Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Ιούλιος 2014 – Θέμα 2 από 2

Σημείωση: Στην πηγή υπάρχουν 2 διαφορετικά θέματα με την ίδια ένδειξη «Ιούλιος 2014», χωρίς διάκριση σειράς ή κλιμακίου. Πιθανόν αφορούν διαφορετικές σειρές ή διαφορετικό έτος. Αν γνωρίζετε, ενημερώστε μας.

Ιούλιος 2014 – Θέμα 1

Ιστορικό

Ο εργολάβος Α πώλησε με συμβολαιογραφικό έγγραφο στον Β διαμέρισμα που βρίσκεται στην Αθήνα. Συμφωνήθηκε η σταδιακή αποπληρωμή του τιμήματος ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών για την αποπεράτωση του διαμερίσματος. Η τελευταία δόση, που ενσωμάτωνε το ποσό των 15.000, συμφωνήθηκε υπό τον όρο της πλήρους αποπερατώσεως και παραδόσεως του διαμερίσματος («με το κλειδί», κατά την έκφραση της αγοράς). Ο Α, ισχυριζόμενος την αποπεράτωση, ζήτησε από τον Β την καταβολή του ποσού των 15.000, προσφερόμενος στην παράδοση του διαμερίσματος. Για την αποπεράτωση επικαλέσθηκε έγγραφη διαβεβαίωση του υπευθύνου του συνεργείου του.

Λόγω μη ανταποκρίσεως του Β, ο Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση με τήρηση της προδικασίας. Επιβάλλει στη συνέχεια αναγκαστική κατάσχεση σε οικόπεδο του Β στην Κρήτη και δρομολογεί πλειστηριασμό, που προσδιορίζεται προς διενέργεια τρεις μήνες αργότερα. Δέκα ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ο Β ασκεί ανακοπή κατά της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως. Προβάλλει ως λόγο τη μη ύπαρξη απαιτήσεως του Α που μπορεί να στηρίξει αναγκαστική εκτέλεση. Επικουρικώς, με το ίδιο δικόγραφο ανακοπής, ισχυρίζεται ότι διατηρεί κατά του Α ισόποση απαίτηση (15.000) από άλλη αιτία, την οποία προβάλλει σε συμψηφισμό, και ότι επί του οικοπέδου υφίσταται αναγκαστική κατάσχεση που έχει επιβάλει ο Γ για απαίτησή του κατά του Δ, που ήταν ο προηγούμενος κύριος του οικοπέδου.

Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε παρά την άσκηση της ανακοπής.

Κατά τη συζήτηση της ανακοπής, που έλαβε χώρα μετά τον πλειστηριασμό, ο Α απέκρουσε όλους τους λόγους ανακοπής. Ειδικά για την ανταπαίτηση ισχυρίσθηκε ότι εκκρεμεί ήδη αγωγή του Β εναντίον του και σε κάθε περίπτωση δεν υφίστανται για την ύπαρξη της έγγραφης απόδειξης, ενώ η αναγκαστική κατάσχεση αφορά χρέος του Δ προς τον Γ. Ο Β, κατά τον ισχυρισμό του Α, απέκτησε απλώς το ακίνητο από τον Δ ενώ ήταν κατασχεμένο.

Ερωτάται

α) Πώς κρίνετε τη νομική κατάσταση ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων ανακοπής, με συνεκτίμηση της τοποθετήσεως του Α;

β) Εγκύρως πραγματοποιήθηκε ο πλειστηριασμός, καίτοι είχε ασκηθεί η ανακοπή;

Ιούλιος 2014 – Θέμα 2

Ιστορικό

Η εταιρεία Α διατηρεί αξιώσεις κατά της εταιρείας Β από δύο συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων που καταρτίσθηκαν σε διαφορετικό χρόνο. Η Β δεν κατέβαλε το τίμημα και κατόπιν τούτου η Α άσκησε στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά της Β με αίτημα να καταδικασθεί να της καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ από την πρώτη και το ποσό των 17.000 ευρώ από τη δεύτερη σύμβαση πωλήσεως. Κατά της αγωγής η Β αμύνθηκε με την προβολή της ενστάσεως για μείωση του οφειλόμενου τιμήματος κατά ποσοστό 50% λόγω ελαττωμάτων των πωληθέντων πραγμάτων και ως προς τις δύο συμβάσεις πωλήσεως.

Εκδόθηκε απόφαση του δικαστηρίου που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη σύμβαση κατά το ποσό των 18.000 ευρώ, ενώ δέχθηκε την αγωγή πλήρως ως προς τη δεύτερη. Η απόφαση επιδόθηκε με πρωτοβουλία της Α.

Εντός της νομίμου προθεσμίας η Β άσκησε έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτοβαθμίου αποφάσεως ως προς τη δεύτερη σύμβαση λόγω εσφαλμένης απορρίψεως της ενστάσεώς της. Έξι μήνες αργότερα, και πάντως εγκαίρως πριν από τη συζήτηση της εφέσεως, η Β καταθέτει δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως και ως προς την πρώτη σύμβαση, με επίκληση του λόγου εφέσεως ότι εσφαλμένως έγινε εν μέρει μόνο δεκτή η ένστασή της για τη μείωση του τιμήματος. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Α ασκεί αντέφεση ως προς την πρώτη σύμβαση. Προβάλλει ως λόγο ότι εσφαλμένως το Πρωτοδικείο δέχθηκε την ύπαρξη ελαττωμάτων, ισχυρισμό που είχε προβάλει και πρωτοδίκως.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θεωρεί την αγωγή αόριστη ως προς την πρώτη σύμβαση. Λόγω όμως της μη προβολής σχετικού λόγου εφέσεως από τη Β, θεωρεί ότι εμποδίζεται να ασχοληθεί με το θέμα αυτό. Κατά τα λοιπά, απορρίπτει την έφεση της Β ως προς τη δεύτερη σύμβαση ως ουσία αβάσιμη, ενώ απορρίπτει ως απαραδέκτως ασκηθέντες τους πρόσθετους λόγους και ως απαραδέκτως ασκηθείσα την αντέφεση ως προς την πρώτη σύμβαση πωλήσεως.

Ερωτάται

1. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σε σχέση με τα θέματα της αοριστίας της αγωγής και του απαραδέκτου προσθέτων λόγων εφέσεως και αντεφέσεως;

Ιούλιος 2014 – Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α, με βάση προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, επισπεύδει αναγκαστικό πλειστηριασμό σε ακίνητο του Β. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο Β ασκεί εμπροθέσμως έφεση. Ο πλειστηριασμός λαμβάνει χώρα με υπερθεματιστή τον Υ. Στη σχετική διαδικασία αναγγέλλονται και άλλοι δανειστές του Β, που αξιώνουν συμμετοχή στη διανομή του πλειστηριάσματος χωρίς όμως να διαθέτουν εκτελεστό τίτλο. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, με τη σύμφωνη γνώμη και του οφειλέτη Β – που επιφυλάχθηκε των δικαιωμάτων του από την έφεση –, κατατάσσει στο σύνολο του πλειστηριάσματος τον Α με την ιδιότητα του επισπεύδοντος. Στο μεταξύ ο Γ ισχυρίζεται ότι αυτός είναι ο πραγματικός κύριος του ακινήτου, και όχι ο Β, δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας που είχε ολοκληρωθεί ήδη πριν από την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως. Ο Υ αλλά και οι Α και Β αντικρούουν τον ισχυρισμό του Γ και ισχυρίζονται ότι σε κάθε περίπτωση ήταν ενήμερος για τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Β και δεν αντέδρασε εγκαίρως. Παράλληλα εκδίδεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που δέχεται την έφεση του Β, εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτει την αγωγή.

