Θέμα 1
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά του Β με αίτημα την καταβολή ορισμένου ποσού λόγω μη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης. Ο Β με τις προτάσεις του ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης και επικουρικώς αβάσιμης. Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Κατά της αποφάσεως άσκησε έφεση ο Α, αποδίδοντας στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη. Παράλληλα ο Α πρόβαλε ως λόγο εφέσεως με το δικόγραφο της εφέσεως τον ισχυρισμό ότι η αγωγή του θεμελιώνεται σε κάθε περίπτωση και στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με τις προτάσεις του ο Β ζήτησε την απόρριψη της εφέσεως. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι ο Α δεν είχε έννομο συμφέρον και δεν ήταν επομένως επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως, επειδή η αγωγή του είχε απορριφθεί ως αόριστη. Αντίθετα, δεν αναφέρθηκε στο θέμα του άλλου λόγου εφέσεως για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του Β για το απαράδεκτο της εφέσεως. Σε σχέση με την έφεση του Α, απέρριψε επίσης τον λόγο εφέσεως που αφορούσε την εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης ως ουσία αβάσιμο, δέχθηκε όμως τον λόγο εφέσεως για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Εξαφάνισε την προσβαλλόμενη και δέχθηκε την αγωγή. Ο Β θεωρεί την απόφαση του Εφετείου εσφαλμένη και καταθέτει αίτηση αναιρέσεως. Στη συνέχεια ο Α, με εκτελεστό τίτλο την απόφαση του Εφετείου και μετά την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση των οφειλόμενων και μελλοντικών μισθών εις χείρας του Ε, που είναι ο εργοδότης του Β. Ο Β θεωρεί ότι προστατεύεται από την ασκηθείσα αναίρεση, που θα ευδοκιμήσει με βεβαιότητα.
Ερωτάται
α) Θα είχε ο Β έννομο συμφέρον να ασκήσει ο ίδιος έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου;
β) Ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του Β για το απαράδεκτο της εφέσεως που άσκησε ο Α;
γ) Είναι ορθή η απόφαση του Εφετείου ενόψει και της δικονομικής συμπεριφοράς του Β στην κατ’ έφεση δίκη;
δ) Είναι νόμιμη η κατάσχεση που επέβαλε ο Α;
ε) Είναι νομικά βάσιμη η θέση του Β ότι προστατεύεται σε σχέση με την εκτέλεση από την ασκηθείσα αναίρεση;
Θέμα 2
Ιστορικό
Η εταιρία Α άσκησε κατά των Β και Γ ως απλών ομοδίκων αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν ο καθένας το ποσό των 15.000 ευρώ από πωλήσεις συστημάτων συναγερμού και φύλαξης. Κατά την αγωγή, η πώληση είχε καταρτισθεί με τον εκλιπόντα πατέρα των Β και Γ, τον Π, τον οποίο κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου. Οι Β και Γ παρέστησαν στη δίκη και ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής, αρνούμενοι την ύπαρξη του χρέους. Ισχυρίσθηκαν εξόφληση του σχετικού ποσού από τον πατέρα τους, χωρίς όμως να προσκομίσουν κάποιο έγγραφο. Το δικαστήριο, μετά τη διεξαγωγή αποδείξεων, εξέδωσε απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή της εταιρίας Α. Το δικαστήριο βασίσθηκε στη μαρτυρία του Μ, προϊσταμένου του λογιστηρίου, που εξετάσθηκε με πρωτοβουλία της Α. Η Α επέδωσε την απόφαση μόνο στον Γ, ο οποίος δεν άσκησε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Επτά μήνες μετά την έκδοση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η Α, θεωρώντας ότι επήλθε τελεσιδικία, με τήρηση της νόμιμης προδικασίας επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση με επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως σε περιουσιακά στοιχεία των Β και Γ. Εν τω μεταξύ ο Γ, κατά την τακτοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του πατέρα του Π, ανευρίσκει για πρώτη φορά στο προσωπικό αρχείο του εξοφλητική απόδειξη της Α για το επίδικο χρέος. Λίγο αργότερα, και συγκεκριμένα δέκα μήνες μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, έφεση κατ’ αυτής άσκησε και ο Β για τον λόγο της εσφαλμένης εκτίμησης αποδείξεων. Επικαλέσθηκε την εξοφλητική απόδειξη του πατρός του. Το Εφετείο που επελήφθη της εφέσεως του Β θεωρεί την αγωγή της Α ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής. Χωρίς να ασχοληθεί με τον προβληθέντα λόγο εφέσεως, δέχεται την έφεση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη και απορρίπτει την αγωγή ως προς τον Β ως αόριστη.
