Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Ιούλιος 2013 (Κλιμάκιο Μ-Ω)

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α άσκησε κατά των Β και Γ στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 20.000 ευρώ από σύμβαση πωλήσεως (ενδοσυμβατική ευθύνη) και το ποσό των 40.000 ευρώ από αδικοπραξία (κλοπή). Το δικαστήριο δίκασε την αγωγή κατ’ αντιμωλία. Εξέδωσε απόφαση με την οποία δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή στο σύνολό της. Ο Β άσκησε έφεση κατά της απόφασης, την οποία έστρεψε κατά του Α και του Γ. Ζήτησε να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη και να απορριφθεί η αγωγή του Α. Ως λόγο έφεσης επικαλέστηκε την εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, με λεπτομερή αναφορά των σφαλμάτων της αποφάσεως. Ο Α ζήτησε την απόρριψη της εφέσεως, επικαλούμενος την ορθότητα της προσβαλλόμενης. Πρόσθεσε, πάντως, ότι οι αξιώσεις του κατά των Β και Γ στηρίζονται σε κάθε περίπτωση (επικουρικώς) και στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκδικάζοντας την αίτηση του Β, δέχθηκε ότι ο ενάγων Α δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη. Κατόπιν τούτου εξαφάνισε την απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη σε σχέση με την αξίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη. Ως προς την αδικοπραξία, δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε μερικώς την προσβαλλόμενη κατά το ποσό των 20.000 ευρώ. Παράλληλα, απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθέντα τον ισχυρισμό του Α για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ερωτάται

1. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή του Α ως απαράδεκτη κατά το πρώτο σκέλος;

2. Παραδεκτώς απηύθυνε την έφεση ο Β κατά του Γ;

3. Η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ωφελεί τον Γ;

4. Ορθώς έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Α για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό;

Θέμα 2

Ιστορικό

Ο Α έχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία ο Β, ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης εταιρείας Ε, καταδικάστηκε να του καταβάλει 20.000 ευρώ λόγω αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης. Ο Α την 1η Μαρτίου 2013 επιδίδει στην εταιρεία Ε κατασχετήριο, με το οποίο την επιτάσσει να μην καταβάλει στον Β, μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ, το αναλογούν σε αυτόν μερίδιο από τα κέρδη της χρήσης. Η εταιρεία Ε δεν προβαίνει σε δήλωση. Ενόψει της σιωπής της Ε, ο Α στις 3 Απριλίου του ίδιου έτους ασκεί εναντίον της ανακοπή, ζητώντας την καταβολή σε αυτόν του ποσού των 20.000 ευρώ. Κατά τη συζήτηση της ανακοπής η Ε ισχυρίζεται ότι: α) η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αφού αυτή δεν είναι αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, β) η ανακοπή είναι εκπρόθεσμη, γ) η αξίωση επί των κερδών είναι ακατάσχετη και δ) η αξίωση του Α κατά του Β έχει ούτως ή άλλως παραγραφεί.

Ερωτάται

1. Είναι βάσιμοι οι τρεις πρώτοι ισχυρισμοί της Ε;

2. Παραδεκτά προτείνονται από την εταιρεία Ε ο τρίτος και ο τέταρτος ισχυρισμός;

3. Στην περίπτωση που, συμπληρωματικά, ως μέσο εκτέλεσης της συγκεκριμένης απαίτησης, ζητηθεί με αυτοτελή αγωγή του Α η προσωπική κράτηση του Β, τι θα αποφασίσει το δικαστήριο;

Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α ασκεί αγωγή κατά του Β, στην οποία σωρεύει αξίωση από δάνειο που καταγγέλθηκε και αξίωση από σχέση εντολής. Η αγωγή γίνεται δεκτή και ως προς τις δύο αξιώσεις. Κατά της αποφάσεως, που επιδίδεται με πρωτοβουλία του Α, ο Β ασκεί έφεση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την εντολή. Μετά την πάροδο εξαμήνου από την επίδοση της αποφάσεως ο Β ασκεί πρόσθετους λόγους εφέσεως και ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αφορά το δάνειο. Έφεση και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως πρόκειται να συζητηθούν μετά από ένα εξάμηνο. Στο μεταξύ, δύο μήνες μετά την επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, ο Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε σχέση με την αξίωση από το δάνειο. Μετά την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, κατ’ εντολή του Α επιβάλλεται αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο του Β. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Β φρονεί ότι η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται παρανόμως, αφού εκκρεμούν ακόμα προς συζήτηση έφεση και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη του δεν χρειάζεται να λάβει χώρα άλλη ενέργεια. Ο πλειστηριασμός γίνεται και υπερθεματιστής αναδεικνύεται ο Γ, που κατέβαλε το πλειστηρίασμα. Στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλλονται οι Δ, Ε και ΣΤ για απαιτήσεις τους που ισχυρίζονται ότι διατηρούν κατά του Β. Ο Δ διαθέτει για την απαίτησή του εκτελεστό τίτλο. Αντίθετα, οι Ε και ΣΤ δεν διαθέτουν για τις απαιτήσεις τους εκτελεστό τίτλο ή κάποιο έγγραφο. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει πίνακα κατατάξεως, στον οποίο κατατάσσει αποκλειστικά τον Α με την ιδιότητα του κατασχόντος. Δεν κατατάσσεται ο Δ λόγω μη υπάρξεως άλλου πλειστηριάσματος, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη οι αναγγελίες των Ε και ΣΤ.

Μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού εκδίδεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που δέχεται πλήρως την έφεση του Β. Εξαφανίζει την προσβαλλόμενη και απορρίπτει την αγωγή.

Ερωτάται

1. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σε σχέση με το κεφάλαιο για το δάνειο;

2. Επηρεάζει η έκβαση της δευτεροβάθμιας δίκης το κύρος του πλειστηριασμού και την εν γένει νομική κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε με τη διενέργεια του πλειστηριασμού;

3. Ήταν νομικά ορθή η θεώρηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Β;

4. Ορθώς κατετάγη μόνο ο κατασχών;

5. Παραδεκτώς δεν ελήφθησαν υπόψη οι αναγγελίες των Ε και ΣΤ;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα 3 θέματα να απαντηθούν τα 2.

Οι απαντήσεις πρέπει να είναι αιτιολογημένες.

Δεν επιτρέπεται η χρήση σχολιασμένων κωδίκων.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2013 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Β (Κλιμάκιο Μ-Ω)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Πανταζόπουλος, Δεληκωστόπουλος
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *