Θέμα 1
Η Υποτιμολόγηση ως πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, έννοια και προϋποθέσεις.
Θέμα 2
Η εταιρεία Α έχει κατοχυρώσει σε όλες τις χώρες της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης αλλά και στην Ελλάδα εθνικά εμπορικά σήματα για την ένδειξη Chivas για ουίσκι και αλκοολούχα ποτά με βάση το ουίσκι. Ο Β εισάγει φιάλες Chivas από τον Καναδά στην Ελλάδα όπου και τις διαθέτει στην αγορά χωρίς την άδεια της εταιρείας Α.
ο Γ εισάγει από τη Γερμανία στην Ελλάδα ουίσκι Chivas, το αναμιγνύει με ανθρακούχο μεταλλικό νερό, το συσκευάζει σε δικές του φιάλες και το εμπορεύεται με την εμπορική ονομασία Chivas Mist χωρίς την άδεια της εταιρείας Α. Η εταιρεία ερωτά αν μπορεί να εμποδίσει νομικά στις πιο πάνω δραστηριότητες των Β και Γ.
Θέμα 3
«Σοκολάτα με γέμιση βανίλιας σε σχήμα επίμηκες και ελικοειδές (σαν πλεξούδα) που απαρτίζεται από περισσότερα τμήματα ευκόλως αποσπώμενα το ένα από το άλλο για να μπορεί να κόβεται εύκολα κομμάτι-κομμάτι και να καταναλώνεται τμηματικά» μπορεί να προστατευτεί με κάποιο ή κάποια δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας;
Να απαντηθούν όλα τα θέματα.
Χρήση ασχολίαστων κωδίκων επιτρέπεται.
Ενδεικτικές Απαντήσεις
(Συνοπτικές απαντήσεις καθηγητών ανηρτημένενες στο e-class)
Θέμα 1
Βλπτ. Ν.Κ. Ρόκας, Βιομ.Ιδ., 2η εκδ. 2011, σελ. 203 επ., παρ. 33.ΙΙΙ.3.
Υποτιμολόγηση είναι η πώληση προϊόντων κάτω του κόστους. Όμως, είναι δυσχερές να αποδειχθεί ποιο είναι το κόστος ενός προϊόντος, ενώ ακόμα κι όταν μπορεί να αποδειχθεί το κόστος αυτός μπορεί να είναι διαφορετικό για κάθε επιχείρηση.
Η βασική αρχή είναι η οικονομική ελευθερία και η ελευθερία του ανταγωνισμού. Γι’ αυτό η επιχείρηση είναι κατ’ αρχήν ελεύθερη να πωλεί τα προϊόντα της ακόμα και κάτω του κόστους, χωρίς τούτο να ενέχει ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, ούτε αθέμιτο ανταγωνισμό. Π.χ. πολλές φορές μια επιχείρηση, αντί να επενδύσει ένα ποσό σε διαφήμιση, προτιμά να διαθέσει το ίδιο ποσό απευθείας στους καταναλωτές προσφέροντας προϊόντα σε πολύ χαμηλές τιμές, ή ακόμα και δωρεάν, προκειμένου να τα γνωρίσουν οι καταναλωτές. Εξάλλου, οι πωλήσεις κάτω του κόστους αποβαίνουν σε όφελος των καταναλωτών.
Όμως, κατ’ εξαίρεση και μόνο με τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων οι πωλήσεις κάτω του κόστους μπορεί να ενέχουν αντίθεση στα χρηστά ήθη και να είναι αθέμιτες. Τέτοιες ειδικές περιστάσεις μπορεί να συντρέχουν, π.χ. όταν αποδεικνύεται πρόθεση (υποκειμενικά) ή κίνδυνος (αντικειμενικά) για εκτοπισμό των ανταγωνιστών, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία μονοπωλίου και τη μεταγενέστερη αύξησης των τιμών, χωρίς την πίεση του ανταγωνισμού που θα έχει στο μεταξύ καταλυθεί. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως ιδίως αν οι πωλήσεις κάτω του κόστους διαρκούν για εκτεταμένο χρονικό διάστημα, οπότε προκαλείται διακινδύνευση της αγοράς. Χρειάζεται λοιπόν μια στάθμιση συμφερόντων ανάμεσα στην οικονομική ελευθερία αφενός και το γενικό συμφέρον για εύρυθμη λειτουργία του ανταγωνισμού αφετέρου.
