Εμπορικό Δίκαιο Ι: Γενικό Μέρος – Αξιόγραφα – Ιούνιος 2010 (Σειρά Β)

Πρακτικό 1

Ιστορικό

Ο Α εξέδωσε, την 1.5.2010, στο όνομα και για λογαριασμό του εργοδότη του, εμπόρου Β, γραμμάτιο εις διαταγή 150.000 ευρώ υπέρ του Γ, με λήξη την 8.6.2010, και την επισήμανση ότι το αξιόγραφο εκδίδεται λόγω οφειλής από εκπλήρωση σύμβασης εσωτερικής διακόσμησης. Ο Γ το οπισθογράφησε με τη ρήτρα «ανέξοδος επιστροφή» και το παρέδωσε στον Δ και αυτός με τη σειρά του το οπισθογράφησε στον Ε, έναντι του τιμήματος για την αγορά ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Στις 9.6.2010 τριτεγγυάται υπέρ του Γ η Τ. Την ίδια μέρα, ο Ε επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον Α και, διαπιστώνοντας ότι δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει, το οπισθογραφεί αμέσως στον Ζ, κάνοντας συμφωνία μαζί του ότι του το δίδει μόνο για να πάει να το εισπράξει. Ο Ζ εμφανίζει την επόμενη μέρα το γραμμάτιο στον Β, ο οποίος αρνείται να πληρώσει: α) διότι ο Α είχε εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει γραμμάτια μέχρι 50.000 ευρώ, β) διότι δεν θεώρησε το γραμμάτιο πριν από τη λήξη του και γ) διότι σε κάθε περίπτωση το αξιόγραφο έπασχε ακυρότητα.

Την 11.6.2010 ο Ζ συντάσσει διαμαρτυρικό και στρέφεται κατά των Α, Β, Γ, Τ, Δ και Ε. Ο Α αντιτείνει ότι ενήργησε για λογαριασμό του εργοδότη του, ο Γ ότι δεν ευθύνεται για πληρωμή διότι δεν συντάχθηκε διαμαρτυρικό εμπρόθεσμα, ο Δ ότι ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός ήταν ελαττωματικός και ο Ε ότι δεν ευθύνεται έναντι του Ζ διότι η οπισθογράφηση υπέκρυπτε παροχή πληρεξουσιότητας. Η Τ, τέλος, αντιτείνει ότι η τριτεγγύηση δόθηκε μετά τη λήξη και άρα ήταν άκυρη και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις επιμέλειας.

Ερωτάται

1. Αξιολογήστε τους παραπάνω ισχυρισμούς και εκθέσατε τις εξουσίες του Ζ.

Πρακτικό 2

Ιστορικό

Ο Α αγόρασε εμπορεύματα αξίας 10.000 € από τον Β. Για την εξόφληση του τιμήματος ο Β ζητά και λαμβάνει από τον Α δίγραμμη επιταγή με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα, στην οποία είναι πελάτης (ο Β). Ο λήπτης Β οπισθογραφεί στον Γ. Ο Γ οπισθογραφεί βάζοντας μόνο την υπογραφή του, αλλά χωρίς να αναφέρει τον υπέρ ου η οπισθογράφηση, και παραδίδει την επιταγή στον Δ. Ο Δ την οπισθογραφεί στην ανώνυμη εταιρία Ε α.ε. Ο Ζ, που συμβαίνει να είναι κύριος μέτοχος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της Ε α.ε., την εμφανίζει προς πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα, ζητώντας να την εισπράξει ο ίδιος στο όνομά του. Προς τον σκοπό αυτό οπισθογραφεί την επιταγή προς την Εθνική Τράπεζα, υπογράφοντας με το όνομά του και όχι υπό την εταιρική επωνυμία. Η Τράπεζα εξοφλεί την επιταγή στον Ζ και χρεώνει τον λογαριασμό του πελάτη της Α, εκδότη της επιταγής, με το ισόποσο.

Ο Α όμως διαμαρτύρεται κατά της Τράπεζας και ισχυρίζεται ότι η τράπεζα κακώς πλήρωσε την επιταγή στον Ζ διότι: i) η δίγραμμη επιταγή μπορούσε να εξοφληθεί μόνο στον Β, ii) δεν υπήρχε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων και iii) σε κάθε περίπτωση η πληρώτρια Εθνική Τράπεζα δεν γνώριζε τον Ζ, ο οποίος δεν ήταν πελάτης της, και κακώς εξόφλησε την επιταγή σε ένα πρόσωπο που της ήταν άγνωστο.

Παράλληλα διαμαρτύρεται κατά της πληρώτριας Εθνικής Τράπεζας και η εταιρία Ε α.ε., ισχυριζόμενη ότι μη νόμιμα η τράπεζα εξόφλησε την επιταγή στον Ζ, ο οποίος πράγματι δεν ήταν πελάτης της τράπεζας, και ότι η επιταγή έπρεπε να εξοφληθεί μόνο στην ίδια την εταιρία Ε α.ε., η οποία ήταν πελάτης της Εθνικής Τράπεζας και άρα της ήταν γνωστή.

