Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούνιος 2018 (Κλιμάκιο Α)

Θέμα 1

Ιστορικό

Α. Η Α άσκησε αγωγή κατά του Β στο αρμόδιο δικαστήριο με αίτημα να καταδικαστεί να της αποδώσει έργο τέχνης, το οποίο της ανήκε κατά κυριότητα και το οποίο είχε παραδώσει προς φύλαξη, λόγω απουσίας της στην αλλοδαπή, στον συντηρητή έργων τέχνης Γ. Ο Γ, κατά την Α, έσπευσε και πώλησε το έργο τέχνης στον Β, επειδή είχε οικονομική ανάγκη. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ο Β ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης. Όπως ισχυρίστηκε, αυτός κατέβαλε τίμημα για την απόκτηση του πίνακα και πίστευε ότι αποκτούσε από τον Γ ως κύριο. Η Α αμφισβήτησε τον δεύτερο ισχυρισμό. Έλαβαν χώρα αποδείξεις με εξέταση μαρτύρων, που είχαν ως αντικείμενο κυρίως το θέμα αν ο Β γνώριζε την έλλειψη κυριότητας του Γ. Το δικαστήριο δεν μπόρεσε να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την καλή πίστη του Β. Τελικά, μετά από προβληματισμό, εκδίδει απόφαση με την οποία απορρίπτει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι στην αγωγή δεν απαντούσε ισχυρισμός για την κακή πίστη του Β. Η Α αιφνιδιάστηκε από το αποτέλεσμα της δίκης, ενόψει και της άμυνας του Β, που δεν έθεσε τέτοιο θέμα. Προσέβαλε την απόφαση με έφεση, με λόγο έφεσης την εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, κάτι που εξειδίκευσε με το δικόγραφο της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.

Β. Στη συνέχεια η Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Γ και αξίωσε το τίμημα για το έργο τέχνης. Κατά τους ισχυρισμούς της, η αξία του ανερχόταν στα 65.000 €. Στην αγωγή υπήρχε σαφής έκθεση των γεγονότων σε σχέση με τη σύμβαση με την οποία η Α άφησε για φύλαξη τον πίνακα στον Γ. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, η Α υποστήριξε επιπροσθέτως ότι είχε την κυριότητα του πίνακα κατά την παράδοσή του στον Γ και ότι εκείνος με δόλο και χωρίς δικαίωμα τον εκποίησε στον Β. Υπέβαλε και αίτηση για κράτηση του Γ. Το αγωγικό αίτημα επομένως στηρίζεται, κατά τους ισχυρισμούς της, και στη βάση αυτή. Ο Γ ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι η αξίωση της Α έχει υποπέσει σε παραγραφή, ενώ η σχετική αξίωση προβάλλεται και κατά κατάχρηση δικαιώματος. Πρότεινε επίσης επικουρικώς, προς τον σκοπό της απόρριψης της αγωγής, ένσταση συμψηφισμού για το ποσό των 30.000 € από προηγούμενες συναλλαγές που είχε με την Α. Η Α αμφισβήτησε την αξίωση του Γ. Μετά από αποδείξεις, εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή σε σχέση με τη φύλαξη του πράγματος. Κατά το δικαστήριο, η αξία του πίνακα ανερχόταν σε 30.000 €. Παράλληλα, απέρριψε ως αόριστες τις ενστάσεις περί παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και ως ουσία αβάσιμη την ένσταση συμψηφισμού. Το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό της ενάγουσας για την απαίτησή της ως έχουσα έρεισμα και στην κυριότητα κ.λπ. Ο Γ θεωρεί την απόφαση εσφαλμένη και την προσβάλλει με έφεση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση ως προς όλες τις διατάξεις με την ίδια αιτιολογία όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την απόφαση του οποίου επικυρώνει ως προς τα σημεία αυτά. Φρονεί μάλιστα ότι η απαίτηση της Α ανέρχεται στα 40.000 €. Εξαφανίζει ως εκ τούτου εν μέρει την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχεται την αγωγή κατά το ποσό των 40.000 €.

Γ. Κατόπιν τούτου η Α, με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Γ. Επιβάλλει κατάσχεση σε τραπεζικούς του λογαριασμούς. Ο Γ αμύνεται με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Ως λόγους ανακοπής επικαλείται πάλι την παραγραφή της απαιτήσεως και την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος σε σχέση με την επιδικασθείσα αξίωση. Παράλληλα, ασκεί νέα αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο, με την οποία προβάλλει εκ νέου την αξίωσή του για τις 30.000 €. Την απαίτηση είχε προτείνει και με την ένσταση συμψηφισμού. Το πιστωτικό ίδρυμα Δ προέβη σε θετική δήλωση για το ποσό των 30.000 €, ενώ παράλληλα η Α είχε επιδώσει το κατασχετήριο στον Γ. Κατά του Γ απαιτήσεις διατηρούν και άλλοι δανειστές που διαθέτουν εκτελεστό τίτλο. Προβαίνουν ως εκ τούτου και αυτοί σε κατασχέσεις της ίδιας απαιτήσεως που διατηρεί ο Γ κατά του πιστωτικού ιδρύματος Δ, σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Δύο δανειστές προέβησαν σε κατασχέσεις τρεις μέρες μετά την κατάσχεση της Α και τρεις άλλοι μετά από ένα μήνα. Για τις κατασχέσεις των δύο δανειστών το πιστωτικό ίδρυμα Δ προέβη σε καταφατική δήλωση.

Ερωτάται

1. Ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με την απαίτηση της Α κατά του Β; Ποιος είναι ο δικονομικά κρίσιμος προβληματισμός;

2. Ορθώς έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ίδια απόφαση;

3. Ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στην αγωγή της Α κατά του Γ, δεν ασχολήθηκε με τη θεμελίωση της αξίωσης και στην κυριότητα κ.λπ.;

4. Τι θα μπορούσε να πράξει εν γένει ο Γ μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης που απέρριψε τις ενστάσεις παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως αόριστες;

5. Έκρινε ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ Α και Γ;

6. Παραδεκτώς επαναφέρονται από τον Γ οι ενστάσεις παραγραφής και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ;

7. Τι φρονείτε για την άσκηση της αγωγής του Γ κατά της Α για την απαίτηση των 30.000 €;

8. Τι φρονείτε για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτου; Τι θέματα τίθενται;

Θέμα 2

Ιστορικό

Οι Α και Β ασκούν, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αγωγή κατά του Ο, στην οποία εκθέτουν ότι είχαν συμφωνήσει με τον Ο να τους μεταφέρει με το επιβατηγό αυτοκίνητό του (ταξί), ότι ο Ο οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, με αποτέλεσμα να υποπέσει στη διαχωριστική νησίδα, και ότι εξαιτίας αυτού τραυματίστηκαν σοβαρά, και για αυτό ζητούν την καταβολή αποζημίωσης ύψους 50.000 € για τον Α και 30.000 € για τον Β. Ο εναγόμενος Ο υποστήριξε ότι το ατύχημα δεν οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, αλλά στην υπαίτια συμπεριφορά οδηγού άλλου αυτοκινήτου, το οποίο προσέκρουσε αιφνιδιαστικά στο οδηγούμενο από αυτόν αυτοκίνητο. Με τις προτάσεις τους οι Α και Β επικαλέσθηκαν επικουρικώς ενδοσυμβατική ευθύνη του Ο. Η αγωγή απορρίφθηκε ως προς τη βάση της από αδικοπραξία, χωρίς το δικαστήριο να εξετάσει τη νομική θεμελίωση της αγωγής στην ενδοσυμβατική ευθύνη.

Η απόφαση επιδόθηκε στους Α και Β την 1.2.2017. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση μόνο ο Α, παραπονούμενος για την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και για τη μη εξέταση της αγωγικής βάσης από τη σύμβαση μεταφοράς. Με τις προτάσεις του στο Εφετείο ο Ο προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, ακόμη κι αν ο ίδιος ήταν υπαίτιος του ατυχήματος, σε κάθε περίπτωση ο Α δεν είχε υποστεί ζημία.

Εν τω μεταξύ, στις 3.4.2017, ο Β άσκησε νέα αγωγή κατά του Ο, επικαλούμενος τις ίδιες συνθήκες του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, με αίτημα την καταβολή του ίδιου ποσού (30.000 €), με βάση την ευθύνη του Ο από τη μεταξύ τους σύμβαση μεταφοράς. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής ο Ο υποστήριξε ότι ως προς τον Β υπάρχει δεδικασμένο από την απόφαση που εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής των Α και Β. Τελικά, η έφεση του Α έγινε δεκτή και το Εφετείο δέχθηκε πλήρως την αγωγή κατά τη βάση της από την αδικοπραξία, χωρίς να εξετάσει τον ισχυρισμό του Ο για την ανυπαρξία ζημίας του Α. Στη συνέχεια ο Β, με εκτελεστό τίτλο την εφετειακή αυτή απόφαση, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο. Ο τελευταίος θεωρεί ότι, ενόψει του ότι ο Β δεν άσκησε έφεση κατά της απόφασης επί της αγωγής των Α και Β, δεν νομιμοποιείται να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση.

Ερωτάται

1. Παραδεκτώς προβλήθηκε με τις προτάσεις των Α και Β η νομική θεμελίωση της αγωγής σε ενδοσυμβατική ευθύνη;

2. Θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης υπέρ του Ο λόγω του ότι έμεινε ανεξέταστος από το Εφετείο ο ισχυρισμός του για την ανυπαρξία ζημίας του Α;

3. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός που προέβαλε ο Ο περί δεδικασμένου κατά τη συζήτηση της αγωγής του Β;

4. Νομίμως επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση από τον Β κατά του Ο;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα δύο θέματα θα πρέπει να απαντηθεί το ένα. Επιτρέπονται ασχολίαστοι κώδικες. Οι απαντήσεις πρέπει να είναι σύντομες και αιτιολογημένες.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2018 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Τριανταφύλλου
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.