Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Ιούνιος 2017 (Κλιμάκιο Β)

Θέμα Α

Ιστορικό

Ο Α άσκησε κατά του Β στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή με αίτημα να καταδικαστεί να του καταβάλει το ποσό των 35.000 ευρώ από σύμβαση πωλήσεως ιατρικών αντικειμένων. Επικουρικώς στήριξε την αγωγή του στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για την περίπτωση στην οποία το δικαστήριο ήθελε κρίνει τη σύμβαση πωλήσεως άκυρη. Όπως αναφέρεται στην αγωγή, εξωδικαστικώς το νοσοκομείο Β ισχυριζόταν ότι η σύμβαση πωλήσεως ήταν άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι προδιαγραφές του νόμου. Κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ο Α παρέδωσε τα εμπορεύματα στο νοσοκομείο. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του το Β ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, άλλως ως ουσία αβάσιμης, και ως προς τις δύο βάσεις. Ειδικότερα, σε σχέση με την ουσία της υποθέσεως, αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής.

Εκδόθηκε απόφαση του δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση, ενώ την έκανε δεκτή κατά την επικουρική βάση. Την απόφαση προσέβαλε εμπροθέσμως με έφεση το νοσοκομείο Β. Ως λόγο εφέσεως προέβαλε την εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, ενώ παράλληλα στήριξε την έφεση και στον ισχυρισμό ότι ο πλουτισμός δε σωζόταν πλέον (ΑΚ 909). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση, θεωρώντας ότι η αγωγή κατά την επικουρική βάση ήταν αόριστη, γιατί δεν εκτίθετο σε αυτή η αιτία για την οποία ήταν άκυρη η σύμβαση. Ως εκ τούτου δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη και απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική βάση. Συγχρόνως το Εφετείο επελήφθη της κύριας βάσεως της αγωγής ως προς την πώληση και έκανε πλήρως δεκτή την αγωγή.

Ερωτάται

α) Ενήργησε σωστά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβανόμενο της κύριας βάσεως της αγωγής;

β) Παραδεκτώς προβλήθηκε ως λόγος εφέσεως από το Β ο πραγματικός ισχυρισμός για τη μη διάσωση του πλουτισμού;

γ) Παραδεκτώς απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την αγωγή ως απαράδεκτη σε σχέση με την επικουρική βάση, ενόψει των προβληθέντων λόγων εφέσεως;

Θέμα Β

Ιστορικό

Ο εργολάβος Α κατήρτισε με τον δημόσιο υπάλληλο Β σύμβαση πωλήσεως διαμερίσματος σε υπό κατασκευή πολυκατοικία στην περιοχή του Βύρωνα στην Αθήνα. Συμφωνήθηκε η σταδιακή αποπληρωμή του τιμήματος, που θα ήταν συνάρτηση της βαθμιαίας αποπερατώσεως του διαμερίσματος. Η σύμβαση καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικώς. Η τελευταία δόση του τιμήματος, που ήταν και η μεγαλύτερη και ανερχόταν σε 32.000 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την οριστική αποπεράτωση του διαμερίσματος, ετοίμου και καταλλήλου προς κατοίκηση («με το κλειδί»). Η μη εμπρόθεσμη καταβολή θα συνεπαγόταν την υποχρέωση καταβολής και τόκων. Ο Α απέστειλε επιστολή στον Β και του γνωστοποίησε ότι το διαμέρισμα ήταν πλέον αποπερατωμένο και έτοιμο και τον κάλεσε να καταβάλει το εναπομένον τίμημα με κατάθεση σε λογαριασμό του στην Τράπεζα. Όρισε συγκεκριμένη μέρα, ώστε ο Β να δει το διαμέρισμα και να το παραλάβει. Ο Β μετέβη την προγραμματισθείσα μέρα στο διαμέρισμα και μετά από έλεγχο διαπίστωσε την ύπαρξη αρκετών ατελειών και στο διαμέρισμα και στον περιβάλλοντα χώρο. Αρνήθηκε ως εκ τούτου την καταβολή. Ο Α δε δέχθηκε τις διαπιστώσεις του Β.