Ερωτάται

α) Ορθώς έγινε η κατανομή του πλειστηριάσματος;

β) Απέκτησε ο Υ την κυριότητα του ακινήτου στη βάση της παραδοχής ότι ο Γ ήταν ο πραγματικός κύριος του ακινήτου;

γ) Είναι νομικά κρίσιμος ο ισχυρισμός των Υ, Α και Β σε σχέση με τον ισχυρισμό του Γ;

δ) Η ευδοκίμηση της εφέσεως και η απόρριψη της αγωγής του Α επηρεάζουν το κύρος του πλειστηριασμού;

Σεπτέμβριος 2014 – Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που απέρριψε την αγωγή του λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου. Ο Α είχε δικαστεί ερήμην στον πρώτο βαθμό. Με την έφεσή του ο εκκαλών δήλωσε ότι κατέβαλε το δικαστικό ένσημο που αναλογεί στο κονδύλιο της αγωγής των 250.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη θετική του ζημία, ενώ για το έτερο κονδύλιο της αγωγής των 50.000 ευρώ, που αντιπροσωπεύει τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιόρισε το αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό. Το Εφετείο, δεχόμενο, μετά από μερική εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ, χωρίς όμως την επιδίκαση τόκου τόκων επί του ποσού αυτού. Τούτο διότι δεν υπήρχε στην αγωγή σχετικό αίτημα.

Ερωτάται

α) Μπορεί ο Α να ασκήσει έφεση καταβάλλοντας για πρώτη φορά το δικαστικό ένσημο που αναλογεί στο αντίστοιχο κονδύλιο της αγωγής;

β) Τι θα αποφασίσει το Εφετείο ως προς τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης;

γ) Εάν υποτεθεί ότι το Εφετείο απορρίψει τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό ως προς το κονδύλιο της αγωγής των 50.000 ευρώ, ποιον λόγο αναίρεσης θα επικαλεστεί ο διάδικος για να προσβάλει την απόφαση του Εφετείου ενώπιον του Αρείου Πάγου;

δ) Τι θα αποφασίσει ο Άρειος Πάγος γι’ αυτό το ζήτημα;

ε) Είναι ορθή η απόφαση του Εφετείου για τους τόκους επί των τόκων;

Σεπτέμβριος 2014 – Θέμα 2

Ιστορικό

Ο Α, κάτοικος Αθηνών, συμφώνησε συμβολαιογραφικώς με τον εργολάβο Β την αγορά διαμερίσματος που βρίσκεται στη Ν. Ιωνία Αττικής έναντι τιμήματος 80.000 ευρώ. Κατά τη σχετική συμφωνία, το τίμημα θα καταβαλλόταν τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών. Η τελευταία δόση, ύψους 25.000 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί την 30/04/2013 με την παράδοση του διαμερίσματος πλήρως αποπερατωμένου. Τον Μάιο του 2013 ο εργολάβος αξίωσε την καταβολή του ποσού των 25.000 ευρώ με τον ισχυρισμό ότι το διαμέρισμα ήταν ετοιμοπαράδοτο εμπροθέσμως και προσφέρθηκε στον Α, που αρνήθηκε να το παραλάβει. Επικαλείται προς τούτο και μια έγγραφη μαρτυρία του επικεφαλής του συνεργείου του Δ. Ο Α, με επιστολή του προς τον Β, αρνήθηκε την καταβολή, επικαλούμενος την έλλειψη πολλών εργασιών που ήταν αναγκαίες για την αποπεράτωση του διαμερίσματος.

Στο μεταξύ ο Β, λόγω οικονομικών δυσχερειών, εκχωρεί την απαίτησή του κατά του Α στη Γ. Η Γ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Α με βάση το συμβολαιογραφικό έγγραφο ως εκτελεστό τίτλο, το οποίο είχε περιαφθεί τον εκτελεστήριο τύπο, και με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας. Μετά την επιταγή προς εκτέλεση επέβαλε μάλιστα αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο του Α στη γενέτειρά του, την Κρήτη. Ο Α, ήδη πριν από την κατάσχεση, άσκησε κατά της επιταγής προς εκτέλεση ανακοπή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ισχυρίσθηκε ότι μη νομίμως επισπεύδεται εκτέλεση, ότι ο Γ δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση και ότι σε κάθε περίπτωση (επικουρικώς) προβάλλει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του που έχει κατά του Β ήδη πριν από την κατάρτιση του εργολαβικού συμβολαίου. Ο Γ ζήτησε την απόρριψη της ανακοπής. Ισχυρίσθηκε ότι αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Κρήτης, ότι ο συμψηφισμός δεν τον αφορά και ότι κατά του συμβολαιογραφικού εγγράφου ως εκτελεστού τίτλου δεν είναι δυνατή η προβολή λόγου ανακοπής που αφορά την απαίτηση.

