Εμπορικό Δίκαιο Ι: Γενικό Μέρος – Αξιόγραφα – Ιούνιος 2011 (Σειρά Α)

Πρακτικό 1

Ιστορικό

Ο Ε εξέδωσε υπέρ του Λ συναλλαγματική ποσού 70.000 ευρώ με ημερομηνία λήξης την 20.5.2008. Τη συναλλαγματική αποδέχθηκε για ποσό 100.000 ευρώ ο Α, παιδικός φίλος του Ε, με αποκλειστικό σκοπό να διευκολύνει τον τελευταίο. Ο Λ την οπισθογράφησε στον Μ με ρητό όρο να έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες επισκευής στο κατάστημά του εντός δέκα ημερών. Ο Μ οπισθογράφησε στον Ν. Ο Ν απεβίωσε και ο μοναδικός κληρονόμος του, Ξ, την οπισθογράφησε στις 22.5.2008 στον Κ. Ο Κ εμφάνισε την ίδια μέρα (22.5.2008) τη συναλλαγματική προς πληρωμή στον Α, ο οποίος αρνήθηκε, επικαλούμενος: α) ότι ο Κ δεν νομιμοποιείτο ως κομιστής, β) ότι η αποδοχή ήταν άκυρη λόγω αναντιστοιχίας ποσών και γ) ότι ο ίδιος απεδέχθη για να διευκολύνει τον εκδότη χωρίς να του οφείλει, γεγονός που γνώριζε ο Κ.

Ο Κ συνέταξε την ίδια ημέρα διαμαρτυρικό και ζήτησε την πληρωμή της συναλλαγματικής από τον Λ. Ο Λ, επιθυμώντας να αποφύγει δικαστικές διαμάχες, εξόφλησε τον Κ την 1.9.2008. Στις 23.6.2011 ο Λ στρέφεται κατά του Ε, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι το αξιόγραφο έχει μετατραπεί σε εμπορική εντολή πληρωμής, δυνάμει της οποίας ο Ε του οφείλει το ποσό των 70.000 ευρώ, άλλως ότι το εν λόγω ποσό του οφείλει ο Ε ως αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 80 ν. 5325/32). Ο Ε αρνείται, ισχυριζόμενος: α) ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής, β) ότι δεν μπορεί να ασκηθεί εναντίον του αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι πρέπει να ασκηθούν προηγουμένως οι αξιώσεις από το αξιόγραφο και την υποκείμενη σχέση, και γ) ότι σε κάθε περίπτωση ο Ε δεν έχει καταστεί πλουσιότερος έναντι του Λ.

Ερωτάται

1. Αξιολογήστε τους ισχυρισμούς των Α και Ε. Απαντήστε αιτιολογημένα.

Πρακτικό 2

Ιστορικό

Ο Χ αφήρεσε την 1.6.2011 από τον χαρτοφύλακα του εργοδότη του Λ 100 ομολογίες της α.ε. «Βιολογικές Καλλιέργειες Χαλκίδας» (εφεξής «ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ.») και μία επιταγή 250.000 ευρώ που είχε εκδώσει ο Ε υπέρ του Λ από αγορά εγκαταστάσεων αυτόματου ποτισμού, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 22.6.2011. Ο Χ δωρίζει τις 100 ομολογίες στη μνηστή του Β για τη δεύτερη επέτειο της γνωριμίας τους. Ο Λ ενημερώνει τη ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ. για την κλοπή την ίδια ημέρα. Η Β εμφανίζεται για να εισπράξει το ποσό των ομολογιών κατά τη λήξη αυτών, η εταιρία όμως αρνείται, διότι οι ομολογίες είναι κλεμμένες και σε κάθε περίπτωση διότι φέρουν μηχανική απεικόνιση της υπογραφής του εκδότη και συνεπώς είναι άκυρες.

