Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Ιούλιος 2021 (Κλιμάκιο Μ-Ω)

Θέμα Ι

Ιστορικό

Η κατασκευαστική εταιρεία Ε, η οποία λειτουργεί με τη μορφή της ετερόρρυθμης εταιρείας, ασκεί αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του κυρίου του έργου Κ και ζητεί την καταβολή του οφειλόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος. Ο Κ άσκησε παραδεκτά ανταγωγή κατά της Ε, ζητώντας αποζημίωση λόγω ελαττωματικής κατασκευής του έργου. Προς υποστήριξη της αγωγής της Ε ασκεί παραδεκτά παρέμβαση ο ετερόρρυθμος εταίρος της Τ. Οι Κ και Τ καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις, ενώ η Ε παραλείπει την κατάθεση προτάσεων τόσο επί της αγωγής όσο και επί της ανταγωγής λόγω αιφνίδιας ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου της, η οποία κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων. Ο Κ, προς αντίκρουση της αγωγής της Ε, επικαλείται με το δικόγραφο της προσθήκης επί των προτάσεων την παραγραφή της αγωγικής αξιώσεως. Το δικαστήριο απέρριψε τη μεν αγωγή της Ε ως αόριστη, τη δε ανταγωγή του Κ ως νόμω αβάσιμη.

Ερωτάται

α) Έχουν οι Ε, Τ και Κ δικαίωμα προσβολής της αποφάσεως με τακτικά ένδικα μέσα και, σε καταφατική περίπτωση, με ποια από αυτά;

β) Η εκ μέρους της Ε ή του Κ άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως σχετικά με την κρίση της αγωγής και της ανταγωγής αντίστοιχα παρέχει δυνατότητα ασκήσεως αντεφέσεως στον αντίδικο;

γ) Εάν η Ε παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων, έχει δικαίωμα ο Τ να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως;

δ) Μπορεί ο Κ, προς αντίκρουση της εφέσεως της Ε, να προβάλει και πάλι τον ισχυρισμό περί παραγραφής της αξιώσεως της τελευταίας;

Θέμα ΙΙ

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β με αίτημα την καταδίκη του στην καταβολή αποζημιώσεως από αδικοπραξία. Ο Β προσεπικάλεσε την ασφαλιστική εταιρεία Ε, στην οποία είχε ασφαλισθεί για ευθύνη του από αδικοπραξία, και ζήτησε να καταδικασθεί η Ε να του καταβάλει όποιο ποσόν καταδικασθεί αυτός να καταβάλει στον Α. Η Ε άσκησε παραδεκτώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Β και παρέστη στη δίκη, αρνούμενη την υποχρέωσή της για αποζημίωση του Β σε περίπτωση ήττας του, ισχυριζόμενη ότι αυτός είχε παραβιάσει τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, και ζήτησε την απόρριψη της προσεπίκλησης. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή και την προσεπίκληση και κήρυξε την απόφασή του προσωρινώς εκτελεστή. Ο Α επέδωσε στην Ε αντίγραφο του απογράφου της αποφάσεως αυτής με επιταγή για εκτέλεση και η Ε κατέβαλε στον Α το ποσόν της επιταγής. Στη συνέχεια η Ε άσκησε έφεση κατά των Α και Β, επικαλούμενη ότι το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε την προσεπίκληση, καθώς επίσης ότι η αξίωση του Α ασκείται καταχρηστικά. Ο Α ισχυρίσθηκε ότι η έφεση της Ε είναι απαράδεκτη μετά τη συμμόρφωσή της προς την πρωτοβάθμια απόφαση.

Ερωτάται

α) Νομιμοποιείται η Ε προς άσκηση εφέσεως;

β) Ανεξάρτητα από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, προβάλλεται παραδεκτώς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο ισχυρισμός της Ε περί καταχρηστικότητας;

γ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο Α στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο;

δ) Πώς θα μπορούσε η Ε να αναζητήσει το ποσό που κατέβαλε;

Θέμα ΙΙΙ

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά της εταιρείας Β, με αίτημα την καταδίκη της Β στην καταβολή ορισμένου ποσού για δαπάνες από εργασία, που πραγματοποιήθηκαν με βάση τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξέδωσε οριστική απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή του Α. Η εταιρεία Β άσκησε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως η εκκαλούσα εταιρεία Β δεν εμφανίσθηκε. Η ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε λόγω ερημοδικίας κατά της απόφασης του Εφετείου. Η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε. Μετά την απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας, ο Α επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της Β· συγκεκριμένα, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο της Β για το ποσό που του επιδικάστηκε και ορίσθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός. Ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε και αναδείχθηκε υπερθεματιστής ο Γ. Στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν ο δανειστής Δ, που είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο επίδικο ακίνητο της Β πριν από την κατάσχεση, καθώς και ο Ε ως εγχειρόγραφος δανειστής της Β με εκτελεστό τίτλο τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση. Ο Α πιστεύει ότι η απαίτησή του δεν κινδυνεύει, διότι ο μεν δανειστής Δ δεν μπορεί πλέον μετά τον πλειστηριασμό να τρέψει την προσημείωσή του σε υποθήκη, ο δε εγχειρόγραφος δανειστής Ε υπολείπεται απέναντί του, αφού δεν έχει την ιδιότητα του κατάσχοντος.

Ερωτάται

α) Είναι δυνατή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που απέρριψε την έφεση του Β;

β) Επί τη βάσει ποιου εκτελεστού τίτλου επέσπευσε ο Α αναγκαστική εκτέλεση κατά της Β;

γ) Είναι ορθή η εκτίμηση του Α ως προς την κατάταξη της απαίτησής του σε σχέση με τον προσημειούχο δανειστή Δ;

δ) Είναι ορθή η εκτίμηση του Α ως προς την κατάταξη της απαίτησής του σε σχέση με τον εγχειρόγραφο δανειστή Ε;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα τρία θέματα θα δοθούν απαντήσεις στα δύο.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2021 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Β (Κλιμάκιο Μ-Ω)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.