Ερωτάται

α) Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί του Α για το μη νόμιμο της επισπεύσεως της εκτελέσεως καθώς και για τη μη νόμιμη επίσπευσή της από τον Γ;

β) Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί του Γ για την έλλειψη αρμοδιότητας και για την αδυναμία προβολής συμψηφισμού στη συγκεκριμένη περίπτωση για τους λόγους που ανέφερε;

γ) Θα πρέπει να προσβληθεί και η αναγκαστική κατάσχεση, αν ο Α επιθυμεί να μην απολέσει την κυριότητα του ακινήτου του στην Κρήτη, καίτοι δεν έχει συγκεκριμένη αιτίαση κατά της κατασχέσεως;

Σεπτέμβριος 2014 – Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α ασκεί αγωγή κατά του Β με αίτημα την καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ από σύμβαση δανείου που είχε καταρτίσει με τον Β και του ποσού των 25.000 ευρώ ως τίμημα από σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων προς αυτόν. Κατά τη συζήτηση παρέστη ο Β, που αρνήθηκε την αγωγή. Εκδίδεται απόφαση με την οποία το δικαστήριο δέχεται την αγωγή ως προς το δάνειο και διατάζει την επανάληψη της συζήτησης ως προς την αξίωση για την καταβολή του τιμήματος. Η απόφαση επιδίδεται με πρωτοβουλία του Α. Μετά την άπρακτη για την άσκηση εφέσεως πάροδο των τριάντα ημερών, ο Α επισπεύδει, με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, αναγκαστική εκτέλεση με επιβολή κατασχέσεως σε κινητά πράγματα που ήταν στο εμπορικό κατάστημα του Β. Ο Β θεωρεί την επίσπευση της εκτελέσεως μη νόμιμη, ενόψει του γεγονότος ότι εκκρεμεί ακόμη η έκβαση της δίκης για το τίμημα. Διενεργείται πλειστηριασμός των κινητών πραγμάτων και υπερθεματιστής αναδεικνύεται ο Γ. Επειδή το πλειστηρίασμα που επετεύχθη δεν ήταν αρκετό για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, ο Α επισπεύδει με την ίδια δικαστική απόφαση αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ε με την ιδιότητα του εγγυητή του Β στη σύμβαση δανείου. Παράλληλα, εμφανίζεται ο προμηθευτής Π, που ισχυρίζεται ότι τα εκπλειστηριασθέντα πράγματα δεν ήταν της κυριότητος του Β αλλά του ιδίου, που τα είχε παραχωρήσει απλώς προς παρακαταθήκη, και αξιώνει την παράδοσή τους. Ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε λάβει γνώση του πλειστηριασμού. Από την πλευρά του, ο Γ δήλωσε ότι αγνοούσε το στοιχείο αυτό.

Ερωτάται

α) Νομίμως επισπεύσθηκε η εκτέλεση από τον Α;

β) Είναι δικονομικά έγκυρος ο πλειστηριασμός που έλαβε χώρα στη βάση της αντιλήψεως του Β;

γ) Νομίμως επισπεύδεται εκτέλεση κατά του Ε ως εγγυητή;

δ) Απέκτησε την κυριότητα των εμπορευμάτων ο καλόπιστος Γ με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενόψει των ισχυρισμών του Π;

Οδηγίες εξέτασης

Να απαντηθούν τα 2 από τα 3 θέματα (και στις δύο εξεταστικές).

Σεπτέμβριος 2014: Επιτρέπεται η χρήση ασχολίαστων κωδίκων.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2014 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Σινανίδης, Δεληκωστόπουλος
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.