Περαιτέρω, ο Χ πλαστογραφεί την υπογραφή του Λ και οπισθογραφεί την επιταγή στον Γ με ρήτρα «άνευ ευθύνης». Ο Γ την οπισθογραφεί στον Δ και ο Δ στη Ζ, πλανηθείς ως προς την πατρότητα του παιδιού της τελευταίας. Η Ζ εμφανίζει σήμερα (23.6.2011) για πληρωμή την επιταγή, πληροφορείται όμως ότι ο Ε την έχει ανακαλέσει από τις 10.6.2011, επικαλούμενος ελαττωματικότητα του εξοπλισμού. Μετά τη βεβαίωση άρνησης πληρωμής από την τράπεζα, η Ζ οπισθογραφεί στον Κ.

Ερωτάται

α) Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ. και πώς μπορεί να προστατευθεί ο Λ;

β) Κατά ποιου μπορεί να στραφεί ο Κ και με ποιες αξιώσεις;

γ) Αν πράγματι είχε ελαττώματα ο εξοπλισμός, πώς θα μπορούσε να προστατευθεί ο Ε, αν υποτεθεί ότι η επιταγή ήταν ακόμη στην κατοχή του Λ;

Απαντήσεις

Συνοπτικές απαντήσεις από τους διδάσκοντες του Τομέα (όπως δημοσιεύθηκαν στην πηγή).

Οι απαντήσεις δίδονται συνοπτικά με σκοπό τη διευκόλυνση της κατανόησης των λύσεων από τους εξεταζόμενους. Για τη βαθμολογία λαμβάνονται υπόψη η ανάλυση και σαφήνεια του συλλογισμού καθώς και η συνολική εικόνα του γραπτού.

1ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Ως προς τους ισχυρισμούς του Α:

α) περί της έλλειψης νομιμοποίησης του Κ: Επειδή ησυν/κή είναι σε διαταγή, ο κομιστής νομιμοποιείται τυπικά να ζητήσει πληρωμή, αν έχει στην κατοχή του το αξιόγραφο και στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Για να ελεγχθεί η αδιάκοπη σειρά, εξετάζουμε την εξωτερική συνέχεια των οπισθογραφήσεων. Στο παρόν πρακτικό, ο Λ οπισθογράφησε στον Μ με όρο, ο οποίος θεωρείται μη γεγραμμένος και δεν θίγει την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα της οπισθογράφησης (άρθ. 12). Ο Μ οπισθογράφησε στον Ν, ο οποίος και αποβιώνει. Ο θάνατος του Ν δημιουργεί εξωτερικό κενό στη σειρά των οπισθογραφήσεων. Δεδομένου όμως ότι ο μετέπειτα οπισθογράφος Ξ (γιος του Ν και μοναδικός του κληρονόμος) νομιμοποιείται ουσιαστικά διότι απέκτησε το αξιόγραφο με καθολική διαδοχή, το εξωτερικό κενό μπορεί να καλυφθεί με την απόδειξη της απόκτησης που μεσολάβησε κατά το κοινό δίκαιο (π.χ. κληρονομητήριο). Ο Ξ οπισθογραφεί περαιτέρω στον Κ με κανονική και πλήρη οπισθογράφηση, η οποία έλαβε χώρα εντός των 2 ημερών μετά τη λήξη της συν/κής. Συνεπώς ο πρώτος ισχυρισμός είναι αβάσιμος.

β) περί της ακυρότητας της αποδοχής λόγω αναντιστοιχίας ποσών: ο Α αποδέχθηκε για ποσό μεγαλύτερο του αναγραφομένου στη συ/κή. Η αποδοχή είναι ισχυρή για το αναγραφόμενο στη συν/κή ποσό (70.000), για το δε υπερβάλλον, η αποδοχή μπορεί να θεωρηθεί κατά μετατροπή ως αφηρημένη αναγνώριση χρέους.

