Φεβρουάριος 2012 (Κλιμάκιο Μυλωνόπουλου – Αναγνωστόπουλου)
Ιστορικό
Ο 19χρονος (Κ) μεταβαίνει στο γραφείο του παππού του (Π), πλούσιου επιχειρηματία, αφαιρεί κρυφά το μπλοκ επιταγών του τελευταίου και αποχωρεί. Στη συνέχεια, συμπληρώνει ένα φύλλο επιταγής με το ποσό των 100.000 ευρώ, πετά στα απορρίμματα το μπλοκ και, προκειμένου να υφαρπάσει τη γνήσια υπογραφή του Π, αναθέτει στον φίλο του Φαινάρετο (Φ) να μεταβεί στο γραφείο του Π με ανθοδέσμη, υποδυόμενος υπάλληλο ανθοπωλείου, και να ζητήσει από τον Π να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής, τοποθετώντας τεχνηέντως το κάτω μέρος της επιταγής στη θέση της απόδειξης, έτσι ώστε ο Φ, επωφελούμενος της ασθενούς οράσεως του Π, να επιτύχει ώστε ο τελευταίος να υπογράψει στο σημείο του εκδότη της επιταγής. Ο Φ αποδέχεται και πράγματι υφαρπάζει την υπογραφή του Π. Μετά ταύτα ο Κ αναθέτει στην ανυποψίαστη εξαδέρφη του Ευλαμπία (Ε) να εμφανιστεί στην πληρώτρια Τράπεζα του Π και να εισπράξει την επιταγή, πράγμα που η Ε πράττει, αγνοώντας τα ανωτέρω διαδραματισθέντα. Κατόπιν τούτων ο Π, μετά παρέλευση 6 μηνών από τότε που πληροφορήθηκε την πράξη του εγγονού του, υποβάλλει μήνυση για τις παραπάνω πράξεις.
Ο Κ, μόλις πληροφορείται ότι καταμηνύθηκε από τον Π, για αντιπερισπασμό υποβάλλει κατά του Π έγκληση, αφενός για κακουργηματική υπεξαίρεση, συνιστάμενη στο ότι ο Π είχε δανειστεί από τον Κ ποσό 120.000 €, το οποίο ο Π, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, ουδέποτε του επέστρεψε, και αφετέρου για εξύβριση, συνιστάμενη στο ότι, όπως πληροφορήθηκε από την εξαδέρφη του Ε δύο ημέρες πριν από την κατάθεση της εγκλήσεως, ο Π την 15-1-2007 είχε αποκαλέσει ενώπιον της Ε τον Κ «αργόσχολο και χαραμοφάη». Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, αφού μελέτησε την έγκληση, εξέδωσε ως προς την υπεξαίρεση απορριπτική διάταξη, για δε την εξύβριση παρέπεμψε τον Π στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στη δικάσιμο της 10-2-2012 με κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον Π την 10-1-2012. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο Π εκπροσωπείται στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σωτηρία (Σ). Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής, την οποία πρόβαλε η Σ, και καταδίκασε τον Π σε φυλάκιση είκοσι ημερών με αναστολή. Η Σ ασκεί κατά της καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου, αναίρεση την 24-2-2102, επικαλούμενη ως μοναδικό λόγο αναιρέσεως την παραγραφή.
Ερωτάται
1. Έχουν τελεσθεί αξιόποινες πράξεις από τους Κ, Φ και Ε και ποια η ποινική τους αντιμετώπιση;
2. Ορθώς ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών εξέδωσε απορριπτική διάταξη για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης χωρίς να διατάξει προηγουμένως προκαταρκτική εξέταση;
3. Είναι βάσιμη η ένσταση παραγραφής της Σ;
4. Είναι παραδεκτή η αναίρεση που ασκεί η Σ;
Ιούνιος 2012 (Κλιμάκιο Α΄)
Ιστορικό
Ο Α αγοράζει από τον Β ένα ακίνητο και συμφωνούν ότι ένα μέρος του τιμήματος, ύψους 130.000 ευρώ, θα πιστωθεί και θα καταβληθεί μετά από ένα έτος. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου ο Α παρεμβάλλει μεταξύ των φύλλων τα οποία υπογράφει ο Β μια απόδειξη είσπραξης του πιστωθέντος τιμήματος, την οποία επίσης υπογράφει χωρίς να τη διαβάσει ο Β, αγνοώντας το περιεχόμενό της και υπολαμβάνοντας ότι υπογράφει φύλλο του συμβολαίου. Όταν μετά από ένα έτος το πιστωθέν τίμημα δεν πληρώνεται, ο Β εγείρει αγωγή κατά του Α ζητώντας την καταβολή του ποσού των 130.000 ευρώ, πλην όμως ο Α προσκομίζει στο δικαστήριο την απόδειξη την οποία εν αγνοία του είχε υπογράψει ο Β και προβάλλει ένσταση εξόφλησης, η οποία γίνεται δεκτή από το δικαστήριο, απορριπτόμενης της αγωγής. Τότε ο Β εξοργίζεται με τη συμπεριφορά του Α, εισέρχεται στην οικία του τελευταίου, επιτίθεται κατά του Α και τον χτυπά με γροθιές πολύ δυνατά με σκοπό να κάμψει την αντίστασή του και να τον αφήσει παράλυτο, για να του αφαιρέσει ζωγραφικό πίνακα αξίας 130.000 ευρώ. Πράγματι ο Α μένει παράλυτος, ο δε Β παίρνει τον πίνακα και αποχωρεί.
Κατά του Β ασκείται ποινική δίωξη και μετά την περάτωση της κύριας ανάκρισης η δικογραφία διαβιβάζεται στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ο οποίος με πρότασή του την εισάγει στο συμβούλιο πλημμελειοδικών. Το συμβούλιο με βούλευμά του παραπέμπει τον Β στο ακροατήριο. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δηλώνει ο Α παράσταση πολιτικής αγωγής για 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την πράξη του Β, ο δε Β προσφέρει αμέσως στον Α το ποσό αυτό και, επειδή ο τελευταίος αρνείται να το παραλάβει, προβαίνει ο Β σε δημόσια κατάθεσή του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στη συνέχεια υποβάλλει ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής. Τελικά ο Β καταδικάζεται και ασκεί έφεση 12 ημέρες μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Η έφεση απορρίπτεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Κατά της αποφάσεως αυτής ο Β ασκεί αναίρεση, με δήλωση την οποία επιδίδει στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία επικαλείται ότι εσφαλμένως απερρίφθη η έφεση ως εκπρόθεσμη, αφού η δέκατη και η ενδέκατη ημέρα από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης ήσαν αργίες.
Ερωτάται
1. Ποινική ευθύνη των Α και Β ή όχι και γιατί;
2. Είναι σύννομη η ενέργεια του εισαγγελέως και του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών;
3. Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο επί της ενστάσεως για την αποβολή της πολιτικής αγωγής;
4. Τι θα αποφασίσει ο Άρειος Πάγος επί της αναιρέσεως;
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΦΕΒ 2012 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
- Μορφή εξέτασης: Άγνωστο
- Διανομή: Άγνωστο
- Εξεταστές: Μυλωνόπουλος, Αναγνωστόπουλος
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

