Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούνιος 2017 – Θέμα 1 από 2

Σημείωση: Στην πηγή υπάρχουν 2 διαφορετικά θέματα με την ίδια ένδειξη «Ιούνιος 2017», χωρίς διάκριση σειράς ή κλιμακίου. Πιθανόν αφορούν διαφορετικές σειρές ή διαφορετικό έτος. Αν γνωρίζετε, ενημερώστε μας.

Κλιμάκιο Α–Λ.

Θέμα I

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β, επικαλούμενος ότι κατάρτισε μαζί του σύμβαση επισκευής της κατοικίας του και ότι αυτός (ο Β), για την εκπλήρωση της παροχής, προσέλαβε τους Γ και Δ, οι οποίοι κατά την εκτέλεση του έργου έκλεψαν ορισμένα κοσμήματα. Ζητεί δε να καταδικασθούν και οι τρεις σε αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και να του καταβάλουν το ποσό των 150.000 ευρώ εις ολόκληρον ως περιουσιακή ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Στο δικαστήριο εμφανίστηκαν προσηκόντως οι Β και Δ, ενώ ο Γ δεν κατέθεσε προτάσεις. Επίσης, ο Δ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Β και ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή του Α. Το δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ’ ουσίαν και καταδίκασε τους εναγομένους να καταβάλουν στον Α το ποσό των 100.000 ευρώ ως περιουσιακή ζημία και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση του Δ ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι αυτός ήταν ήδη διάδικος. Την απόφαση αυτή, που δημοσιεύθηκε στις 20.3.2013, επέδωσε νόμιμα ο Α στους Β και Γ, όχι όμως και στον Δ, ως εναγομένους. Ο Β άσκησε εμπρόθεσμα έφεση κατά της αποφάσεως και ζήτησε να εξαφανισθεί αυτή και να απορριφθεί η αγωγή, επειδή το δικαστήριο εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ ο Γ άσκησε έφεση, πάλι εμπρόθεσμα, και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή, ισχυριζόμενος ότι με τον ενάγοντα Α είχε συναφθεί σύμβαση άφεσης χρέους. Ο Α άσκησε εμπρόθεσμα έφεση κατά του Γ και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση, επικαλούμενος ότι αυτή έσφαλε, διότι παραβίασε το τεκμήριο ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής λόγω της ερημοδικίας του Γ, και έπρεπε να επιδικάσει όλο το αιτούμενο ποσό σε βάρος του για την περιουσιακή ζημία. Αργότερα, ο Α άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετο λόγο έφεσης κατά του Γ, ισχυριζόμενος ότι το ίδιο σφάλμα, που έθιξε με τον προαναφερθέντα λόγο έφεσης, έχει εμφιλοχωρήσει και κατά την κρίση του αιτήματος καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του Γ και απέρριψε την αγωγή του Α ως προς τον Γ, δεχόμενο ότι όντως είχε συναφθεί με αυτόν σύμβαση άφεσης χρέους, ενώ απέρριψε την έφεση του Β. Ο Δ ασκεί στις 20.0.2015 αναψηλάφηση κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επίκληση νόμιμου λόγου. Ο αντίδικός του Α ισχυρίζεται ότι αυτή είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί.

Ερωτάται

α) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης του Δ;

β) Αν ο Α ισχυριζόταν ότι η συζήτηση της έφεσης του Β πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι ο Δ, προσθέτως παρεμβάς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν κλητεύθηκε στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν βάσιμος;

γ) Τι θα αποφασίσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την έφεση του Α ενόψει της έφεσης του Γ;

δ) Είναι παραδεκτός ο πρόσθετος λόγος έφεσης του Α;

ε) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α για το εκπρόθεσμο της αναψηλάφησης;

ζ) Αν ο Β ασκούσε αναψηλάφηση κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι το έτος 2000 εκδόθηκε απόφαση επί της αγωγής του Α εναντίον του για αποζημίωση λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής, με την οποία κρίθηκε ότι δεν υπήρχε έγκυρη σύμβαση έργου, και επομένως υπάρχουν αντιφατικά δεδικασμένα, είναι νόμιμος ο λόγος αναψηλάφησης;

