Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Ιούλιος 2020 – Θέμα 1 από 2

Σημείωση: Στην πηγή υπάρχουν 2 διαφορετικά θέματα με την ίδια ένδειξη «Ιούλιος 2020», χωρίς διάκριση σειράς ή κλιμακίου. Πιθανόν αφορούν διαφορετικές σειρές ή διαφορετικό έτος. Αν γνωρίζετε, ενημερώστε μας.

Θέμα Ι

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί ο Β να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ από ενδοσυμβατική ευθύνη και το ποσό των 40.000 ευρώ από αδικοπραξία (φθορά ξένης ιδιοκτησίας). Το δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη ως προς την απαίτηση από την ενδοσυμβατική ευθύνη για το ποσό των 15.000 ευρώ και κήρυξε προσωρινώς εκτελεστή την απόφαση ως προς αυτή, ενώ για την απαίτηση από την αδικοπραξία ανέστειλε τη συζήτηση της αγωγής μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση από το ποινικό δικαστήριο για το σχετικό έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Ο Β άσκησε έφεση κατά της προσωρινώς εκτελεστής απόφασης και ζήτησε να απορριφθεί εν όλω η αγωγή του Α, προσέβαλε δε επιπλέον και την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που ανέστειλε την εκδίκαση της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι έσφαλε ως προς το θέμα αυτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο Α δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής και, εξαφανίζοντας την απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς την αξίωση από την ενδοσυμβατική ευθύνη, ενώ ως προς την απαίτηση από αδικοπραξία απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι καλώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέστειλε τη δίκη.

Ερωτάται

α) Παραδεκτώς προσβάλλεται η οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από τον Β ως προς τα δύο σκέλη της;

β) Μπορεί να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση ο Α κατά του Β και πώς είναι δυνατόν να προστατευθεί ο τελευταίος;

γ) Είναι ορθή η απόφαση του Εφετείου κατά το σκέλος της αποδοχής της έφεσης και απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης ως προς την απαίτηση από ενδοσυμβατική ευθύνη και κατά το σκέλος της απόρριψης της έφεσης ως προς την αναστολή της δίκης;

δ) Αν απορριπτόταν η έφεση του Β ως ουσία αβάσιμη και αυτός ασκούσε ανακοπή κατά της εκτέλεσης, θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι έχει εξοφλήσει την απαίτηση αυτή πριν από τη συζήτηση της αγωγής;

Θέμα ΙΙ

Ιστορικό

Ο Α, πωλητής, άσκησε κατά του Β, αγοραστή, διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ισχυριζόμενος ότι η μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως του επίδικου ακινήτου ήταν εικονική και επικουρικά ότι αυτή ήταν προϊόν απάτης. Στη δίκη άσκησε παρέμβαση υπέρ του Β ο Γ, στον οποίο ο Β μεταβίβασε το πωληθέν μετά την άσκηση της αγωγής. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο παρέστησαν μόνον οι Α και Β, ενώ ο Γ δικάσθηκε ερήμην, διότι δεν κατέθεσε εμπροθέσμως προτάσεις. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή κατά την επικουρική βάση της. Κατά της απόφασης άσκησε ανακοπή ερημοδικίας ο Γ. Έφεση άσκησε μόνον ο Β, παραπονούμενος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, εξαιτίας της οποίας το δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ότι η πώληση ήταν προϊόν απάτης. Το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του Β, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, διότι έκρινε ότι από τα αποδεικτικά μέσα προέκυπτε η εικονικότητα της συμβάσεως πώλησης.

Ερωτάται

1. Είναι παραδεκτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από τον Γ;

2. Έχει έννομο συμφέρον ο Α να ασκήσει έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης;

3. Είναι ορθή η απόφαση του Εφετείου; Αν όχι, ποιο ένδικο μέσο θα μπορούσε να ασκηθεί κατ’ αυτής και για ποιον λόγο;

4. Το Εφετείο θα είχε την εξουσία να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, παρά τη μη υποβολή σχετικού λόγου από τον Β;

Θέμα ΙΙΙ

Ιστορικό

Οι Α και Β ως αναγκαίοι ομόδικοι άσκησαν αγωγή κατά του Γ για απόδοση μισθίου (ακινήτου) στο πλαίσιο συμβάσεως μισθώσεως που είχαν καταρτίσει. Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 100/1-5-2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με πρωτοβουλία του Γ η απόφαση επιδόθηκε στις 5.6.2017 μόνο στον Α, ο οποίος δεν άσκησε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Στις 5.10.2017 την απόφαση προσέβαλε ο Β με λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ισχυριζόμενος ότι η αξίωση για απόδοση του ακινήτου βασίζεται στην ιδιότητα των Α και Β ως κυρίων του ακινήτου. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως του Β ο Γ ζήτησε την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως εκπρόθεσμου, με επίκληση της επιδόσεως της αποφάσεως στον Α. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 50/1.11.2018 απόφασή του, δέχθηκε την έφεση τύποις και ουσία έκανε δεκτή την αγωγή των Α και Β, κρίνοντας ότι αυτοί είναι κύριοι του ακινήτου. Ο Γ ασκεί αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως, την οποία στρέφει κατά του Α, προβάλλοντας ως λόγο την εσφαλμένη θεμελίωση της κρίσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περί της βασιμότητας της αγωγής στον ισχυρισμό (του Α) περί της κυριότητας των Α και Β επί του επίδικου ακινήτου. Στη συνέχεια οι Α και Β, μετά την επίδοση στον Γ στις 5.12.2018 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο του απογράφου της πιο πάνω αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δίνουν εντολή στον δικαστικό επιμελητή για εκτέλεση. Ο Δ στις 5.2.2020 αποβάλλει τον Γ από το ακίνητο και εγκαθιστά σε αυτό τους Α και Β.

Ερωτάται

α) Ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του Γ για το εκπρόθεσμο της εφέσεως;

β) Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως του Γ;

γ) Ανεξάρτητα από το προηγούμενο ερώτημα, είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως που επικαλείται ο Γ;

δ) Μπορεί ο Γ να προσβάλει την εναντίον του επισπευσθείσα αναγκαστική εκτέλεση; Για ποιον λόγο και σε ποια προθεσμία;

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2020 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.