Θέμα
Ο Α γνωρίζει ότι ο γνωστός του έχει στο διαμέρισμα το οποίο μισθώνει ένα φορητό υπολογιστή κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε μετρητά. Προκειμένου να αποκτήσει τα αντικείμενα αυτά, ο Α τηλεφωνεί στο Β, ιδιοκτήτη του διαμερίσματος που μισθώνει ο Χ, και παριστάνοντας ότι είναι ο Χ, δηλώνει στο Β ότι απουσιάζει εκτός Ελλάδας, παρακαλεί δε το Β να εισέλθει στο μισθωμένο διαμέρισμα με το δεύτερο κλειδί που διαθέτει, να πάρει τον υπολογιστή και τα χρήματα και να τα παραδώσει στον φίλο του Α, που θα περάσει εντός ολίγου από την οικία του Β να τα παραλάβει. Ο Β ενεργώντας καλόπιστα και υπολαμβάνοντας ότι έχει όντως συνομιλήσει με τον Χ, εισέρχεται στο διαμέρισμα, βρίσκει έναν υπολογιστή και ένα φάκελο που περιέχει 1000 ευρώ, τα παίρνει μαζί του κι επιστρέφει στην οικία του. Ενώ ο Β αναμένει τον Α να παραλάβει τα αντικείμενα, αποφασίζει να κρατήσει τα μετρητά, και δηλώνει στον Α ότι δε βρήκε λεφτά, παρά μόνο τον υπολογιστή. τον οποίο και του παραδίδει. Όταν ο Χ μετά από μερικές ώρες, επιστρέφει στην οικία του και ανακαλύπτει ότι λείπουν τα χρήματα κι ο φορητός υπολογιστής, επικοινωνεί με τον Β, ο οποίος του δηλώνει ότι τα παρέδωσε στον Α “όπως του ζήτησε ο Χ”. Ο Χ οργίιζεται πολύ με τη συμπεριφορά του Α, και την επόμενη μέρα παρακαλεί τον κοινό γνωστό τους Γ, ο οποίος είναι ακαταλόγιστος (πάσχει από σοβαρή ψυχική νόσο), να επιτεθεί κατά του Α και “να του μαυρίσει το μάτι”. Ευθύς αμέσως, ο Γ συναντά στο δρόμο τον Α κι επιτίθεται κατά αυτού, ο δε Α (ο οποίος γνωρίζει το ακαταλόγιστο του Γ), ενώ μπορεί να διαφύγει τρέχοντας, γρονθοκοπεί τον Γ για να αποκρούσει την επίθεση του και του προκαλεί κάταγμα στο οστούν του βραχίονα. Ο ίδιος ο Α δεν υπέστη κάποια βλάβη από την επίθεση του Γ.
Ερώτημα 1: Αξιόποινο των Α, Β, Χ.
Μετά τον τραυματισμό του Γ, επιλαμβάνεται αμέσως η Αστυνομία. Ο αστυνομικός Κ, που ερευνά την υπόθεση, εξετάζοντας τους Α και Χ, υποψιάζεται ότι το ελλείπον χρηματικό ποσό πρέπει να βρίσκεται στην οικία του Β. Αμέσως οι αστυνομικοί υπάλληλοι Λ και Μ επισκέπτονται την οικία του Β στην οποία διεξάγουν έρευνα και βρίσκουν το φάκελο με τα χρήματα. Μετά ταύτα, ο Β παραπέμπεται στο ακροατήριο, πλην όμως αθωώνεται σε πρώτο βαθμό. Κατά της αθωωτικής απόφασης ασκεί έφεση ο αρμόδιος εισαγγελέας, επικαλούμενος ότι : “από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, κι ειδικότερα των μαρτύρων που εξετάστηκαν, των εγγράφων που αναγνώστηκαν,και την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτει με βεβαιότητα ότι πράγματι ο Β είχε εισέλθει στο διαμέρισμα του Χ, είχε πάρει τα χρήματα, τα οποία κι είχε κρατήσει κι επομένως είχε τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείτο”. Τελικά ο Β καταδικάζεται από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Ασκεί αναίρεση στην οποία για πρώτη φορά επικαλείται:
α)ότι κακώς ανεγνώσθη στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η έκθεση έρευνας που είχαν συντάξει οι αστυνομικοί Λ και Μ, οι οποίοι διενέργησαν έρευνα στο διαμέρισμα του.
β)ότι κακώς εξετάστηκε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο αστυνομικός Κ, ο οποίος διερεύνησε το συμβάν
γ)ότι η ασκηθείσα εισαγγελική έφεση δεν ήταν νομότυπη.
Ερώτημα 2: Συνιστούν οι πλημμέλειες τις οποίες επικαλείται ο Β, βάσιμους λόγους αναιρέσεως;