Θέμα II

Ιστορικό

Ο Α ασκεί αγωγή κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Ε με αίτημα την καταδίκη της τελευταίας στην καταβολή ληξιπρόθεσμης οφειλής ύψους 200.000 ευρώ από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Προς υποστήριξη της Ε παρεμβαίνουν στην εκκρεμή δίκη ο συνοφειλέτης της εις ολόκληρον Σ και ο ομόρρυθμος εταίρος Ο. Στη συνέχεια ο Ο ασκεί αγωγή κατά του Α με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας της οφειλής της Ε. Κατά την εκδίκαση της αγωγής του Α, η Ε με τις προτάσεις της ομολογεί την ιστορική βάση της αγωγής και προβάλλει ισχυρισμό περί εικονικότητας της σύμβασης. Η Ε με την προσθήκη επί των προτάσεών της προβάλλει επικουρικά ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους από τον Α. Οι Σ και Ο αρνούνται την ιστορική βάση της αγωγής. Το δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ε περί εικονικότητας ως ουσία αβάσιμο και τον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους ως απαράδεκτο και κάνει δεκτή την αγωγή του Α. Η Ε ασκεί έφεση, την οποία στρέφει κατά του Α, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε άλλον, και προβάλλει ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε ο Α προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής του. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως, η Ε με το δικόγραφο των προτάσεών της προβάλλει και πάλι τον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους εκ μέρους του Α και προς απόδειξή του προσκομίζει τη σχετική έγγραφη σύμβαση. Ο Α, προς αντίκρουση της εφέσεως της Ε, υποστηρίζει με το δικόγραφο των προτάσεών του ότι η έφεση είναι απαράδεκτη, διότι η Ε δεν την έστρεψε και κατά των Ο και Σ, ενώ επίσης στηρίζει επικουρικά το αίτημα της αγωγής του στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το δικαστήριο κάνει δεκτή την έφεση της Ε, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, κρατεί και δικάζει την αγωγή του Α και την κάνει δεκτή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, απορρίπτοντας ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό περί άφεσης χρέους. Ο Α, προς ικανοποίηση της επιδικασθείσας απαιτήσεώς του, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά της Ε με την επίδοση στις 10.3.20177 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο του απογράφου της αποφάσεως του εφετείου και στις 22.3.2017 κατάσχει ένα ακίνητό της. Η Ε ασκεί στις 20.4.2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του εφετείου, την οποία στρέφει κατά του Α, επικαλούμενη εσφαλμένη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η Ε ασκεί επίσης ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση στις 2.4.2017, επικαλούμενη αοριστία της επιταγής. Στις 10..2017 η Ε ασκεί δεύτερη ανακοπή κατά της επιβληθείσας κατασχέσεως, προβάλλοντας σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της κατά του Α.

Ερωτάται

α) Ποια θα είναι η κρίση του δικαστηρίου επί της αγωγής του Ο κατά του Α;

β) Μπορεί η αιτίαση περί της εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο να αποτελέσει βάσιμο λόγο έφεσης στη συγκεκριμένη περίπτωση;

γ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α περί απαραδέκτου της έφεσης της Ε;

δ) Είναι παραδεκτή η συζήτηση επί της εφέσεως;

ε) Έκρινε ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κάνοντας δεκτή την αγωγή στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και απορρίπτοντας ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της Ε περί άφεσης χρέους; Επί εσφαλμένης εκτίμησης κρίσεως, ποιοι λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται;

ζ) Ασκείται παραδεκτά η αίτηση αναιρέσεως της Ε;

η) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι των ανακοπών που ασκεί η Ε κατά της επιταγής προς εκτέλεση και της κατάσχεσης;

Οδηγίες εξέτασης

Να δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2017 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.