Θέμα
Ο Α αποφασίζει να φονεύσει την σύζυγό του Β διότι η τελευταία τον απατά. Προς τον σκοπό αυτό της επιτίθεται και προσπαθεί να τη στραγγαλίσει. Κατόπιν τούτου ο Α ανασπά μεταλλική ράβδο και επιχειρεί με αυτήν να της καταφέρει χτύπημα στην κεφαλή χωρίς όμως επιτυχία διότι Β αποφεύγει τα πλήγματα. Ο Α τότε ανασύρει εγχειρίδιο που κατείχε και την κυνηγά προκειμένου να τις καταφέρει με αυτό θανατηφόρα πλήγματα. πριν καταφέρει να την προσεγγίσει εμφανίζεται και ο εραστής της Γ. Τότε ο Α, αντιλαμβανόμενος την έλευση του τελευταίου, εγκαταλείπει την προσπάθεια θανάτωσης της Β και στρέφεται κατά του Γ και του καταφέρνει πλήγματα με το μαχαίρι του με σκοπό η θανάτωση του. Ο Γ πέφτει αιμόφυρτος και ο Α τον εγκαταλείπει νομίζοντας ότι είναι νεκρός, πράγμα που δεν αληθεύει. Ο Γ μεταφέρεται σε παρακείμενο νοσηλευτικό ίδρυμα και μετά από εργώδεις προσπάθειες των γιατρών διαφεύγει τον κίνδυνο ζωής πλην υφίσταται απώλεια αριστερού οφθαλμού. Ο Α, πληροφορηθείς τα γεγονότα, προσέρχεται στο νοσοκομείο και φονεύει τον Γ με το πιστόλι του.
Πώς θα αξιολογηθεί ποινικά όλη συμπεριφορά του Α;
Ο Α συλλαμβάνεται αμέσως μετά τη θανάτωση του Γ και αφού προηγουμένως δώσει στην αστυνομία ένορκη κατάθεση στην οποία ομολογεί την πράξη του, προσάγεται ενώπιον του εισαγγελέα, ο οποίος ασκεί σε βάρος του ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του Γ και παραγγέλλει την διενέργεια κύριας ανάκρισης.
Απολογούμενος ενώπιον του ανακριτή, ο Α ανακαλεί την ομολογία του ισχυρίζεται ότι θανάτωσε τον Γ ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας. Μετά την απολογία διατάσσεται η προσωρινή κράτηση του Α. Ακολούθως εμφανίζεται για πρώτη φορά ενώπιον του ανακριτή η Β, η οποία καταθέτει ενόρκως ότι ο Α προσπάθησε να τη δολοφονήσει. Κατόπιν αυτού, ο ανακριτής καλεί τον Α σε συμπληρωματική απολογία για την απόπειρα ανθρωποκτονίας στο κατά της Β και επιβάλλει με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα στον Α τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας ποσού 100.000 ευρώ. Ο Α προσφεύγει κατά της διάταξης επιβολής του περιοριστικού όρου στο συμβούλιο πλημμελειοδικών επικαλούμενος οικονομική αδυναμία καταβολής της εγγύησης. Στην πρόταση του στο συμβούλιο, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών προτείνει ότι πρέπει να επιβληθεί στον Α εγγυοδοσία ύψους 200.000 ευρώ αντί 100.000 ευρώ, επικαλούμενος τη σοβαρότητα του αδικήματος.
Ο Α υποβάλει πριν από την έκδοση του βουλεύματος υπόμνημα στο συμβούλιο πλημμελειοδικών, στο οποίο ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα ακυρότητα διότι α) αν και ζήτησε να λάβει αντίγραφο της εισαγγελικής πρότασης προς το συμβούλιο, δεν ειδοποιήθηκε και β) ότι το περιεχόμενο της εισαγγελικής πρότασης δεν στηρίζεται στον νόμο.
Αξιολογήστε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του Α.
Μετά την περάτωση της ανάκρισης, ο Α παραπέμπεται στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών για τις τελεσθείσες σε βάρος των Β και Γ πράξεις. Ο Α ασκεί έφεση κατά του βουλεύματος για τους ακόλουθους λόγους:
Α) ότι παρανόμως ασκήθηκε η ποινική δίωξη για την ανθρωποκτονία του κατά του γ χωρίς να διενεργηθεί προηγουμένως προκαταρκτική εξέταση
Β) ότι δεν ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για την απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά της Β
Γ) το συμβούλιο ως προς την πράξη της ανθρωποκτονίας του γ έλαβε υπόψη την δοθείσα ενώπιον της αστυνομίας ένορκη ομολογία του Α.
Αξιολογήστε το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων έφεσης.

