Κλιμάκιο Α – Θέμα 1
Ιστορικό
Οι συνεκμισθωτές Α και Β ενός ακινήτου ζήτησαν με την από 22-4-2015 αγωγή τους, που απεύθυναν κατά των Γ και Δ συμμισθωτών, την αναπροσαρμογή του μισθώματος από 600 €, που είχε συμφωνηθεί μηνιαίως με τη σχετική σύμβαση μίσθωσης πράγματος, σε 950 €. Κατά τη συζήτηση της αγωγής δεν εμφανίστηκαν ο Β και ο Γ. Το δικαστήριο συζήτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναπροσάρμοσε το μίσθωμα σε 700 € μηνιαίως. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε από τον Α στον Γ στις 30-4-2017. Ο Β άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης στις 2-6-2017, την οποία έστρεψε κατά των Α, Γ και Δ, και, επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε να εξαφανισθεί η απόφαση και να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή τους. Ο Γ άσκησε στις 4-6-2017 έφεση κατά της ως άνω απόφασης, την οποία έστρεψε κατά του Α, και, επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση και να απορριφθεί εν όλω η εναντίον τους ασκούμενη αγωγή.
Ερωτάται
α) Είναι παραδεκτή η έφεση του Β;
β) Θα μπορούσε ο Γ να ζητήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης για κάποιο λόγο;
γ) Είναι παραδεκτή η έφεση του Γ από άποψη προθεσμίας και παθητικής νομιμοποίησης;
δ) Αν ο Γ ασκούσε, αντί για έφεση, αντέφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και ζητούσε να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, θα ήταν παραδεκτή;
Κλιμάκιο Α – Θέμα 2
Ιστορικό
Ο Α ασκεί κατά του Β διεκδικητική αγωγή ακινήτου, επικαλούμενος συμβατική κτήση κυριότητας. Υπέρ του Β παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη, τηρώντας τους νόμιμους τύπους, ο Μ, στον οποίο ο Β είχε εκμισθώσει το ακίνητο. Ο Α και ο Μ καταθέτουν εμπροθέσμως προτάσεις, ενώ ο Β παραλείπει την κατάθεση προτάσεων. Ο Α ισχυρίζεται με το δικόγραφο των προτάσεών του ότι σε κάθε περίπτωση απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και κατά τους κανόνες της τακτικής χρησικτησίας. Το δικαστήριο απορρίπτει τον αγωγικό ισχυρισμό του Α για συμβατική κτήση κυριότητας ως νόμω αβάσιμο, ωστόσο κάνει δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι ο Α απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου κατά τους κανόνες της τακτικής χρησικτησίας, και καταδικάζει τον Β στην απόδοση του ακινήτου. Ο Α, ο οποίος ουδέποτε επέδωσε την απόφαση στους Β και Μ, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Μ τρία χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης. Ο Β ασκεί στη συνέχεια αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης, την οποία στρέφει κατά του Α, προβάλλοντας ως λόγο την εσφαλμένη θεμελίωση της κρίσεως περί της βασιμότητας της αγωγής στον ισχυρισμό περί κτήσεως της κυριότητας κατά τους κανόνες της τακτικής χρησικτησίας.
