να βεβαιώσει πάνω στο σώμα της επιταγής την άρνηση πληρωμής, ισχυριζόμενη ότι: α) η επιταγή είναι άκυρη διότι δεν έχει εκδοθεί σε έντυπο τηα Τράπεζας, και επίσης διότι περιέχει ρήτρα τόκου και αναφορά στον τρόπο πληρωμής, β) ότι δεν χωρεί οπισθογράφηση μετά την ενεχύραση επιταγής, και γ)ότι, σε κάθε περίπτωση, η επιταγή καλύπτει και οφειλή από παράνομο στοίχημα μεταξύ Ε και Λ. Ο Κ συντάσσει διαμαρτυρικό, εντός της προθεσμίας εμφάνισης, αλλά διστάζει να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες. Την 2.7.2012 στρέφεται κατά της ΑΤΕ με αγωγή αδικοπραξίας λόγω μη βεβαίωσης της άρνησης πληρωμής και κατά των προηγούμενων υπογραφέων με βάση το αξιόγραφο. Ο Ε προβάλλει την ένσταση του παράνομου στοιχήματος, ο Λ την απώλεια, άλλως παραγραφή, των αναγωγικών αξιώσεων και ο Μ ένσταση περί μη καταβολής του δανείου για το οποίο δόθηκε η εξασφάλιση στον Ν. Ο Ν ισχυρίζεται τέλος ότι δεν ευθύνεται έναντι του Κ. Αξιολογείστε τους παραπάνω ισχυρισμούς και εξετάστε κατά ποίων μπορεί να στραφεί ο Κ.

Ενδεικτικές απαντήσεις από τον Τομέα Εμπορικού Δικαίου

Ως προς τους ισχυρισμούς της ΑΤΕ:

α) Ακυρότητα λόγω ρητρών: Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Καταρχήν, η επιταγή είναι έγκυρη ως αξιόγραφο εφόσον συγκεντρώνει τα προβλεπόμενα εκ του νόμου τυπικά στοιχεία. Η χρήση συγκεκριμένου εντύπου δεν συνιστά τυπική προϋπόθεση (αλλ’ενδεχομένως υποχρέωση του εκδότη έναντι της Τράπεζας με βάση τη σύμβαση επιταγής). Περαιτέρω, η ρήτρα τόκου θεωρείται ως μη γεγραμμένη και συνεπώς δεν επηρεάζει το κύρος του αξιογράφου (άρθ. 7 ν. 5960/33) · τέλος, η ρήτρα περί χρέωσης του λογαριασμού απλώς διευκρινίζει πώς θα γίνει η πληρωμή του αναγραφόμενου ποσού και ουδόλως επηρεάζει το κύρος του αξιογράφου.

β) Ακυρότητα οπισθογράφησης μετά την ενεχύραση επιταγής: Ομοίως αβάσιμος ισχυρισμός. Κατά την ορθότερη και κρατούσα άποψη, η ενεχύραση επιταγής μπορεί να γίνει με οπισθογράφηση και παράδοση του αξιογράφου από τον έως τότε κομιστή στο δανειστή, με αναλογική εφαρμογή του άρθ. 19 ν. 5325/32 σε συνδ. με ΑΚ 1251, παρά το γεγονός ότι ο νόμος περί επιταγής δεν περιέχει ρύθμιση για το ζήτημα αυτό. Κατ’αναλογική εφαρμογή του άρθ. 19, η οπισθογράφηση που έπεται της ενεχυρικής είναι εκ του νόμου πληρεξουσιοδοτική.

γ) Ένσταση περί οφειλής από στοίχημα: πρόκειται περί προσωπικής ένστασης (άλλως ένστασης εγκυρότητας) που προτείνεται μόνο από το πρόσωπο που τον αφορά κατά του πρώτου αποκτώντος ή του επόμενου κακόπιστου αποκτώντος. Συνεπώς δεν μπορεί να προβληθεί από την Τράπεζα στον Κ. Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα έχει ευχέρεια και όχι υποχρέωση να καταβάλει στον Κ το ποσό της επιταγής.

Αγωγή αδικοπραξίας κατά της Τράπεζας: Δεν θεμελιώνεται ούτε η προϋπόθεση του παρανόμου, ούτε η προϋπόθεση της ζημίας. Με εξαίρεση την περίπτωση της ακάλυπτης επιταγής, η ΑΤΕ μπορεί αλλά δεν υποχρεούται να βεβαιώσει επί της επιταγής την άρνηση πληρωμής (βλ. και άρθ. 40). Όπως άλλωστε προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά της ΑΤΕ δεν εμπόδισε τη σύνταξη διαμαρτυρικού, ώστε να θεωρηθεί αντίθετη στην καλή πίστη. Από τη στιγμή που ο κομιστής δεν εξέπεσε των αναγωγικών του αξιώσεων, δεν τίθεται ζήτημα ζημίας του από την ενέργεια της Τράπεζας.

Αξιώσεις κατά των προηγούμενων υπογραφέων: Ο Ε προβάλλει την ένσταση παρανόμου στοιχήματος: είναι ένσταση προσωπική (άλλως εγκυρότητας) που δεν προβάλλεται κατά του δεύτερου αποκτώντος, εκτός αν αυτός είναι ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη του Ε. Η κακοπιστία θα κριθεί στο πρόσωπο του Ν. Δεν προκύπτει και άρα η ένσταση δεν μπορεί να προβληθεί. Ο Λ επικαλείται απώλεια, άλλως παραγραφή, αξιώσεων: ένσταση εκ του τίτλου που προβάλλεται κατά παντός. Εδώ όμως προβάλλεται αβάσιμα, διότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις επιμέλειας (η άρνηση πληρωμής βεβαιώθηκε εμπροθέσμως με διαμαρτυρικό), οι δε αξιώσεις ασκήθηκαν εντός της εξάμηνης προθεσμίας παραγραφής (άρθ. 52). Ο Μ προβάλλει ένσταση περί μη καταβολής δανείου: Προσωπική ένσταση που νομίμως προβάλλεται κατά του Κ, δεδομένου ότι αφορά τις σχέσεις Μ και Ν και η τελευταία οπισθογράφηση είναι πληρεξουσιοδοτική. Ο Ν ισχυρίζεται ότι δεν ευθύνεται έναντι του Κ: Βάσιμος ο ισχυρισμός, λαμβανομένου υπόψη ότι η πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση από τον Ν στον Κ επιφέρει μόνο νομιμοποιητικά αποτελέσματα, και όχι εγγυητικά ή μεταβιβαστικά.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εμπορικό Δίκαιο Ι: Γενικό Μέρος – Αξιόγραφα
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2012 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Α
  • Μορφή εξέτασης: Άγνωστο
  • Διανομή: Άγνωστο
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Διδάσκοντες ακαδ. έτος 2011–12

Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το 2011–12. Διδάσκοντες άλλων ετών στη σελίδα του μαθήματος.

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.