Ερωτάται

1. Αξιολογήστε νομικά τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Α και Ε α.ε., καθώς και την ένσταση της Τράπεζας ότι ο Ζ της ήταν γνωστός, γιατί ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας Ε α.ε. έκανε συχνά συναλλαγές στα καταστήματά της.

Απαντήσεις

Συνοπτικές απαντήσεις από τους διδάσκοντες του Τομέα (όπως δημοσιεύθηκαν στην πηγή).

1ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Στο γραμμάτιο σε διαταγή (εφεξής ΓΕΔ) εφαρμόζονται καταρχήν οι διατάξεις περί συν/κής εκτός αν άλλως προβλέπεται στο νόμο.

Στο συγκεκριμένο πρακτικό, ως εκδότης αναφέρεται ο Β και λήπτης ο Γ. Το ΓΕΔ μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση στον Δ, και στη συνέχεια στον Ε. Ο Ε το οπισθογραφεί μία μέρα μετά τη λήξη στον Ζ, με καλυμμένη πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση, η οποία καταρχήν λειτουργεί ως πλήρης οπισθογράφηση.

Ο Ζ εμφανίζει την 10.6.2010 το γραμμάτιο στο Β, ο οποίος αρνείται να πληρώσει επικαλούμενος 3 ισχυρισμούς, που αξιολογούνται ως ακολούθως:

α) ο Β προβάλλει ένσταση υπέρβασης πληρεξουσιότητας, διότι ο Α δεν είχε εξουσία να εκδίδει ΓΕΔ πάνω από 50.000 ευρώ. Η υπέρβαση πληρεξουσιότητας εξομοιώνεται με έλλειψη πληρεξουσιότητας και προτείνεται κατά παντός – άρθ. 8 (μπορεί να χαρακτηρισθεί είτε ως ένσταση εμπράγματη, είτε ως ένσταση που αφορά το κύρος της αναληφθείσας υποχρέωσης). Σημασία έχει να επισημανθεί ΟΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΟΣ ΤΡΙΤΟΥ, είτε είναι καλόπιστος, είτε κακόπιστος. Άρα, ο Β δεν ευθύνεται από το ΓΕΔ και, αντ’αυτού ευθύνεται ο ψευδοαντιπρόσωπος Α.

β) Θεώρηση γραμματίου απαιτείται μόνο στην περίπτωση που το ΓΕΔ εκδίδεται σε προθεσμία από την όψη. Δεδομένου ότι στο ΓΕΔ δεν υπάρχει πληρωτής-αποδέκτης, η ως άνω προθεσμία αρχίζει να τρέχει από τη θεώρηση του γραμματίου από τον εκδότη. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει εδώ.

γ) Η επίκληση της ακυρότητας συνδέεται με την αναφορά της αιτίας στο κείμενο του αξιογράφου. Ο εξεταζόμενος πρέπει να διακρίνει ότι δεν πρόκειται εδώ για όρο ή αίρεση που θα καθιστούσε απολύτως άκυρο το αξιόγραφο, αλλά για απλή αναφορά στην υποκείμενη σχέση που δεν βλάπτει. Συνεπώς ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος.

Μετά την άρνηση του Β, ο Ζ συντάσσει διαμαρτυρικό την 11.6.2010, δηλ. ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΑ. ΑΡΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΗΡΗΘΕΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ.

Κατόπιν στρέφεται κατά των Α, Β, Γ, Τ, Δ, και Ε. Αξιολογούνται στη συνέχεια οι ισχυρισμοί που προβάλλει κάθε ένας από αυτούς:

Ως προς τον Α: ο ισχυρισμός ότι ενήργησε για λογαριασμό του εργοδότη του είναι αβάσιμος, διότι, όπως αναλύθηκε ήδη, είναι ψευδοαντιπρόσωπος. Ο Α ευθύνεται, ούτως ή άλλως, ανεξαρτήτως της μη τήρησης των διατυπώσεων επιμέλειας διότι ο εκδότης ΓΕΔ και όποιος εξομοιώνεται με αυτόν, είναι κύριος οφειλέτης.

Ως προς τον Β: βλ. ανωτέρω

Ως προς το Γ: ο Γ ευθύνεται αναγωγικώς, ανεξαρτήτως της μη σύνταξης διαμαρτυρικού, διότι έχει οπισθογραφήσει με τη ρήτρα «ανέξοδος επιστροφή». Η ρήτρα έχει τεθεί από οπισθογράφο και ισχύει μόνο ως προς αυτόν.

Ως προς το Δ: η επίκληση της ελαττωματικότητας του ηλεκτρονικού εξοπλισμού συνιστά προσωπική ένσταση του Δ που μπορεί να προβληθεί μόνο κατά του Ε ή του δεύτερου αποκτώντος εφόσον ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη (άρθ. 17). Η ένσταση αυτή θα μπορούσε να προβληθεί και κατά του Ζ, εάν η οπισθογράφηση του Ε προς τον Ζ ήταν πληρεξουσιοδοτική με την έννοια του άρθ. 18. Εδώ πρόκειται για καλυμμένη παροχή πληρεξουσιότητας, και άρα η οπισθογράφηση επιφέρει πλήρη αποτελέσματα, περιλαμβανομένου του αποκλεισμού των προσωπικών ενστάσεων. Για να προβάλει την ένσταση ο Δ θα έπρεπε να αποδείξει ότι υποκρύπτεται παροχή πληρεξουσιότητας .