Ερωτάται
α) Είναι ορθή η θεώρηση της Α για την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως ως προς τους Β και Γ;
β) Υπάρχει δικονομική δυνατότητα προστασίας του Γ λόγω της ανευρέσεως της εξοφλητικής απόδειξης;
γ) Νομίμως επιχειρήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση από την Α;
δ) Έκρινε ορθά το Εφετείο σε σχέση με την έφεση του Β;
ε) Η απόφαση του Εφετείου θα επηρεάσει τη θέση του Γ;
Θέμα 3
Ιστορικό
Η κατασκευαστική εταιρία Α πώλησε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νομίμως, στον Β διαμέρισμα και συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του τιμήματος σε δόσεις. Η τελευταία δόση, ποσού 30.000 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την παράδοση του διαμερίσματος πλήρως αποπερατωμένου έως 31/05/2017, δηλαδή με το «κλειδί». Την 1η Ιανουαρίου του 2017 η Α ζήτησε από τον Β την καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι το διαμέρισμα είχε πλήρως αποπερατωθεί. Παρέδωσε προς τούτο και σχετική βεβαίωσή της (δηλαδή της ίδιας της Α και συγκεκριμένα του εργολάβου της Α) προς τον Β. Ο Β θεωρεί ότι το διαμέρισμα έχει ακόμα ατέλειες και αρνείται την καταβολή του σχετικού ποσού. Κατόπιν τούτου η Α, με τήρηση της νόμιμης προδικασίας, επιδίδει επιταγή προς εκτέλεση στον Β και επισπεύδει κατ’ αυτού αναγκαστική εκτέλεση. Επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο κυριότητας του Β που βρίσκεται στην Κρήτη. Ο Β ασκεί κατόπιν τούτου αρνητική αναγνωριστική αγωγή κατά της Α, με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει το τίμημα των 30.000 ευρώ, φρονώντας ότι αυτό αποτελεί την κατάλληλη νομική ενέργεια. Δύο μέρες μετά την κατάσχεση ο Β ασκεί επίσης ανακοπή του άρθρου 933 και ζητά την ακύρωση της κατασχέσεως με τον ισχυρισμό ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της υπάρξεως βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως. Η Α στη συνέχεια οδηγεί το πράγμα στον πλειστηριασμό, που λαμβάνει χώρα με ανάδειξη τρίτου ως υπερθεματιστή. Μόλις μετά τον πλειστηριασμό εκδίδεται απόφαση επί της ανακοπής του Β, που την έκανε δεκτή με την αποδοχή του σχετικού λόγου. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Στο μεταξύ, στον πίνακα κατατάξεως που συντάχθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού για το ακίνητο της Κρήτης κατατάσσεται αποκλειστικά η Α ως το πρόσωπο που επέσπευσε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, καίτοι σ’ αυτήν είχαν αναγγελθεί και άλλοι δανειστές.
Ερωτάται
α) Έκρινε ορθά το δικαστήριο της ανακοπής;
β) Η μεταγενέστερη ευδοκίμηση της ανακοπής με έκδοση τελεσίδικης απόφασης θα επηρεάσει το κύρος του πλειστηριασμού που είχε λάβει χώρα;
γ) Παραδεκτώς ασκήθηκε η αρνητική αναγνωριστική αγωγή με το συγκεκριμένο αίτημα;
δ) Ορθώς έλαβε όλο το πλειστηρίασμα η εταιρία Α;
Οδηγίες εξέτασης
Από τα τρία θέματα θα πρέπει να απαντηθούν τα δύο.
Επιτρέπονται ασχολίαστοι κώδικες.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
- Ημερομηνία εξέτασης: 17 ΣΕΠ 2019, 09:00–11:00 (πρόγραμμα εξεταστικής της Σχολής)
- Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

