Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο – Ιούλιος 2012

Θέματα

Ιστορικό

Στις 17.5.2012 ο αγρότης Χ, οδηγώντας αυτοκίνητο που ανήκε κατά κυριότητα στην εκμισθώτρια εταιρία Ε και με συνεπιβαίνουσα τη σύζυγό του Σ, χρησιμοποίησε αγροτικό δρόμο, προκειμένου να φθάσει νωρίτερα στον αγρό που καλλιεργούσε. Κατά την κίνησή του στον ως άνω αγροτικό δρόμο, πλησίασε αφύλακτη ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, την οποία δεν αντιλήφθηκε παρά μόνο όταν βρέθηκε πάνω στις σιδηροτροχιές, ένεκα του ότι οι τοπικοί υπάλληλοι του ΟΣΕ, Υ και Φ, δεν μερίμνησαν για την ύπαρξη της απαιτούμενης σήμανσης με τοποθέτηση προειδοποιητικής πινακίδας και εξαιτίας του ότι οι σιδηροτροχιές ήταν καλυμμένες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους με τσιμέντο και έτσι δεν ήταν ορατές για τους ευρισκομένους στην αγροτική οδό. Ο Χ αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τη διερχόμενη αμαξοστοιχία, την οποία οδηγούσε ο Ο, ενώ βρισκόταν με το αυτοκίνητό του επί των σιδηροτροχιών και σε απόσταση μόλις 80 μέτρων από αυτήν. Ο οδηγός Ο έκανε χρήση των ηχητικών οργάνων του συρμού, με αποτέλεσμα η συνεπιβαίνουσα Σ να εξέλθει του αυτοκινήτου και να σωθεί, ο Χ όμως καταλήφθηκε από πανικό, με αποτέλεσμα η αμαξοστοιχία να παρασύρει το αυτοκίνητο και ο Χ να θανατωθεί.

Ερωτάται

1. Έχει η Σ αξίωση αποζημίωσης για έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου ύψους 1.500 ευρώ, καθώς και για τη στέρηση διατροφής της ιδίας, και κατά ποιων; (Ευθύνη ΟΣΕ, Υ, Φ, Ο)

2. Δεδομένου ότι η Σ προσέλαβε μετά τον θάνατο του συζύγου της εργατικό προσωπικό που εργάσθηκε για τη συγκομιδή των καρπών στον αγρό και κατέβαλε σε αυτούς συνολικά ημερομίσθια ύψους 800 ευρώ, έχει αξίωση για την καταβολή του ποσού αυτού;

3. Έχει η εταιρεία Ε αξίωση αποζημίωσης κατά της Σ για την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου;

4. Αν ο Χ την 1.5.2010 είχε εγγυηθεί εγγράφως, και παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως, υπέρ του αδελφού του Α για την καταβολή κάθε οφειλής από τη δανειακή σύμβαση που συνήψε την 1.5.2010 ο αδελφός του Α με την τράπεζα Τ, δικαιούται η Τ να στραφεί κατά της Σ για τις τρεις τελευταίες χρεωλυτικές δόσεις του δανείου, για τις οποίες είχε καταστεί υπερήμερος ο Α; Αν η Σ καταβάλει προς την Τ, έχει δικαίωμα να απαιτήσει τα καταβληθέντα από τον Α;

Απαντήσεις

Ενδεικτικές Απαντήσεις από τον Φαίδωνα Βαρέση (όπως δημοσιεύθηκαν στην πηγή).

1) Θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στα πρόσωπα για τα οποία ζητείται να εξεταστεί η ευθύνη. Εν προκειμένω, μπορούν να γίνουν οι ακόλουθες διακρίσεις:

Ως προς τους υπαλλήλους Υ και Φ: Η αξίωση αποζημίωσης για τα έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου στηρίζεται στο άρθρο 928 ΑΚ, το οποίο έχει ως προϋπόθεση εφαρμογής του την στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης με βάση τα άρθρα ΑΚ 914 επ. Εξεταστέες είναι εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α, ήτοι το παράνομο, η υπαιτιότητα, η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Στην περίπτωση των Υ και Φ συντρέχουν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις καθώς από αμέλειά τους δεν μερίμνησαν για την ύπαρξη της απαιτούμενης σήμανσης στη σιδηροδρομική διάβαση κάτι το οποίο αποτελεί παραβίαση των υποχρεώσεων πρόνοιας και προστασίας των συμφερόντων των άλλων και η συμπεριφορά αυτή αποδοκιμάζεται από το σύνολο του θετικού δικαίου και τους σκοπούς του (δεν μπορεί εδώ να υποστηριχθεί η παραβίαση των κανόνων του ΚΟΚ για την σήμανση γιατί αυτοί δεν προστατεύουν τουλάχιστον και ιδιωτικά συμφέροντα). Επιπλέον των προϋποθέσεων του παρανόμου και της υπαιτιότητας συντρέχει και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του θανάτου και της ζημιογόνου συμπεριφοράς καθώς, σύμφωνα με το ιστορικό του πρακτικού η έλλειψη σήμανσης στην αφύλακτη διάβαση ήταν το καθοριστικό γεγονός που οδήγησε στο θάνατο του Χ. Συνεπώς, οι Υ και Φ ευθύνονται αδικοπρακτικά για τον θάνατο του Χ και συνακόλουθα πληρούται το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 928 ΑΚ και άρα η Σ μπορεί να ζητήσει από τους Υ και Φ τα έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου συνολικά 1500 ευρώ. Επιπλέον μπορεί να απαιτήσει με βάση την ίδια διάταξη και την διατροφή την οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου εδικαιούτο από τον σύζυγό της Χ.

Ως προς τον ΟΣΕ: Εν προκειμένω ο ΟΣΕ μπορεί να ευθύνεται με βάση την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ για την ευθύνη του προστηθέντος. Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία εν προκειμένω υπάρχει αφού ο προστήσας τελεί σε σχέση εργασίας με τον προστηθέντα και άρα υφίσταται η απαραίτητη σχέση εξαρτήσεως μεταξύ τους, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ κάτι που όπως δεχθήκαμε παραπάνω εδώ υφίσταται σε σχέση με τους Υ και Φ γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί σύμφωνα με την θεωρία των τυπικών κινδύνων, οι οποίοι επιρρίπτονται στον προστηθέντα. Επομένως, ο ΟΣΕ ευθύνεται αδικοπρακτικά ως προστηθείς με βάση το άρθρο 922 ΑΚ και άρα η Σ μπορεί να ζητήσει και από τον ΟΣΕ τα εν λόγω κονδύλια ύψους 1500 ευρώ και την διατροφή, την οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου εδικαιούτο από τον σύζυγό της Χ.. Επιπλέον, ευθύνη μπορεί να στοιχειοθετηθεί με βάση το γεγονός ότι οι ράγες ήταν καλυμμένες με τσιμέντο κάτι το οποίο μείωνε την ορατότητα για τον οδηγό.

Ο οδηγός Ο δεν ευθύνεται αδικοπρακτικά για τον θάνατο του Χ καθώς εν προκειμένω δεν συντρέχει η προϋπόθεση της υπαιτιότητας αφού όπως προκύπτει από το ιστορικό του πρακτικού έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την αποτροπή του κινδύνου και άρα δεν συντρέχει στο πρόσωπό του ούτε η ελαφρά αμέλεια.

Συμπερασματικά, η Σ μπορεί να ζητήσει τα έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου από τους ΟΣΕ, Υ και Φ, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον κατά το άρθρο 926 ΑΚ. Επομένως η Σ μπορεί να απαιτήσει από οιονδήποτε από τους παραπάνω τα κονδύλια, τα οποία θα εισπράξει όμως μια φορά. Στην περίπτωση που ο ΟΣΕ καταβάλλει τα κονδύλια έχει δικαίωμα να ζητήσει το συνολικό ποσό από τους Υ και Φ με βάση την διάταξη του άρθρου 625 ΑΚ για την ευθύνη του εργαζομένου για μη επιμελή εκτέλεση της εργασίας του.

