Θέματα
Ιστορικό
Ο Α δανείζει χρηματικό ποσό 150.000 ευρώ στον Β, συνάδελφό του στην ίδια δουλειά, και συμφωνούν ότι ο Β θα επιστρέψει το δάνειο μετά από ένα έτος. Για τον σκοπό αυτό ο Β συντάσσει και παραδίδει έγγραφο στον Α, υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Β, στο οποίο συνομολογεί την οφειλή του αυτή. Όταν όμως έρχεται η ώρα της αποπληρωμής του δανείου, ο Β αποφασίζει να μην επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό και, προκειμένου να αποφύγει τη δικαστική διεκδίκησή του από τον Α, αναζητά στο γραφείο του συναδέλφου του το έγγραφο το οποίο του είχε παραδώσει και αλλοιώνει αυτό, σβήνοντας τα δύο τελευταία μηδενικά από το οφειλόμενο ποσό, εις τρόπον ώστε να φαίνεται ότι οφείλει 1.500 ευρώ. Ο Α, όταν ανακαλύπτει την αλλοίωση αυτή, οργίζεται και, προκειμένου να επιτύχει τη δικαστική επιδίκαση της αξιώσεώς του, συντάσσει νέο έγγραφο, στο οποίο ο Β φέρεται να αναγνωρίζει την οφειλή του των 150.000 ευρώ, θέτει δε σε αυτό την υπογραφή του Β εν αγνοία του τελευταίου. Στη συνέχεια, ο Α ασκεί αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και στη σχετική δίκη προσκομίζει το νέο αυτό έγγραφο και επιτυγχάνει την έκδοση δικαστικής απόφασης με την οποία ο Β υποχρεώνεται να του καταβάλει τα 150.000 ευρώ. Μετά από λίγες ημέρες, ο Β συναντά τον Α στον δρόμο και, εκνευρισμένος για την τροπή που πήραν τα πράγματα, αρχίζει να χτυπάει με γροθιές τον Α, προκαλώντας του κατάγματα στα οστά του προσώπου. Ο Α, τρέχοντας να γλιτώσει από την επίθεση του Β, γλιστρά στον βροχερό δρόμο, παραπατάει και τραυματίζεται θανάσιμα. Τότε ο Β αποφασίζει να ψάξει τις τσέπες του ήδη νεκρού Α, ανακαλύπτει το πορτοφόλι του και παίρνει μέσα από αυτό το χρηματικό ποσό των 600 ευρώ.
Κατά του Β ασκείται αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη και, μετά το πέρας της ανακρίσεως, παραπέμπεται με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών στο ακροατήριο. Ο Β ασκεί τότε έφεση κατά του βουλεύματος, με την οποία ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για ηθική βλάβη οι κληρονόμοι του Α κατά αυτού, αφού οι ίδιοι δεν έχουν υποστεί άμεση ζημία από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Επίσης επικαλείται και το ότι δεν του γνωστοποιήθηκε η εισαγγελική πρόταση προς το Δικαστικό Συμβούλιο, παρ’ όλο που αυτός είχε υποβάλει αντίστοιχο αίτημα πριν από την υποβολή της. Τελικά ο Β καταδικάζεται σε α’ βαθμό και, μετά από την άσκηση εφέσεως από τον ίδιο, και σε β’ βαθμό. Ασκεί δε αναίρεση, με την οποία επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι τρίτο πρόσωπο (ο Χ) ήταν εκείνο που είχε προβεί στην αλλοίωση της δηλώσεως αναγνωρίσεως χρέους προς τον Α. Επίσης επικαλείται ότι για πρώτη φορά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του επέβαλε στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, η οποία δεν είχε επιβληθεί πρωτοδίκως.
Ερωτάται
1. Τέλεσαν οι Α και Β αξιόποινες πράξεις ή όχι και γιατί;
2. Τι θα αποφασίσει το Δικαστικό Συμβούλιο επί της εφέσεως του Β;
3. Τι θα αποφασίσει ο ΑΠ επί των λόγων αναιρέσεως του Β;
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΦΕΒ 2017 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
- Μορφή εξέτασης: Άγνωστο
- Διανομή: Άγνωστο
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

