Κλιμάκιο Α΄.
Θέμα 1
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή καταδολίευσης κατά των Β και Γ και ζήτησε τη διάρρηξη της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας που είχε συνάψει ο Β προς τον Γ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Η απόφαση επιδόθηκε από τον Α στον Β στις 20.5.2014, ο οποίος άσκησε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης στις 26.6.2014, την οποία έστρεψε κατά του Α και κατά του Γ, επικαλούμενος εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνος του άρθρου 939 ΑΚ. Ο Γ άσκησε έφεση στις 30.6.2014 και επικαλέσθηκε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, την οποία έστρεψε μόνον κατά του Α. Την ημέρα της δικασίμου εμφανίσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο Α, ο Γ, αλλά και ο Β. Ο Α ισχυρίσθηκε ως προς την έφεση του Γ (α) ότι αυτή είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, άλλως η έφεση είναι απαράδεκτη λόγω μη απεύθυνσής της και κατά του Β. Ως προς την έφεση του Β, ο Α ισχυρίσθηκε ότι αυτή είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Ο Γ ισχυρίσθηκε ότι η έφεση του Β είναι απαράδεκτη, επειδή στρέφεται και εναντίον του, ενώ για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρίσθηκε με την έφεσή του ότι η αγωγή του Α έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 946 ΑΚ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε τις δύο εφέσεις και, αφού απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς, απέρριψε αυτές στη συνέχεια ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Ο Β στη συνέχεια άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την οποία έστρεψε μόνον κατά του Α, και επικαλέσθηκε παραβίαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, ενώ ο Γ αμέλησε να ασκήσει αναίρεση. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση και ανέπεμψε την αγωγή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Στην ορισθείσα δικάσιμο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο Β δεν εμφανίσθηκε και το δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, δίχως να συμμετάσχει ο Γ.
Ερωτάται
α) Έπραξε ορθώς ή όχι, και γιατί, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προς την απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών των Α και Γ;
β) Έπραξε ορθώς ή όχι, και γιατί, το δικαστήριο ως προς την εξέταση και την εν συνεχεία απόρριψη των δύο ως άνω εφέσεων ως κατ’ ουσίαν αβάσιμων;
γ) Είναι ορθή η απόφαση του Αρείου Πάγου που συζήτησε την αναίρεση μεταξύ των Α και Β;
δ) Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση του Β ως ανυποστήρικτη;
ε) Πώς γίνεται η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που διατάσσει τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας;
Θέμα 2
Ιστορικό
Η ανώνυμη εταιρία Ο ενάγει το πιστωτικό ίδρυμα Π και ζητεί να διαγνωσθεί η ανυπαρξία της οφειλής της από χορηγηθέν δάνειο. Έπειτα από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής, το Π ασκεί αγωγή κατά του Ε, κύριου μετόχου της Ο, ο οποίος είχε εγγυηθεί την αποπληρωμή του δανείου, και ζητεί την καταδίκη του στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού από το δάνειο. Κατά την εκδίκαση της αγωγής του Π κατά του Ε παρεμβαίνει υπέρ του Ε ένας άλλος μέτοχος, ο Σ. Ο Ε, προς αντίκρουση της αγωγής του Π, ισχυρίζεται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ότι η οφειλή αποσβέσθηκε έπειτα από την κατάρτιση συμβάσεων αφέσεως χρέους μεταξύ της Ο και του Π (ΑΚ 454). Το δικαστήριο απέρριψε την παρέμβαση του Σ ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, καθώς και τον ισχυρισμό του Ε ως ουσία αβάσιμο, και έκανε δεκτή την αγωγή του Π ως ουσία βάσιμη. Η απόφαση κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή. Το Π επιδίδει στις 10.3.2014 αντίγραφο του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση στους Ε και Σ. Οι τελευταίοι ασκούν έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ο μεν Ε στις 2.4.2014, ο δε Σ στις 5.4.2014, και επικαλούνται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την κρίση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του Π. Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του, ο Ε υποβάλλει με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του εκ νέου τον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση του Σ ως απαράδεκτη και εκείνη του Ε ως αβάσιμη. Ήδη, στις 20.4.2014, το Π κατάσχει ένα ακίνητο του Ε. Ο τελευταίος ασκεί ανακοπή στις 5.5.2014 κατά της κατασχέσεως, προβάλλοντας ως λόγο ανακοπής τον ισχυρισμό περί αποσβέσεως της απαιτήσεως του Π διά συμψηφισμού με ανταπαίτηση της Ο, στον οποίο είχε προβεί η τελευταία με εξώδικη δήλωση πριν από την έναρξη των δικαστικών αγώνων. Προσκομίζει μάλιστα (ο Ε) και τη σχετική εξώδικη δήλωση της Ο. Παράλληλα, ο Ε προσβάλλει με αίτηση αναιρέσεως την πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατ’ αυτόν έχει πλέον καταστεί τελεσίδικη, και ταυτόχρονα ζητεί την αναστολή της εκτελεστότητάς της.
Ερωτάται
α) Επηρεάζει η αγωγή της Ο κατά του Π την εκδίκαση της αγωγής του Π κατά του Ε ή, αντίστροφα, επηρεάζει η δεύτερη αγωγή την εκδίκαση της πρώτης;
β) Εάν ο Ε επιθυμεί τη συμμετοχή της Ο στη δίκη επί της αγωγής του Π εναντίον του, καθώς και την καταδίκη της στην απόδοση σε αυτόν του όποιου ποσού καταδικασθεί αυτός να καταβάλει στο Π, πώς πρέπει να ενεργήσει δικονομικώς;
γ) Είναι ορθή η απόρριψη της εφέσεως του Σ;
δ) Προβάλλεται παραδεκτώς ο ισχυρισμός του Ε σε δεύτερο βαθμό;
ε) Μπορεί ο Σ να πλήξει την εναντίον του επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση και, εάν ναι, για ποιον λόγο;
ζ) Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο επί του λόγου της ανακοπής του Ε;
η) Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως του Ε;
Οδηγίες εξέτασης
Από τα δύο θέματα θα δοθούν απαντήσεις στο ένα.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΣΕΠ 2014 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Εξεταστές: Πανταζόπουλος, Τσικρικάς
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)