Τέλος δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος καθώς το γεγονός ότι ο Χ πανικοβλήθηκε και δεν βγήκε από το αυτοκίνητο δεν μπορεί να του καταλογισθεί και συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας ως προς αυτόν.

2) Η αξίωση της Σ για το εν λόγω κονδύλιο των 800 ευρώ από την σύμβαση έργου με το εργατικό προσωπικό για την συγκομιδή των καρπών από τον αγρό μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 928 ΑΚ (in fine), εφόσον αποδειχθεί ότι η συγκομιδή των καρπών αποτελεί παροχή υπηρεσιών του θανόντος συζύγου Χ στην Σ. Η συγκομιδή των καρπών και η γενικότερη φροντίδα του αγρού, λόγω του επαγγέλματός του ως αγρότη μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποτελεί συμμετοχή στις οικογενειακές δαπάνες με βάση τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ. Με βάση τη συλλογιστική αυτή, η Σ μπορεί να ζητήσει και το κονδύλιο αυτό σύμφωνα με τα υπό 1 εκτεθέντα.

Ωστόσο, εν προκειμένω είναι πολύ δύσκολη η απόδειξη του αιτιώδους συνδέσμου καθώς η αιτιώδης διαδρομή μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας-κονδυλίου των 800 ευρώ είναι πολύ μακρά και θέτει πολλά και δυσεπίλυτα προβλήματα αποδείξεως.

3) Το ερώτημα αυτό έχει σχέση με την κατανομή του κινδύνου για την καταστροφή του μισθίου. Η καταστροφή του μισθίου είναι τυχαία όταν αυτή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του μισθωτή ή του εκμισθωτή αλλά σε υπαιτιότητα κάποιου τρίτου (εν προκειμένω των Υ, Φ και ΟΣΕ). Κατ’ αρχήν τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής του μισθίου τον φέρει ο εκμισθωτής, ο οποίος είναι και κύριος του μισθίου και άρα αυτός θα πρέπει να φέρει όλες τις δυσμενείς συνέπειες από την καταστροφή του.

Ο μισθωτής σύμφωνα με τις διατάξεις για την σύμβαση μίσθωσης (592, 594, 599 ΑΚ) έχει την υποχρέωση να μην κάνει κακή χρήση του μισθίου, χωρίς να ευθύνεται για φθορές και μεταβολές από την συμφωνημένη χρήση καθώς και την παρεπόμενη υποχρέωση για απόδοση του μισθίου μετά την λήξη της μίσθωσης. Εν προκειμένω, ο Χ ως μισθωτής, δεν προέβη σε κακή χρήση του μισθίου αφού η επιλογή του αγροτικού δρόμου για την πρόσβαση στον αγρό του δεν αντιφάσκει με την επαγγελματική του ιδιότητα ως αγρότη και με την μίσθωση του αυτοκινήτου για την χρήση του στον αγρό όπως υποθέτουμε. Με την τυχαία καταστροφή του μισθίου ο Χ υπεισέρχεται σε ανυπαίτια αδυναμία παροχής ως προς απόδοση του μισθίου και άρα με βάση το άρθρο 336 ΑΚ απαλλάσσεται από την υποχρέωση απόδοσης του μισθίου και άρα από την υποχρέωση αποζημίωσης της Ε για την καταστροφή του. Συνεπώς, η Σ ως καθολική διάδοχος του Χ, τόσο στο ενεργητικό όσο και στο παθητικό της περιουσίας του δεν ευθύνεται σε αποζημίωση για την καταστροφή του αυτοκινήτου, η οποία είναι τυχαία καθώς οφείλεται σε αλλότριο σφάλμα.