Ερωτάται
α) Επισπεύδεται ορθώς αναγκαστική εκτέλεση από τον Α;
β) Ασκείται παραδεκτά η αίτηση αναιρέσεως του Β;
γ) Σε ποιον λόγο στηρίζεται η αίτηση αναιρέσεως;
δ) Εάν υποτεθεί ότι ο Β παραιτείται από το δικαίωμά του στην άσκηση ενδίκων μέσων, έχει δικαίωμα προς άσκηση αναιρέσεως ο Μ;
ε) Μπορεί ο Μ να προσβάλει την εναντίον του επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, για ποιο λόγο και σε ποια προθεσμία;
Κλιμάκιο Α – Θέμα 3
Ιστορικό
Ο Α άσκησε κατά του Β αγωγή με αίτημα την καταβολή ποσού 300.000 € ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Ο Β αρνήθηκε α) ότι τον βαρύνει υπαιτιότητα για την πρόκληση της ζημίας και β) ότι η ζημία ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό και υποστήριξε ότι αυτή δεν υπερβαίνει το ποσό των 50.000 €. Επικουρικά προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Α ήταν συνυπαίτιος κατά ποσοστό 80% στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς ως αβάσιμους, απέρριψε τον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του Α ως ουσία αβάσιμο και έκανε δεκτή την αγωγή. Ο Β άσκησε έφεση κατά της απόφασης, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και γι’ αυτό απέρριψε τους ως άνω α) και β) ισχυρισμούς του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο Β με τις προτάσεις του επανέφερε τον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του Α που είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό, ενώ ο Α, προς αντίκρουση της έφεσης, επικαλέστηκε αποδεικτικά έγγραφα που δεν είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στον πρώτο βαθμό. Το Εφετείο δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε εν μέρει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταδίκασε τον Β στην καταβολή του ποσού των 80.000 €. Στη συνέχεια ο Α, τηρώντας τη νόμιμη προδικασία, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Β και επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του Τ απαίτησης του Β κατά του Τ από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου. Μετά την επίδοση του κατασχετηρίου στον Β, αυτός εκχωρεί την κατασχεθείσα απαίτησή του στον Ε, ο οποίος αγνοεί την κατάσχεση που επιβλήθηκε στα χέρια του Τ.
Ερωτάται
α) Παραδεκτά ο Β επαναφέρει με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό του περί συνυπαιτιότητας;
β) Μπορεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να λάβει υπόψη του έγγραφα που επικαλέστηκε ο Α για πρώτη φορά ενώπιόν του;
γ) Μπορεί να ζητήσει νομίμως ο Ε την καταβολή του ποσού της εκχωρηθείσας απόφασης από τον Τ;
δ) Ο Τ θεωρεί ότι η απαίτηση του Β κατ’ αυτού που κατασχέθηκε δεν υπάρχει, διότι ο Β δεν έχει εκπληρώσει με τον προσήκοντα τρόπο τις υποχρεώσεις του από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου. Σε ποιες δικονομικές ενέργειες πρέπει να προβεί;
Κλιμάκιο Β – Θέμα 1
Ιστορικό
Ο Α απέκτησε συμβατικώς λόγω πωλήσεως από τον Β ακίνητό του που κείται σε παραθαλάσσια περιοχή. Ορισμένο χρονικό διάστημα αργότερα ο Α διαπίστωσε ότι δεν ήταν επιτρεπτή η ανοικοδόμηση επ’ αυτού κατοικίας, όπως επιθυμούσε. Μετά τούτο άσκησε αγωγή με αίτημα την ακύρωση της δικαιοπραξίας πωλήσεως λόγω απάτης που μετήλθε ο Β, που τον είχε διαβεβαιώσει, κατά τους ισχυρισμούς του Α, για τη δυνατότητα οικοδομήσεως. Εκδόθηκε απόφαση που δέχθηκε αμετακλήτως την αγωγή και ακύρωσε τη δικαιοπραξία λόγω απάτης. Στη συνέχεια ο Α άσκησε και αγωγή αποζημιώσεως κατά του Β με επίκληση της απάτης κατά την κατάρτιση της σχετικής δικαιοπραξίας (άρθρο 194 ΑΚ). Ισχυρίστηκε ότι υπέστη ζημία, γιατί έχασε επωφελή ευκαιρία αγοράς άλλου ακινήτου. Το δικαστήριο απέρριψε τη δεύτερη αγωγή ως αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν διαπίστωσε την ύπαρξη απάτης κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας πωλήσεως. Η έφεση που άσκησε ο Α δεν είχε αποτέλεσμα.
Ο Α θεωρεί τη δεύτερη απόφαση εσφαλμένη ως αντιφατική της πρώτης και επιθυμεί να την προσβάλει με αναψηλάφηση.