Ιδίως πρέπει να γίνει η συσχέτιση ανάμεσα στην προσέγγιση της υποτιμολόγησης από την άποψη του αθέμιτου ανταγωνισμού (που στηρίζεται στα χρηστά ήθη), αλλά και από την άποψη του ελεύθερου ανταγωνισμού (που στηρίζεται στις έννοιες της δεσπόζουσας θέσης, της οικονομικής αποτελεσματικότητας και του συμφέροντος των καταναλωτών). Στο ζήτημα της υποτιμολόγησης η επιρροή του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού συνίσταται κυρίως στο επιχείρημα ότι για την αξιολόγηση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη (αθέμιτο) πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και η δυνατότητα της επιχείρησης που υποτιμολογεί τα προϊόντα της να ανακτήσει μακροπρόθεσμα την απώλεια εσόδων από την υποτιμολόγηση. Αν δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκτησης αυτής της απώλειας εσόδων, δεν θα συντρέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη. Δηλαδή, ακόμα κι αν αρχικά εκτοπιστούν κάποιοι ανταγωνιστές λόγω της υποτιμολόγησης, μπορεί κάλλιστα να εμφανιστούν άλλοι που θα πάρουν τη θέση τους και έτσι τελικά ο ανταγωνισμός να μην τρωθεί ουσιαστικά και να μην μπορέσει η επιχείρηση που υποτιμολογεί να αυξήσει τις τιμές και να ανακτήσει τα έσοδα που απώλεσε από την υποτιμολόγηση.
Η υποτιμολόγηση είναι αθέμιτη και όταν, λόγω άλλων ειδικών περιστάσεων, είναι παραπλανητική. Π.χ. όταν η πολύ ευνοϊκή προσφορά ενός προϊόντος χρησιμοποιείται για να προκαλέσει την πεπλανημένη εντύπωση ότι όλα τα προϊόντα που πωλεί η συγκεκριμένη επιχείρηση είναι πολύ φθηνά.
Θέμα 2
Πρόκειται για το πρόβλημα της ανάλωσης του δικαιώματος στο σήμα που ρυθμίζεται από το αρ. 128 ν. 4072/12. Το πρόβλημα αυτό συχνά αναφέρεται και με τον όρο παράλληλες εισαγωγές.
Μια απλοϊκή (αλλά ούτε ακριβής, ούτε ολοκληρωμένη) απάντηση (εν μέρει μόνο σωστή) είναι ότι οι παράλληλες εισαγωγές είναι νόμιμες μόνο μεταξύ των κρατών – μελών της ΕΕ και παράνομες όταν προέρχονται από τρίτη χώρα. Αυτή η απάντηση δεν είναι πλήρης, γιατί ακόμα και παράλληλες εισαγωγές από χώρα της ΕΕ μπορεί να είναι παράνομες: Έχει σημασία το πώς βρέθηκε το προϊόν στη χώρα της ΕΕ από την οποία εισάγεται. Αν στη χώρα αυτή εισήχθη παράνομα από άλλη τρίτη χώρα, τότε και η παραπέρα κυκλοφορία του σε άλλες χώρες της ΕΕ εξακολουθεί να είναι παράνομη.
