Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούνιος 2017 – Θέμα 2 από 2

Σημείωση: Στην πηγή υπάρχουν 2 διαφορετικά θέματα με την ίδια ένδειξη «Ιούνιος 2017», χωρίς διάκριση σειράς ή κλιμακίου. Πιθανόν αφορούν διαφορετικές σειρές ή διαφορετικό έτος. Αν γνωρίζετε, ενημερώστε μας.

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α εκμίσθωσε διαμέρισμά του στους Β και Γ, προκειμένου αυτοί να το χρησιμοποιούν ως κατοικία. Για την καταβολή του μισθώματος και όλων των σχετικών χρηματικών υποχρεώσεων από τη σύμβαση μίσθωσης συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ενοχή εις ολόκληρον των Β και Γ (ΑΚ 481). Μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα ο Α διαπιστώνει φθορές στο μίσθιο, που κατά τη γνώμη του προήλθαν από κακή χρήση του. Διαμαρτυρίες του προς τους μισθωτές δεν είχαν αποτέλεσμα. Κατόπιν τούτου, ασκεί αγωγή αποζημίωσης κατά του Β στο αρμόδιο δικαστήριο, με αναφορά στη σύμβαση μισθώσεως, στις προκληθείσες φθορές και στο ποσό της ζημίας, το οποίο και αιτείται να του καταβληθεί. Ο Β, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρίσθηκε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα για νομικούς και πραγματικούς λόγους. Συγκεκριμένα, ο Β πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι στην αγωγή δεν απαντούσε ισχυρισμός ότι οι φθορές είναι πέραν εκείνων που προήλθαν από τη συνήθη και συμφωνημένη χρήση του μισθίου και για τις οποίες ευθύνεται κατά νόμο ο μισθωτής (ΑΚ 592). Η αγωγή ήταν επίσης απορριπτέα, γιατί δεν είχε στραφεί και κατά της Γ, που είχε επίσης την ιδιότητα της μισθώτριας. Ως προς την ουσία της υπόθεσης ισχυρίσθηκε ότι δεν υπήρχαν φθορές πέραν από τις συνήθεις για τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου. Σε κάθε περίπτωση προβάλλει την ένσταση επισχέσεως για αξίωση καταβολής δαπανών στις οποίες προέβη στο μίσθιο και για τις οποίες βαρύνεται ο εκμισθωτής. Από την πλευρά του, ο Α ζήτησε με παραδεκτό δικονομικό τρόπο την απόρριψη όλων των ισχυρισμών του Β. Ιδίως σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό ανέφερε ότι η αγωγή του είναι πλήρης. Σε κάθε περίπτωση προσθέτει τώρα κατά τη συζήτηση ότι οι φθορές δεν ήταν τέτοιες που προκλήθηκαν από τη συνηθισμένη χρήση του μισθίου· ήταν ασυνήθεις και άσχετες με τη συμφωνηθείσα χρήση. Έλαβαν χώρα αποδείξεις. Το δικαστήριο τελικώς απέρριψε τους ισχυρισμούς του Β για την έλλειψη της αγωγής και για το γεγονός ότι η αγωγή δεν στρέφεται και κατά της Γ. Απέρριψε επίσης ως αόριστη την ένσταση επισχέσεως. Σε σχέση με τις φθορές, δεν μπόρεσε να σχηματίσει, παρά την εξάντληση όλων των αποδεικτικών δυνατοτήτων, πλήρη δικανική πεποίθηση. Εξέδωσε απόφαση που δέχεται κατ’ ουσίαν την αγωγή. Η ασκηθείσα έφεση του Β, με λόγο έφεσης την εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, δεν οδήγησε σε θετικό αποτέλεσμα, καίτοι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβληματίστηκε αν θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη. Στη συνέχεια ο Α, αφού τήρησε ό,τι απαιτείται από τον νόμο, προβαίνει σε καταγγελία της μισθώσεως (ΑΚ 594) λόγω των φθορών και ενόψει της ήδη τελεσίδικης αποφάσεως για την αποζημίωση. Ο Β αμφισβητεί την ύπαρξη φθορών για τις οποίες ευθύνεται, δηλαδή την ύπαρξη φθορών πέραν των συνήθων για τη συμφωνηθείσα χρήση, και ζητά ως εκ τούτου την απόρριψη της αγωγής. Η καταγγελία κατά τη γνώμη του είναι άκυρη. Αντίθετα, ο Α φρονεί ότι υφίσταται δεδικασμένο για το θέμα αυτό από την πρώτη δίκη και εξετάζει μάρτυρες. Σε εξέταση μαρτύρων προβαίνει και ο Β, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του. Το δικαστήριο διαπιστώνει τη μη ύπαρξη φθορών πέρα των συνήθων και απορρίπτει την αγωγή. Με την αγωγή αποζημίωσης ο Α είχε ζητήσει και τη λήψη του μέτρου της προσωπικής κράτησης ως μέσου εκτελέσεως λόγω των φθορών στο μίσθιο (1047 ΚΠολΔ). Το αίτημα απερρίφθη από το δικαστήριο ως μη νόμιμο. Κατόπιν τούτου, ο Α δρομολόγησε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο του Β, με τήρηση της προδικασίας.

Ερωτάται

1. Ποιος δικονομικός προβληματισμός υποκρύπτεται στον ισχυρισμό του Β για την έλλειψη της αγωγής σε σχέση με τις φθορές; Τι φρονείτε σχετικώς;

2. Έπρεπε ο Α να στρέψει την αγωγή και κατά της Γ, όπως ισχυρίσθηκε ο Β;

3. Έκρινε ορθά το δικαστήριο στην πρώτη δίκη για την αποζημίωση, ενόψει του αποτελέσματος της αποδεικτικής διαδικασίας για τις φθορές;

4. Δεσμεύεται ο Β να επαναφέρει την ένσταση επισχέσεως στην επισπευδόμενη εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση με την κατάσχεση ακινήτου του, στην οποία προέβη ο Α;

5. Ορθά έκρινε το δικαστήριο της δεύτερης δίκης για την καταγγελία, απορρίπτοντας την αγωγή, καίτοι υπάρχει η πρώτη απόφαση για την αποζημίωση;

6. Μπορούσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή του Α ως αόριστη, όπως προβληματίσθηκε, ενόψει του προβληθέντος λόγου εφέσεως;

7. Μπορεί ο Α να επισπεύσει εκτέλεση και κατά της Γ με βάση τον εκτελεστό τίτλο που έχει κατά του Β;

8. Ορθώς απερρίφθη το αίτημα του Α για προσωπική κράτηση του Β ως μη νόμιμο;

9. Με βάση την παράσταση του Β για την έλλειψη της πρώτης αγωγής, ποια αναιρετική πλημμέλεια θα συνέτρεχε;

Θέμα 2

Ιστορικό

Η εταιρεία Ε, με αγωγή που άσκησε κατά του Β στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ισχυρίσθηκε ότι είχε πωλήσει στον Β διάφορες ποσότητες εμπορευμάτων, έναντι των οποίων ο Β κατέβαλλε σε αυτή τμηματικά διάφορα ποσά, και ότι την 31.12.2013 η οφειλή του προς αυτή ανερχόταν σε 300.000. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι συνήφθη μεταξύ αυτών σύμβαση αναγνώρισης εκ μέρους του Β οφειλής προς την Ε ποσού 300.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η Ε ζήτησε να υποχρεωθεί ο Β να της καταβάλει το ποσόν αυτό με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατάρτισης της ως άνω σύμβασης αναγνώρισης. Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ο Β ισχυρίσθηκε: α) ότι η σύμβαση αναγνώρισης είναι εικονική, και προς απόδειξη της εικονικότητας προσκόμισε ένορκη βεβαίωση του Μ, β) ότι υπάρχει δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής που είχε ασκήσει η Ε κατ’ αυτού, με την οποία, επικαλούμενη την ίδια σύμβαση πώλησης, ζητούσε το υπόλοιπο τιμήματος ύψους 300.000 ευρώ, και γ) πρότεινε σε συμψηφισμό απαίτησή του κατά της Ε ποσού 100.000 ευρώ. Το δικαστήριο απέρριψε τους υπό α) και β) ισχυρισμούς του Β, δέχθηκε την ένσταση συμψηφισμού, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή για ποσόν 200.000 ευρώ και κήρυξε την απόφασή του προσωρινώς εκτελεστή για ποσόν 100.000 ευρώ. Η Ε, με εκτελεστό τίτλο την απόφαση αυτή, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο του Β. Ο Β άσκησε έφεση κατά της απόφασης. Στον πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν: α) ο ενυπόθηκος δανειστής Δ1, που είχε εγγράψει υποθήκη την 1.3.2014 για ποσόν 100.000 ευρώ, και β) ο προσημειούχος δανειστής Δ2, που είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης την 1.2.2014 για ποσόν 150.000. Το ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε και το προς διανομή ποσόν ανήλθε σε 180.000 ευρώ.

Ερωτάται

1. Πώς χαρακτηρίζετε δικονομικά τους ισχυρισμούς του Β; Είναι επιτρεπτή η απόδειξη της εικονικότητας με ένορκη βεβαίωση;

2. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β περί δεδικασμένου;

3. Θα είχε η Ε έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση;

4. Πώς θα μπορούσε ο Β να ενεργήσει για να αποτρέψει τη διενέργεια του πλειστηριασμού; Αν τελικά γίνει δεκτή η έφεση του Β, θα ακυρωθεί ο πλειστηριασμός που διενεργήθηκε;

5. Πώς θα καταταγούν στον πίνακα κατάταξης η Ε και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν;

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2017 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Τριανταφύλλου
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.