Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Σεπτέμβριος 2019 (Κλιμάκιο Α)

Σημείωση: Στην πηγή (nomowiki.gr) το θέμα αυτό δημοσιεύθηκε μαζί με τα θέματα «Ιούνιος 2019» του ίδιου μαθήματος.

Θέμα Ι

Ιστορικό

Ο Α ασκεί αγωγή κατά του Β με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας ενός ακινήτου, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχε αποκτήσει με διαθήκη από τον πατέρα του Π, καθώς και την απόδοσή του (ΑΚ 1094). Προς υποστήριξη του Β παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη, τηρώντας τους νόμιμους τύπους, ο Ψ, στον οποίο ο Β είχε παραχωρήσει τη χρήση του ακινήτου. Οι Α, Β και Ψ καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Ο Β ισχυρίζεται ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου πριν από τον θάνατο του Π με έκτακτη χρησικτησία. Ο Ψ προβαίνει σε γενική άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, ενώ με το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσης επί των προτάσεων επικαλείται ακυρότητα της διαθήκης, επειδή αυτή δεν έφερε την ιδιόχειρη υπογραφή του διαθέτη Π. Το δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό του Ψ περί ακυρότητας της διαθήκης και κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του Α, τον αναγνωρίζει ως κύριο μέρους του ακινήτου και διατάσσει την απόδοση του μέρους αυτού στον ενάγοντα. Ο Α επιδίδει την πρωτόδικη απόφαση στους Β και Ψ. Ο Β αφήνει να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, ενώ ο Ψ ασκεί εμπρόθεσμα έφεση, την οποία στρέφει κατά του Α, προβάλλοντας ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ο Ψ προβάλλει και πάλι τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της διαθήκης του Π λόγω έλλειψης ιδιόχειρης υπογραφής και προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει ένορκη βεβαίωση του Μ. Προτάσεις καταθέτει και ο Β, ο οποίος παρίσταται μετά από κλήτευσή του και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η διεκδικητική αγωγή είναι ουσία αβάσιμη, γιατί είχε δικαίωμα κατοχής (ΑΚ 1095) στο ακίνητο βάσει έγκυρης σύμβασης μισθώσεως από τον Α, η οποία αποδεικνύεται με προσκομιζόμενο από τον Β μισθωτήριο έγγραφο. Ο εφεσίβλητος Α ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι η έφεση είναι απαράδεκτη, διότι δεν στράφηκε και κατά του Β, και επίσης ότι σε κάθε περίπτωση αυτός απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία σε βάρος του Β. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου εφέσεως, κρίνει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και την απορρίπτει. Έπειτα από την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο Β ενάγει τον Α για τη διάγνωση του δικαιώματος κατοχής επί του ακινήτου με βάση τη σύμβαση μίσθωσης.

Ερωτάται

α) Πώς χαρακτηρίζεται ο ισχυρισμός του Α στον πρώτο βαθμό και ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως;

β) Ασκεί παραδεκτώς έφεση ο Ψ;

γ) Προβάλλεται παραδεκτώς ο ισχυρισμός του Ψ στη δίκη της εφέσεως;

δ) Προβάλλει παραδεκτώς ισχυρισμούς ο Β στην κατ’ έφεση δίκη;

ε) Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο επί του δεύτερου ισχυρισμού του Α;

ζ) Είναι ορθή η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο;

η) Επηρεάζει η απόφαση του τελευταίου την κρίση ως προς την αγωγή του Β κατά του Α;

Θέμα ΙΙ

Ιστορικό

Ο Α άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή διάρρηξης καταδολιευτικής σύμβασης (ΑΚ 939), που συνήφθη μεταξύ των εναγομένων Β, κατοίκου Αθηνών, και Γ, κατοίκου Σπάρτης, ισχυριζόμενος ότι ο Β, οφειλέτης του ενάγοντος Α, μεταβίβασε το μοναδικό του ακίνητο, αξίας 50.000 ευρώ, προκειμένου να μην ικανοποιήσει την απαίτηση του Α, ποσού 40.000 ευρώ, από δάνειο. Την ημέρα της δικασίμου ο Β δεν κατέθεσε προτάσεις στο δικαστήριο, ενώ ο Γ ισχυρίσθηκε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του: α) ότι το δικαστήριο είναι αφενός καθ’ ύλην αναρμόδιο και η αγωγή υπάγεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και αφετέρου κατά τόπον αναρμόδιο, διότι η ως άνω απαλλοτριωτική σύμβαση καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, β) ότι δεν γνώριζε ότι ο Β του μεταβίβασε το ακίνητο προς βλάβη του Α, διότι αυτός (ο Β) του είχε αναφέρει ότι πωλεί το ακίνητο για να εκπληρώσει φορολογικές υποχρεώσεις του, όπως και έγινε. Το δικαστήριο δέχθηκε ως προς τον Β, λόγω της ερημοδικίας του, τεκμήριο ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής του Α, ενώ ως προς τον Γ εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι Α και Γ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και διέταξε τη μερική διάρρηξη της ως άνω σύμβασης. Κατά της προαναφερθείσας απόφασης άσκησε ο Β ανακοπή ερημοδικίας, ισχυριζόμενος ότι δεν γνώριζε πότε θα συζητηθεί η επιδοθείσα σε αυτόν από τον Α αγωγή, αφού αυτός (ο Α) δεν τον είχε κλητεύσει στη σχετική συζήτηση. Ο Α άσκησε έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, την οποία έστρεψε κατά του Γ, και ζήτησε, επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η απόφαση και να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του, κλήτευσε δε στη σχετική δίκη της έφεσης και τον Β. Έφεση άσκησε και ο Γ, την οποία έστρεψε κατά των Α και Β, επικαλούμενος ότι το αίτημα της αγωγής είναι μη νόμιμο, και ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης και την εν όλω απόρριψη της αγωγής του Α. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Γ ως αβάσιμη. Ο Γ άσκησε στη συνέχεια αναίρεση, την οποία έστρεψε κατά του Α και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεσή του, κλητεύοντας στη σχετική συζήτηση και τον Β, και επικαλούμενος ως αναιρετικό λόγο τον εξ αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στον ισχυρισμό του ότι αγνοούσε ότι η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε προς βλάβη του Α και ότι το τίμημα της πώλησης προορίσθηκε για την εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων του Β. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και παρέπεμψε προς εκδίκαση την υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση του Γ.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφασίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τους ισχυρισμούς του Γ περί καθ’ ύλην και κατά τόπον αναρμοδιότητάς του;

β) Πώς χαρακτηρίζεται ο υπό β) ισχυρισμός του Γ και ποιος φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης;

γ) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχτηκε τεκμήριο ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής του Α ως προς τον μη εμφανισθέντα Β;

δ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την ανακοπή ερημοδικίας του Β;

ε) Είναι παραδεκτή η έφεση του Α κατά του Γ;

ζ) Ποια θα έπρεπε να είναι η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την έφεση του Γ;

η) Είναι ορθή η απόφαση του Αρείου Πάγου επί της αναίρεσης του Γ;

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΣΕΠ 2019 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *