Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Σεπτέμβριος 2020 (Κλιμάκιο Μ-Ω)

Θέμα Ι

Ιστορικό

Ο Α ασκεί κατά του Β διεκδικητική αγωγή ακινήτου, επικαλούμενος συμβατική κτήση κυριότητας. Υπέρ του Β παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη, τηρώντας τους νόμιμους τύπους, ο Μ, στον οποίο ο Β είχε εκμισθώσει το ακίνητο. Οι Α και Μ καταθέτουν εμπροθέσμως προτάσεις, ενώ ο Β παραλείπει την κατάθεση προτάσεων. Ο Α ισχυρίζεται με το δικόγραφο των προτάσεών του ότι σε κάθε περίπτωση απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και κατά τους κανόνες της τακτικής χρησικτησίας. Το δικαστήριο απορρίπτει τον αγωγικό ισχυρισμό του Α περί συμβατικής κτήσης της κυριότητας ως νόμω αβάσιμο, ωστόσο κάνει δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι ο Α απέκτησε την κυριότητα κατά τους κανόνες της τακτικής χρησικτησίας, και καταδικάζει τον Β στην απόδοση του ακινήτου. Ο Α, ο οποίος ουδέποτε επέδωσε την απόφαση στους Β και Μ, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Μ τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Ο Β ασκεί στη συνέχεια αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης, την οποία στρέφει κατά του Α, προβάλλοντας ως λόγο την εσφαλμένη θεμελίωση της κρίσης περί της βασιμότητας της αγωγής στον ισχυρισμό περί της κτήσης της κυριότητας από τον Α με τακτική χρησικτησία.

Ερωτάται

α) Επισπεύδεται ορθά αναγκαστική εκτέλεση από τον Α;

β) Ασκείται παραδεκτά η αίτηση αναίρεσης του Β;

γ) Σε ποιον λόγο στηρίζεται η αίτηση αναίρεσης;

δ) Εάν υποτεθεί ότι ο Β παραιτείται από το δικαίωμά του προς άσκηση ενδίκων μέσων, έχει δικαίωμα προς άσκηση αίτησης αναίρεσης ο Μ;

Θέμα ΙΙ

Ιστορικό

Το πιστωτικό ίδρυμα Τ ασκεί κατά του Ο, ως οφειλέτη, και κατά του Ε, ως εγγυητή, αγωγή με αίτημα την καταδίκη τους σε απόδοση δανείου ποσού 500.000 ευρώ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη κατά το άρθρο 179 ΑΚ, ο δε Ο προτείνει επικουρικά σε συμψηφισμό ανταπαίτηση κατά του Τ από άλλη αιτία, ποσού 300.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κάνει δεκτή εν μέρει την αγωγή, δεχόμενο την ένσταση συμψηφισμού, και κηρύσσει την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 200.000 ευρώ. Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκεί έφεση ο Ο, ισχυριζόμενος ότι, σε κάθε περίπτωση, η σύμβαση δανείου είναι ακυρώσιμη λόγω πλάνης. Έφεση ασκεί και το Τ, την οποία στρέφει κατά του Ο, επικαλούμενο, μεταξύ άλλων, ότι η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του Ο έχει ήδη αποσβεσθεί με σύμβαση άφεσης χρέους και ότι εκ παραδρομής δεν προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο σχετικός ισχυρισμός. Προς απόδειξη της βασιμότητας του λόγου εφέσεως του Ο προσκομίζεται η ένορκη βεβαίωση του Μ, ενώ προς απόδειξη του λόγου εφέσεως του Τ προσκομίζεται το έγγραφο της σύμβασης αφέσεως χρέους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται τον λόγο της εφέσεως του Ο περί πλάνης ως παραδεκτό και βάσιμο και στη συνέχεια απορρίπτει την αγωγή. Την έφεση του Τ την κρίνει ως παραδεκτή, αλλά απορρίπτει τον λόγο αυτής περί αποσβέσεως της ανταπαίτησης του Ο ως απαράδεκτο. Εν τω μεταξύ, μετά την άσκηση της εφέσεώς του και πριν από την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το Τ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ε.

Ερωτάται

α) Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς το παραδεκτό του λόγου εφέσεως του Ο;

β) Είναι παραδεκτή η έφεση του Τ; Αν όχι, ποιος λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται;

γ) Είναι ορθή η απόρριψη ως απαραδέκτου του λόγου εφέσεως, ο οποίος στηρίζεται στον ισχυρισμό του Τ περί αποσβέσεως της ανταπαίτησης του Ο;

δ) Πώς θα μπορούσε να είχε αποφύγει ο Ε την εναντίον του επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης;

Θέμα ΙΙΙ

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Β με αίτημα την καταβολή ορισμένου ποσού για δαπάνες από εργασία, που πραγματοποιήθηκαν με βάση τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξέδωσε οριστική απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή του Α. Η εταιρεία Β άσκησε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Κατά τη συζήτηση της έφεσης η εκκαλούσα εταιρεία Β δεν εμφανίστηκε. Η ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε λόγω της ερημοδικίας της εταιρείας Β. Εν συνεχεία, η εταιρεία άσκησε ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης του Εφετείου. Επικαλέσθηκε ανωτέρα βία λόγω εμπύρετης λοίμωξης του πληρεξούσιου δικηγόρου της. Η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε. Στη συνέχεια, ο Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, με την επίδοση αντιγράφου του απογράφου της πρωτόδικης απόφασης στη Β και την κατάσχεση ενός ακινήτου του ομόρρυθμου εταίρου της Ο.

Ερωτάται

α) Η ασκηθείσα έφεση της Β απορρίφθηκε ορθά από το Εφετείο; Η εν λόγω απόρριψη της έφεσης έγινε για τυπικούς λόγους ή κατ’ ουσίαν;

β) Ορθά έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας την ανακοπή ερημοδικίας της Β; Με ποια κριτήρια εξετάστηκε το ζήτημα της μη παράστασης του πληρεξούσιου δικηγόρου της;

γ) Στην περίπτωση που η εταιρεία Β επιθυμεί να ασκήσει αναίρεση, κατά ποιων αποφάσεων μπορεί να στραφεί;

δ) Κατάσχεται νομίμως το ακίνητο του Ο;

Οδηγίες εξέτασης

Να δοθούν απαντήσεις στα 2 από τα 3 ερωτήματα.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 18 ΣΕΠ 2020, 11:00–12:30 (πρόγραμμα εξεταστικής της Σχολής)
  • Σειρά: Β (Κλιμάκιο Μ-Ω)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Τσικρικάς, Δεληκωστόπουλος, Τριανταφύλλου
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.