Ως προς την Τ: Η Τ ισχυρίζεται καταρχάς ότι η τριτεγγύηση είναι άκυρη διότι δόθηκε μετά τη λήξη του ΓΕΔ. Ο ισχυρισμός δεν είναι βάσιμος διότι, κατά την κρατούσα άποψη, η τριτεγγύηση είναι έγκυρη ακόμα και αν δόθηκε μετά τη λήξη, διότι ενισχύει την πιθανότητα είσπραξης του ΓΕΔ (βλ. και άρθρο 20 για μετοπισθογράφηση). Αντιθέτως, ο ισχυρισμός περί μη τήρησης των διατυπώσεων επιμέλειας είναι κατά την ορθότερη άποψη, βάσιμος. Η ρήτρα «ανέξοδος επιστροφή» που έχει αναγράψει ο υπέρ ου η τριτεγγύηση, ισχύει μόνο για τον ίδιο και όχι για τον τριτεγγυητή του. Για να στραφεί κατά του τελευταίου, ο Ζ έπρεπε να συντάξει εμπρόθεσμα διαμαρτυρικό.

Ως προς τον Ε: ο Ε μπορεί να αντιτάξει κατά του Ζ ότι η μεταξύ τους σχέση υποκρύπτει παροχή πληρεξουσιότητας. Πρόκειται για προσωπική ένσταση που προβάλλεται μεταξύ των δύο άμεσα ενδιαφερομένων μερών. Άρα ο Ε δεν ευθύνεται έναντι του Ζ για την πληρωμή του ΓΕΔ, ούτε με βάση το αξιόγραφο, είτε από τη μεταξύ τους σχέση.

2ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Η δ.ε. πληρώνεται μόνο σε τραπεζίτη ή πελάτη της πληρώτριας τράπεζας. Άρα είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός ότι η δ.ε. έπρεπε να πληρωθεί μόνο στο Β. Μπορούσε να πληρωθεί είτε στο Β, είτε σε οποιονδήποτε άλλο κομιστή που όμως να είναι πελάτης της πληρώτριας τράπεζας. Μπορούσε να πληρωθεί και σε τράπεζα στην οποία θα την οπισθογραφούσε ο Β ή όποιος άλλος κομιστής. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός (i) του Α (άρθ. 37, 38).

Πελάτης είναι αυτός που έχει συναλλαγές με την τράπεζα – δεν αρκεί να είναι απλώς γνωστός, πρέπει να είναι πελάτης. Ο Ζ δεν είναι πελάτης. Πελάτης είναι η Ε αε. Άρα μη νόμιμα πλήρωσε η τράπεζα στον ίδιο το Ζ, αντί στην Ε αε. Νόμιμος ο ισχυρισμός (iii) του A.

Θεμελιώνεται ευθύνη της πληρώτριας τράπεζας έναντι του εκδότη Α, γιατί πλήρωσε δίγραμμη επιταγή σε πρόσωπο που δεν ήταν πελάτης της. Νόμιμος ο ισχυρισμός (iii) του A.

Θεμελιώνεται ευθύνη της πληρώτριας τράπεζας έναντι της Ε αε γιατί μη νόμιμα πλήρωσε την επιταγή στο Ζ και διευκόλυνε την ατασθαλία του.

Η λευκή οπισθογράφηση είναι έγκυρη. Η οπισθογράφηση Γ προς Δ είναι λευκή. Η λευκή οπισθογράφηση δεν διακόπτει τη σειρά των οπισθογραφήσεων (άρθ. 16 παρ.2).

Η οπισθογράφηση σε τράπεζα ισχύει ως εξόφληση. Το ότι ο ίδιος ο Ζ οπισθογραφεί στην τράπεζα επιβεβαιώνει ότι εισπράττει την επιταγή ατομικά και όχι ως όργανο της Ε αε (άρθ. 15 παρ. 4).

Αν και τελευταίος κομιστής εξ οπισθογραφήσεως ήταν η Ε αε, την επιταγή εμφάνισε για πληρωμή και εισέπραξε ο Ζ ενεργώντας ατομικά για λογαριασμό του και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της Ε αε. Ο Ζ δεν νομιμοποιείτο να εισπράξει ατομικά την επιταγή. Νόμιμος ο ισχυρισμός (ii) του Α.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εμπορικό Δίκαιο Ι: Γενικό Μέρος – Αξιόγραφα
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2010 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Β
  • Μορφή εξέτασης: Άγνωστο
  • Διανομή: Άγνωστο
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Διδάσκοντες ακαδ. έτος 2009–10

Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το 2009–10. Διδάσκοντες άλλων ετών στη σελίδα του μαθήματος.

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.