Ερωτάται
α) Τι φρονείτε;
β) Ανεξαρτήτως του θέματος υπό Α, πώς αντιμετωπίζεται μετά την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως η επίκληση ή η παράλειψη επικλήσεως εκ μέρους του ηττηθέντος διαδίκου υπάρξεως προηγούμενης τελεσίδικης αποφάσεως μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που είχε κρίνει για την ίδια υπόθεση με προσόντα ουσιαστικού δεδικασμένου;
Κλιμάκιο Β – Θέμα 2
Ιστορικό
Ο Α άσκησε στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά του Β με αίτημα να καταδικαστεί να του καταβάλει το ποσό των 30.000 € ως υπόλοιπο τιμήματος από πώληση προϊόντος που έγινε τον Απρίλιο του 2013 και ποσό 20.000 € που αφορούσε δάνειο τρίμηνης προθεσμίας που είχε δοθεί στις αρχές του 2014. Κατά τη συζήτηση της αγωγής δεν παρέστη ο Β, καίτοι είχε κλητευθεί. Εκδόθηκε απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της. Με πρωτοβουλία του Α έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης στον Β τον Ιανουάριο του 2015. Κατά της αποφάσεως άσκησε εμπρόθεσμα έφεση ο Β, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί τον Δεκέμβριο του 2015. Με την έφεση προσέβαλε αποκλειστικά τη διάταξη της απόφασης που αφορούσε το δάνειο. Μετά την εξέλιξη αυτή ο Α τον Μάιο του 2015 επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε σχέση με το οφειλόμενο τίμημα, με τήρηση της νόμιμης προδικασίας. Ο Β θεωρεί ότι δεν υφίσταται προς τούτο εκτελεστός τίτλος και ουδέν πράττει.
Ερωτάται
α) Επιτρεπτώς επισπεύδει εκτέλεση κατά του Β ο Α;
β) Με βάση τους ισχυρισμούς του (του Β), τι θα έπρεπε να είχε πράξει ο Β;
γ) Η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου θα μπορούσε, με βάση τα δεδομένα του πρακτικού, να είχε προσβληθεί και με ανακοπή ερημοδικίας από τον Β; Εάν ναι, ποια θα ήταν η σχέση ανακοπής ερημοδικίας με την έφεση;
Κλιμάκιο Β – Θέμα 3
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή κατά των Β και Γ ως αναγκαίων ομοδίκων για απόδοση μισθίου στο πλαίσιο συμβάσεως μισθώσεως που είχαν καταρτίσει. Κατά τη συζήτηση της αγωγής οι εναγόμενοι ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής. Εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 50/30-3-2015 απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή. Με πρωτοβουλία του Α η απόφαση επιδόθηκε την 30-05-2015 στον Β, που δεν άσκησε ένσταση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Τον Οκτώβριο του 2015 την απόφαση προσέβαλε με έφεση ο Γ, με λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, κάτι που εξειδίκευε την έφεση. Κατά τους ισχυρισμούς του Γ, η αγωγή ήταν ουσία αβάσιμη. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως του Γ, ο Α ζήτησε την απόρριψη του ένδικου μέσου ως εκπροθέσμως ασκηθέντος, με επίκληση της επιδόσεως της απόφασης στον Β. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση που, χωρίς να εξετάσει τον προβληθέντα λόγο εφέσεως, έκανε δεκτή την έφεση και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Θεώρησε ταυτόχρονα ότι η έφεση είχε ασκηθεί εμπροθέσμως.
Ερωτάται
α) Ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του Α ότι η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως;
β) Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου;
γ) Επηρεάζει η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τη θέση του Β;
δ) Θα μπορούσε ο Α, στο πλαίσιο της εφέσεως του Γ, να είχε ισχυρισθεί παραδεκτώς ότι έχει αξίωση για απόδοση του πράγματος κατά των Β και Γ από την ιδιότητά του ως κυρίου του πράγματος;
Οδηγίες εξέτασης
Από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο.
Επιτρέπονται ασχολίαστοι κώδικες.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΣΕΠ 2017 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