Μετά την εξέλιξη αυτή ο Α ζήτησε από τον συμβολαιογράφο να περιαφθεί ο εκτελεστήριος τύπος στο συμβολαιογραφικό έγγραφο και να εκδώσει απόγραφο, κάτι που έγινε. Στη συνέχεια ο Α επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με τήρηση της νόμιμης προδικασίας. Στην επιταγή του ζήτησε την καταβολή των 32.000 ευρώ πλέον τόκων και παράλληλα ζήτησε τόκους επί των τόκων. Ακολούθησε αναγκαστική κατάσχεση άλλου ακινήτου του Β στην Αθήνα. Ο Β άσκησε εμπροθέσμως ανακοπή κατά της επισπευδόμενης εκτελέσεως με λόγο ανακοπής τη μη ύπαρξη βεβαίας και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως. Στη συνέχεια το ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε. Ήδη πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού και εντός των χρονικών ορίων του νόμου (άρθρο 933 παρ. 6) εκδόθηκε απόφαση που απέρριψε την ανακοπή του Β. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση ο Β. Στον υπάλληλο του πλειστηριασμού είχαν αναγγελθεί εμπροθέσμως το Ελληνικό Δημόσιο για απαιτήσεις από φόρο κληρονομίας κατά του Β και δύο πιστωτικά ιδρύματα για απαιτήσεις από καταναλωτικά δάνεια. Υπέβαλαν όλοι παρατηρήσεις στον συμβολαιογράφο ως υπάλληλο του πλειστηριασμού για τον τρόπο κατατάξεως, ως είχαν σχετικό δικαίωμα (άρθρο 974). Ειδικότερα, ο κατάσχων ισχυρίσθηκε ότι εκείνος πρέπει να λάβει όλο το πλειστηρίασμα, που δεν αρκούσε για όλους, αφού είχε και την πρωτοβουλία της κατάσχεσης, ενώ το αντίθετο υποστήριξαν το Δημόσιο και τα πιστωτικά ιδρύματα. Ισχυρίσθηκαν ότι αυτά θα πρέπει να καταταγούν προνομιακά με αποκλεισμό του Α, γιατί ο Α μπορούσε να κατάσχει και το διαμέρισμα ως προς το οποίο υπήρξε η διαφωνία με τον Β. Θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από τον πλειστηριασμό αυτού του διαμερίσματος. Κατά τα λοιπά, τα πιστωτικά ιδρύματα υποστήριξαν ότι δεν υφίσταται απαίτηση του Δημοσίου και επομένως δε θα πρέπει να καταταγεί, ενώ το Δημόσιο υποστήριξε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δε θα πρέπει να καταταγούν, επειδή δεν έχουν δικαστική απόφαση για τις απαιτήσεις τους.

Ερωτάται

α) Έκρινε ορθά το δικαστήριο επί της ανακοπής;

β) Τυχόν ευδοκίμηση της εφέσεως θα επηρεάσει το κύρος του πλειστηριασμού;

γ) Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί που προτείνονται ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού για την κατανομή του πλειστηριάσματος από τον κατάσχοντα, το Δημόσιο και τα πιστωτικά ιδρύματα;

Θέμα Γ

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β στο αρμόδιο δικαστήριο σε σχέση με αξιώσεις του από σύμβαση πώλησης και σύμβαση δανείου. Αξίωσε την καταβολή των ποσών 30.000 € και 40.000 € αντιστοίχως. Ο Β αρνήθηκε την αγωγή σε σχέση και με τις δύο βάσεις. Εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 550/2017 απόφαση, που δέχθηκε την αγωγή κατά το ποσό των 26.000 € ως προς την πώληση και την απέρριψε κατά το υπόλοιπο, ενώ απέρριψε πλήρως και κατ’ ουσία την αγωγή ως προς το δάνειο.

Με πρωτοβουλία του Α η απόφαση επιδόθηκε στον Β. Εντός της νόμιμης προθεσμίας ο Α άσκησε έφεση για το μέρος που απερρίφθη η αγωγή του σε σχέση με την πώληση, δηλαδή για τα 4.000 €. Παράλληλα, μετά την πάροδο της προθεσμίας εφέσεως, επέσπευσε, τηρώντας τη νόμιμη προδικασία, αναγκαστική εκτέλεση για τα 26.000 €. Επίσης ο Α, μετά την πάροδο της προθεσμίας εφέσεως, άσκησε πρόσθετους λόγους και σε σχέση με την απόρριψη της αγωγής κατά το σκέλος που αφορούσε τη σύμβαση δανείου. Από την πλευρά του ο Β άσκησε αντέφεση, ζητώντας να απορριφθούν και οι δύο αγωγές ως απαράδεκτες. Ισχυρίσθηκε ότι μη νομίμως το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, καθότι οι αγωγές ήταν αόριστες. Θεωρεί επίσης μη νόμιμη την επίσπευση της εκτελέσεως, γιατί δεν υφίσταται εκτελεστός τίτλος, και επομένως δε χρειάζεται να κάνει κάτι. Φρονεί επίσης ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως για το ποσό των 4.000 € (άρθρο 466 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 512). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους. Παράλληλα απέρριψε με την ίδια αιτιολογία και την αντέφεση. Σε σχέση με την έφεση, έκανε δεκτό τον λόγο εφέσεως, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη και έκανε δεκτή την αγωγή και κατά το ποσό των 4.000 €.

Ερωτάται

α) Έκρινε ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους εφέσεως του Α;

β) Έκρινε ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αντέφεση του Β ως απαράδεκτη σε σχέση και με τα δύο κεφάλαια της αποφάσεως;

γ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β για το μη επιτρεπτό της εφέσεως για το ποσό των 4.000 €;

δ) Νομίμως επισπεύδεται εκτέλεση κατά του Β που ουδέν πράττει;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο.

Επιτρέπεται η χρήση ασχολίαστου κώδικα.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2017 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Β (Κλιμάκιο Β)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.