Η ολοκληρωμένη και ακριβής απάντηση προϋποθέτει παρουσίαση των προϋποθέσεων της ανάλωσης του αρ. 128 ν. 4072/12. Κυρίως έχει σημασία αν το προϊόν το έθεσε σε κυκλοφορία στη χώρα από την οποία εισάγεται ο ίδιος ο σηματούχος, ή τρίτος με τη συγκατάθεσή του. Ανάλωση στο δικαίωμα στο σήμα επέρχεται όταν τα προϊόντα θέτει σε κυκλοφορία ο ίδιος ο δικαιούχος του σήματος ή τρίτο πρόσωπο που ενεργεί με τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, στην ανάλωση εφαρμόζεται η αρχή της εδαφικότητας. Δηλαδή, η ανάλωση επέρχεται μόνο σε σχέση με τη συγκεκριμένη αγορά στην οποία ο δικαιούχος του σήματος έθεσε σε κυκλοφορία τα συγκεκριμένα προϊόντα. Για άλλες αγορές δεν επέρχεται ανάλωση. Ειδικά σε σχέση με τα κράτη – μέλη της ΕΕ το αρ. 128 παρ. 1 προβλέπει ότι η θέση σε κυκλοφορία των προϊόντων έστω και σε ένα μόνο κράτος – μέλος επιφέρει ανάλωση του δικαιώματος και στα άλλα κράτη – μέλη (κοινοτική ή ενωσιακή ανάλωση). Αυτό είναι σύμφωνο και με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της ΕΕ που θεσπίζει η ΣΛΕΕ. Όμως, από το ίδιο το αρ. 128 παρ. 1 προκύπτει εξ αντιδιαστολής ότι δεν επέρχεται ανάλωση, όταν ο δικαιούχος του σήματος θέτει τα προϊόντα σε κυκλοφορία σε τρίτη χώρα εκτός ΕΕ.
Το βέβαιο είναι ότι ο Β κάνει μη νόμιμη παράλληλη εισαγωγή από τρίτη χώρα εκτός ΕΕ. Στην περίπτωση του Β το δικαίωμα στο σήμα δεν έχει αναλωθεί. Άρα πρόκειται για προσβολή σήματος και μπορεί να απαγορευτεί, ενώ ο Γ.
Ο Γ πιθανόν να κάνει νόμιμη (κατ’ αρχήν) παράλληλη εισαγωγή από χώρα της ΕΕ. Πρέπει όμως να εξεταστεί και αν στη χώρα εισαγωγής (Γερμανία, χώρα ΕΕ) το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία από το σηματούχο ή με τη συγκατάθεσή του. Αν λ.χ. τα συγκεκριμένα προϊόντα είχαν εισαχθεί παράνομα στη Γερμανία (π.χ. από το Καναδά), η παραπέρα εισαγωγή τους στην Ελλάδα δεν τα νομιμοποιεί και εξακολουθούν να παραμένουν παράνομα.
Όμως, στην περίπτωση του Γ, ακόμα και αν τα προϊόντα τέθηκαν σε κυκλοφορία στη Γερμανία με τη συγκατάθεση του σηματούχου, η παράλληλη εισαγωγή τους στην Ελλάδα είναι τελικά μη νόμιμη με βάση την παρ. 2 του αρ. 128 ν. 4072/12. Τούτο, διότι πρόκειται για ανασυσκευασία και αλλοίωση της ποιότητας του προϊόντος. Παρά το ότι η παράλληλη εισαγωγή είναι κατ’ αρχήν νόμιμη με βάση την παρ. 1 του αρ. 128, ωστόσο συντρέχει η εξαίρεση της παρ. 2 του αρ. 128, καθώς επηρεάζεται τόσο η λειτουργία προέλευσης όσο και η εγγυητική λειτουργία.
Επίσης, ανεξάρτητα από την εφαρμογή της παρ. 2 του αρ. 128, η χρήση του όρου CHIVAS MIST προκαλεί κίνδυνο σύγχυσης με το καταχωρημένο σήμα CHIVAS. Δεν χρησιμοποιείται το σήμα, αλλά αλλοιώνεται με την προσθήκη του όρου MIST. Πρέπει να αναλυθούν συνοπτικά οι προϋποθέσεις για τη συνδρομή κινδύνου σύγχυσης. Δηλαδή: βαθμός προσοχής του κοινού, σύγκριση ενδείξεων (CHIVAS – CHIVAS MIST), σύγκριση προϊόντων (ουίσκι και αλκοολούχο ποτό με βάση το ουίσκι) και συνολική εκτίμηση όλων των πιο πάνω παραγόντων. Σε παρόμοιες περιπτώσεις κατά κανόνα θεμελιώνεται κίνδυνος σύγχυσης. Αν θεωρηθεί ότι το σήμα CHIVAS διαθέτει φήμη, θα συντρέχει και προσβολή της φήμης του. Πρέπει να αναλυθούν συνοπτικά οι προϋποθέσεις για την προσβολή της φήμης.