γ) περί της αποδοχής ευκολίας: Η επίκληση της χαριστικής φύσης της αποδοχής συνιστά προσωπική ένσταση, η οποία παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία: δεν προβάλλεται ούτε κατά των κομιστών που γνώριζαν τη χαριστική φύση της ανάληψης. Και τούτο διότι η γνώση περί της αυξήσεως της πιστωτικής αξίας της συν/κής δεν είναι επιλήψιμη. Συνεπώς, η ένσταση μπορεί να προβληθεί μόνο εναντίον αυτού υπέρ του οποίου αναλήφθηκε κατά χάρη η υποχρέωση (Ε) ή κατά του κομιστή που ενήργησε αποδεδειγμένα με πρόθεση βλάβης. Άρα, στο πρακτικό, είναι αδιάφορο το γεγονός ότι ο Κ τελούσε εν γνώσει της αποδοχής ευκολίας, καθώς και ο χρόνος που έλαβε γνώση αυτής.

Ως προς τους ισχυρισμούς του Ε:

α) περί της μετατροπής: Ορθώς ισχυρίζεται ο Ε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής, διότι δεν έχουμε περίπτωση άκυρου αξιογράφου αλλά παραγραφής των αναγωγικών δικαιωμάτων του Λ.

β) Περί της αναγκαίας άσκησης λοιπών αξιώσεων: Δεν τίθεται ζήτημα άσκησης αξιώσεων από τη συν/κή διότι όλες αξιώσεις κατά των αναγωγικών οφειλετών αλλά και κατά του κύριου οφειλέτη έχουν παραγραφεί (παρέλευση τριετίας για τις αξιώσεις κατά του αποδέκτη). Όσον αφορά τις αξιώσεις από την υποκείμενη σχέση, η νομολογία δέχεται πράγματι, βασιζόμενη στον επικουρικό χαρακτήρα της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού, ότι ο ενάγων υφίσταται βλάβη όταν έχει χάσει οποιαδήποτε δυνατότητα ικανοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της αγωγής από την υποκείμενη σχέση. Η άποψη αυτή αποτελεί αντικείμενο κριτικής από τη θεωρία διότι προσκρούει στον αφηρημένο χαρακτήρα της συν/κής, παραγνωρίζει την ειδική ρύθμιση του άρθρου 80 και επιφέρει αρνητικές συνέπειες στην πράξη (αδυναμία άσκησης αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού). Ορθότερη είναι λοιπόν η άποψη που θεωρεί τις δύο αγωγές συντρέχουσες.

γ) περί της έλλειψης πλουτισμού: για την εξεύρεση του προσώπου που πλούτισε ακολουθείται η θεωρία της διαφοράς κέρδους. Εξετάζεται δηλ. τι έδωσαν και πήραν τα μέρη με βάση τις υποκείμενες σχέσεις. Στο παρόν πρακτικό, ο Α αποδέχθηκε χάριν ευκολίας, άρα δεν έλαβε κάλυψη από τον Ε. Προφανώς λοιπόν εκείνος που κατέστη πλουσιότερος, λόγω μη πληρωμής της συν/κής, είναι ο Ε.

2 ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Α. Ως προς την τύχη των ανωνύμων ομολογιών:

Για τη μεταβίβαση των ανωνύμων χρεογράφων, και εν γένει αξιογράφων, ισχύουν οι κανόνες μεταβίβασης των κινητών (1034 επ. ΑΚ). Μεταβιβάζονται δηλ. με συμφωνία και παράδοση. Συνεπώς, η Β, ούσα καλόπιστη, κατέστη κυρία των ομολογιών που τις παρέδωσε ο Χ, και άρα η ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ. υποχρεούται να καταβάλει σε αυτήν το οφειλόμενο ποσό. Ο πρώτος ισχυρισμός της ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ. ότι οι ομολογίες ήταν κλεμμένες δεν επηρεάζει την προηγούμενη απάντηση. Η εταιρεία δεν επικαλείται κακή πίστη της Β, η οποία θα την καθιστούσε μη δικαιούχο κομιστή, και συνεπώς η καταβολή του ποσού σε αυτήν σε συνιστά ενέργεια αντίθετη στην καλή πίστη (αν. άρθ. 889ΑΚ). Και ο δεύτερος ισχυρισμός της ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ είναι αβάσιμος διότι ειδικά για τους ανώνυμους τίτλους που εκδίδονται σε μεγάλο αριθμό, ως ιδιόχειρη υπογραφή ισχύει και η αποτύπωσή της με μηχανικό μέσο.