Επιπλέον, και εκ διαφορετικής σκοπιάς, η εκμισθώτρια Ε έχει την υποχρέωση κατάληψης του μισθίου και παροχής της χρήσης του καθ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης με βάση το άρθρο 575 ΑΚ. Με την καταστροφή του μισθίου λόγω υπαιτιότητας των Υ και φ η Ε επέρχεται σε αδυναμία παροχής, η οποία όμως δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του μισθωτή και άρα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 381 παρ. 1 για την ευθύνη του μισθωτή. Συνεπώς και με βάση αυτή τη σκέψη η Σ δεν οφείλει αποζημίωση στην εκμισθώτρια ε για την καταστροφή του μισθίου.

Τέλος, με βάση την διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ και τον κανόνα της αμοιβαίας απαλλαγής αφενός η Ε απαλλάσσεται από την υποχρέωση κατάλειψης του μισθίου και παραχώρησης της χρήσης του, αφετέρου, η Σ απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των λοιπών μισθωμάτων.

4) Η εγγύηση την οποία ο Χ συνήψε με την τράπεζα Τ ως δανείστρια του αδελφού του Α, με την ταυτόχρονη παραίτηση από την ένσταση διζήσεως του άρθρου 855 ΑΚ, δεν λήγει με τον θάνατο του εγγυητή αλλά συνεχίζει να υφίσταται και μετά τον θάνατό του στο πρόσωπο των κληρονόμων του εν προκειμένω της Σ.

Η παραίτηση από την ένσταση διζήσεως δίνει στον δανειστή το δικαίωμα να στραφεί απευθείας κατά του εγγυητή χωρίς να είναι απαραίτητο να στραφεί πρώτα κατά του πρωτοφειλέτη. Η δυνατότητα αυτή δεν μετατρέπει όμως τον εγγυητή σε εις ολόκληρον οφειλέτη σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη.

Με βάση τα παραπάνω η τράπεζα τα μπορεί να στραφεί κατά της Σ για τις τρεις τελευταίες χρεωλυτικές δόσεις του δανείου για τις οποίες είχε καταστεί υπερήμερος ο Α χωρίς η τελευταία να μπορεί να αντιτάξει την ένσταση διζήσεως από την οποία είχε παραιτηθεί ο Χ με την σύναψη της εγγύησης.

Εφόσον η Σ καταβάλλει στην Τ τις τρεις τελευταίες χρεωλυτικές δόσεις του δανείου για τις οποίες είχε καταστεί υπερήμερος ο Α, με βάση την διάταξη του άρθρου 858 ΑΚ υποκαθίσταται ex lege στα δικαιώματα του δανειστή εφόσον έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη.

Εφόσον στο ιστορικό του πρακτικού δεν ορίζεται ποια ήταν η έννομη σχέση που συνέδεε τον Χ με τον Α οφείλουμε να υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη έννομη σχέση μεταξύ του Α και της Σ ως καθολικής διαδόχου του Χ. Με βάση αυτή τη παραδοχή η σχέση που συνδέει την Σ και τον Α είναι αυτή του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων ΑΚ 904 επ. Συγκεκριμένα, ο Α κατέστη πλουσιότερος με ζημία και από την περιουσία της Σ η οποία κατέβαλε στην δανείστρια Τ νομίμως με βάση την σύμβαση εγγύησης, όμως μ’ αυτόν τον τρόπο κατέστησε αδικαιολόγητα πλουσιότερο τον Α χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού (βούληση, νόμος ή αντάλλαγμα) αφού μεταξύ τους δεν υπήρχε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οποιαδήποτε έννομη σχέση.

Συνεπώς, η Σ έχει αναγωγικό δικαίωμα κατά του Α και υποκαθίσταται βάσει του 858 ΑΚ ex lege στα δικαιώματα του δανειστή έναντι του πρωτοφειλέτη Α.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2012 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Διδάσκοντες ακαδ. έτος 2011–12

Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το 2011–12. Διδάσκοντες άλλων ετών στη σελίδα του μαθήματος.

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.