Θέμα 3
Μια ολοκληρωμένη απάντηση πρέπει να επισημαίνει τα εξής:
– ποια είναι τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας: α. δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, β. υπόδειγμα χρησιμότητας, γ. βιομηχανικό σχέδιο, δ. εμπορικό σήμα, ε. απλό διακριτικό γνώρισμα.
– ποιες είναι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την απόκτηση κάθε ενός από τα πιο πάνω δικαιώματα και συνοπτική ανάλυσή τους, π.χ. i) στην ευρεσιτεχνία: το νέο της εφεύρεσης, η βιομηχανική εφαρμογή, η εφευρετική δραστηριότητα, ii) στο βιομηχανικό σχέδιο: στοιχείο εξωτερικής διαμόρφωσης, βιομηχανική εφαρμογή, αισθητικός χαρακτήρας, το νέο του σχεδίου, ο ατομικός χαρακτήρας, iii) στο σήμα: διακριτική ικανότητα και επίσης πρέπει να σχολιαστεί ειδικά το απόλυτο απαράδεκτο που σχετίζεται με το σχήμα του προϊόντος όταν επιτελεί τεχνική λειτουργία ή προσδίδει οικονομική αξία, κλπ.
– δεν αρκεί απλή μνεία των πιο πάνω ουσιαστικών προϋποθέσεων, αλλά χρειάζεται και μια συνοπτική αλλά εύστοχη παρουσίαση και ανάλυσή τους.
– τέλος, χρειάζεται μια νομική υπαγωγή: δηλαδή μια προσπάθεια εφαρμογής των ουσιαστικών προϋποθέσεων στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή στα χαρακτηριστικά του προϊόντος που μας δίνει το πρακτικό. Ποιο από όλα τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας είναι πιο πρόσφορο στην συγκεκριμένη περίπτωση για την προστασία που θέλουμε; Μπορεί και κανένα.
Δεν αρκεί να πει κανείς ότι π.χ. πρόκειται για βιομηχανικό σχέδιο, κλπ. αν δεν το τεκμηριώνει με αναφορά στις ουσιαστικές προϋποθέσεις.
Δεν έχει τόσο σημασία το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει κανείς όσο η σωστή αιτιολόγησή του.
Ιδίως σε σχέση με το αν μπορεί το σχήμα του προϊόντος να αποτελέσει σήμα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Κατ’ αρχήν οι καταναλωτές συνήθως αναγνωρίζουν τα προϊόντα από το λεκτικό τους όνομα και όχι από το σχήμα τους. Γι’ αυτό η θεμελίωση της διακριτικής ικανότητας είναι συνήθως κάπως δυσχερέστερη όταν πρόκειται για το σχήμα του προϊόντος. Θα πρέπει να πρόκειται για ένα σχήμα αρκετά πρωτότυπο, ώστε να μπορεί να διαφοροποιήσει το συγκεκριμένο προϊόν από τα άλλα ομοειδή. Πρωτότυπο θεωρείται οτιδήποτε αποκλίνει σημαντικά από τα συνήθη πρότυπα της αγοράς. Ακόμα, υπάρχει το ειδικό απόλυτο απαράδεκτο του αρ. 123 παρ. 1 εδαφ. ε’ ν. 4072/12 που αναφέρεται στο σχήμα που είναι αναγκαίο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος, ή προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν. Σχήμα που προσδίδει ουσιαστική αξία θα μπορεί ενδεχομένως να προστατευτεί ως βιομηχανικό σχέδιο (αν συντρέχουν οι οικείες προϋποθέσεις), αλλά όχι ως σήμα. Τα ίδια ισχύουν αναλόγως και για την προστασία του σχήματος του προϊόντος ως απλή (μη κατατεθειμένο) διακριτικό γνώρισμα κατ’ αρ. 13 ν. 146/14. Όμως, στην περίπτωση του αρ. 13 ν. 146/14 πρέπει, επιπλέον, το σχήμα να έχει επικρατήσει στις συναλλαγές, σύμφωνα με την παρ. 3 και δεν αρκεί να διαθέτει απλώς διακριτική ικανότητα (απαιτείται και επικράτηση στις συναλλαγές).