Ο Λ δεν έχει αξίωση κατά της εταιρίας σε περίπτωση που καταβάλει στη Β, κυρία των ομολογιών. Ο Λ έχει αξίωση κατά του Χ από αδικοπραξία (914 ΑΚ) αλλά όχι από αδικαιολόγητο πλουτισμό (διότι ο Χ δώρισε τις ομολογίες στη μνηστή του). Ο Λ δεν έχει αξίωση αδικοπραξίας κατά της Β, αλλά έχει κατ’αυτής αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διότι απέκτησε τις ομολογίες από χαριστική αιτία (913 ΑΚ).

Β. Αξιώσεις του Κ:

Κατά του Λ: Δεν μπορεί να στραφεί αναγωγικώς διότι η υπογραφή του έχει πλαστογραφηθεί. Πρόκειται για ένσταση εγκυρότητας που προβάλλεται κατά παντός.

Κατά του Χ: Μπορεί να στραφεί καταρχάς αναγωγικώς με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί ψευδοαντιπροσώπου (άρθ. 8). Με τη ρήτρα άνευ ευθύνης, ο οπισθογράφος απαλλάσσεται όμως από την εγγυητική του ευθύνη έναντι όλων των μεταγενέστερων υπογραφέων.

Κατά του Δ:. Ο Δ μπορεί να προβάλει κατά του Κ την ένσταση της πλάνης. Πρόκειται για ένσταση εγκυρότητας που προβάλλεται κατά του αμέσως ενδιαφερόμενου πρώτου αποκτώντος (Ζ) και κατά του κατά του κακόπιστου δεύτερου αποκτώντος. Στο πρακτικό όμως, ο Κ απέκτησε την επιταγή με όψιμη οπισθογράφηση (μετά τη βεβαίωση άρνησης πληρωμής) η οποία επιφέρει τις συνέπειες απλής εκχώρησης. Συνεπώς, οι ενστάσεις που μπορούν να προβληθούν κατά της εκχωρητού Ζ, μπορούν να προβληθούν και κατά του Κ.

Κατά του Ε: Η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη και πληρωτέα εν όψει (άρθ. 28) Ο Ε την ανακάλεσε εντός του χρόνου που μπορούσε να εμφανισθεί νομίμως για πληρωμή. Η ανάκληση της επιταγής εντός της προθεσμίας εμφάνισης εξομοιώνεται από τη νομολογία με έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Συνεπώς ο Κ έχει κατά του Ε αξιώσεις από αναγωγή και από αδικοπραξία (914 ΑΚ, όπου το παράνομο συνιστά η αν. εφαρμογή του άρθ. 79).

Γ. Ως προς τη δυνατότητα προστασίας του Ε:

Αν η επιταγή είναι ακόμα στην κατοχή του Λ και δεν έχει κυκλοφορήσει, ο Ε θα μπορούσε:

(α) να υπαναχωρήσει από την υποκείμενη σύμβαση μεταξύ Ε – Λ σύμφωνα με τους όρους της ΑΚ 383,

(β) μετά την υπαναχώρηση και την υποχρέωση απόδοσης των εκατέρωθεν παροχών που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της συμβάσεως, να αξιώσει με ασφαλιστικά μέτρα νομής την απόδοση του τίτλου της επιταγής.

Η επιταγή είναι κι αυτή παροχή που δόθηκε από τον Ε στο Λ στο πλαίσιο της σύμβασης και μετά την υπαναχώρηση από τη σύμβαση μπορεί να αξιωθεί η απόδοσή της ως κινητού πράγματος (τίτλου) κατά τις διατάξεις περί νομής.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εμπορικό Δίκαιο Ι: Γενικό Μέρος – Αξιόγραφα
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2011 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Α
  • Μορφή εξέτασης: Άγνωστο
  • Διανομή: Άγνωστο
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Διδάσκοντες ακαδ. έτος 2010–11

Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το 2010–11. Διδάσκοντες άλλων ετών στη σελίδα του μαθήματος.

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.