Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούλιος 2013

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α ασκεί αγωγή κατά του Β και ζητεί την καταδίκη του αφενός στην καταβολή ποσού 200.000 ευρώ ως οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή και αφετέρου ποσού 100.000 ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα πωλήσεως. Με το ίδιο δικόγραφο ο Α στρέφεται κατά του Γ και ζητεί την καταδίκη του στην καταβολή των παραπάνω ποσών με την ιδιότητα του εγγυητή. Οι Β και Γ αρνούνται την αγωγή και ζητούν την απόρριψή της. Μεταξύ άλλων, ο Γ ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως ως νόμω αβάσιμη, γιατί ο ενάγων δεν αναφέρει αν η σύμβαση εγγυήσεως καταρτίστηκε εγγράφως, καθώς και τον τόπο και τον χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως εγγυήσεως. Ο Β από την πλευρά του προέβαλε επικουρικώς ένσταση συμψηφισμού με ανταπαίτησή του κατά του Α από σύμβαση πωλήσεως. Ο Α, με τη σχετική προσθήκη-αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών του, ισχυρίσθηκε ότι η αγωγή του κατά του Γ είναι αρκούντως ορισμένη, το ζήτημα αφορά τον εναγόμενο, ενώ το θέμα του τόπου και του χρόνου καταρτίσεως της συμβάσεως είναι άνευ νομικής επιρροής. Σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζει με την παρούσα προσθήκη-αντίκρουση ότι η σύμβαση εγγυήσεως καταρτίσθηκε με το από 20/05/2010 ιδιωτικό έγγραφο. Κατά τα λοιπά, αρνήθηκε την ύπαρξη της κατ’ ένσταση προβληθείσας ανταπαιτήσεως του Β με επίκληση ισχυρισμών επί της ουσίας.

Εκδόθηκε απόφαση με την οποία, ως προς τον Β, έγινε πλήρως δεκτή η αγωγή για την εργολαβική αμοιβή και εν μέρει, κατά το ποσό των 50.000 ευρώ, ως προς το οφειλόμενο τίμημα πωλήσεως. Το δικαστήριο απέρριψε συγχρόνως την ένσταση συμψηφισμού του Β ως αόριστη. Ως προς τον Γ, η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν ότι καταρτίσθηκε εγγράφως, καθώς και ο τόπος και ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως εγγυήσεως.

Κατά της αποφάσεως στο σύνολό της άσκησε έφεση ο Β, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο. Έφεση άσκησε επίσης ο Α για τον λόγο ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η αγωγή του κατά του Γ ως αόριστη.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θεώρησε την απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς τον Γ ορθή και κατ’ επέκτασιν απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του Α. Σε σχέση με την έφεση του Β, την έκανε τυπικά δεκτή. Θεώρησε στη συνέχεια την αγωγή, κατά το σκέλος που αφορούσε το τίμημα πωλήσεως, ως νόμω αβάσιμη, καίτοι δεν υπήρχε σχετικός λόγος εφέσεως. Δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη και απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων Α δεν θεμελιώνουν την κατάρτιση έγκυρης συμβάσεως πωλήσεως.

Ο Α, προς ικανοποίηση της επιδικασθείσας απαιτήσεώς του από εργολαβική αμοιβή, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με τη νομότυπη επίδοση επιταγής προς εκτέλεση (ΚΠολΔ 924) και τη νομότυπη επιβολή κατασχέσεως σε ακίνητο του Β. Ο τελευταίος, ο Β, προσβάλλει με ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ την επιβληθείσα κατάσχεση, επικαλούμενος ανυπαρξία οφειλής λόγω εικονικότητας της συμβάσεως έργου. Προς απόδειξη της βασιμότητας του λόγου ανακοπής εξετάζεται ο μάρτυρας Μ. Για την απαίτηση από την εγγύηση, ο Γ είχε εκδώσει στο παρελθόν και παραδώσει στον Α ιδιωτική επιταγή ποσού 100.000 ευρώ, για την οποία ο Α εξέδωσε διαταγή πληρωμής. Ο Γ άσκησε ανακοπή (632 ΚΠολΔ) και κατέθεσε αίτηση αναστολής που ευδοκίμησε. Η ανακοπή πρόκειται να συζητηθεί το 2014.

Ερωτάται

α) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς τον Γ;

β) Παραδεκτώς απέρριψε το Πρωτοδικείο την ένσταση συμψηφισμού ως αόριστη, καίτοι ο ενάγων Α είχε τοποθετηθεί επ’ αυτής στην ουσία;

γ) Ενόψει της μη επαναφοράς της ενστάσεως συμψηφισμού στον δεύτερο βαθμό από τον Β και της απορρίψεώς της με την αιτιολογία της αοριστίας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καλύπτεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως του Εφετείου;

δ) Είναι ορθή δικονομικώς η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί του αιτήματος καταβολής ποσού 100.000 ευρώ;

ε) Είναι παραδεκτός ο λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ του Β;

ζ) Παραδεκτώς εξετάστηκε ο μάρτυρας Μ για την εικονικότητα;

η) Επηρεάζεται από την τελεσίδικη έκβαση της δίκης ως προς τον Γ η δίκη σε σχέση με τη διαταγή πληρωμής και την ανακοπή του 632 ΚΠολΔ;

Θέμα 2

Ιστορικό

Με συμβολαιογραφικό έγγραφο που καταρτίστηκε στον Συμβολαιογράφο Αθηνών Σ, ο κύριος οικοπέδου Α, κάτοικος Θηβών, ανέθεσε στον εργολάβο Β, κάτοικο Αθηνών, την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, διεπόμενης από τις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας. Παράλληλα, συμφωνήθηκε ότι ο Α θα μεταβιβάσει λόγω αμοιβής στον εργολάβο Β ή σε τρίτο που ήθελε υποδείξει ο Β ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά των αντιστοιχούντων διαμερισμάτων. Το οικόπεδο βρίσκεται στο Αγρίνιο. Στη συνέχεια ο Β κατήρτισε στην Αθήνα προσύμφωνο πωλήσεως με τον Γ, κάτοικο Αθηνών, δυνάμει του οποίου ο Β υποσχέθηκε στον Γ να του μεταβιβάσει διαμέρισμα της μέλλουσας οικοδομής που ανήκει σε εκείνα τα διαμερίσματα για τα οποία ο οικοπεδούχος Α ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον Β ή σε τρίτον που ήθελε υποδείξει ο Β. Ο Γ κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα της αγοράς στον Β, που κατασκεύασε την οικοδομή.

Για τον λόγο ότι ο Β δεν εκπλήρωνε την υποχρέωσή του για μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος, ο Γ άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου κατά του Α. Πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο Α προσεπικάλεσε νόμιμα τον εργολάβο Β, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση. Ο Α ομολόγησε τη βάση της αγωγής του Γ. Με βάση τη δικονομική συμπεριφορά του Α, που ομολόγησε την αγωγή, δεν εξέτασε τους προταθέντες από τους Γ και Α μάρτυρες. Το δικαστήριο προβληματίσθηκε για την ύπαρξη της κατά τόπον αρμοδιότητας, καθώς και για το παραδεκτό της αγωγής. Τελικά εξέδωσε απόφαση που έκανε δεκτή κατ’ ουσίαν την αγωγή του Γ. Με πρωτοβουλία του Γ η απόφαση επιδόθηκε στον Α, που δεν άσκησε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Δύο έτη μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ο Β ασκεί αρνητική αναγνωριστική αγωγή κατά του Γ στο Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας του προσυμφώνου πωλήσεως λόγω προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής. Το τίμημα ήταν πολύ χαμηλό. Ο Γ αντιτάσσει ότι η υπόθεση έχει ήδη κριθεί αμετακλήτως. Προσκόμισε και το αποδεικτικό επιδόσεως της αποφάσεως στον Α. Προσέτι, με τη συνδρομή δικαστικού επιμελητή, εγκαθίσταται στο διαμέρισμα που αποτέλεσε αντικείμενο του προσυμφώνου πωλήσεως. Προηγουμένως είχε επιδώσει επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση στους Α και Β και είχε παρέλθει η τριήμερη προθεσμία του άρθρου 926.

Ερωτάται

α) Ήταν κατά τόπον αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου;

β) Ήταν αναγκαία η εγγραφή της αγωγής του Γ στα βιβλία διεκδικήσεων;

γ) Ήταν παραδεκτή η προσεπίκληση του Β από τον οικοπεδούχο Α;

δ) Παραδεκτώς δεν εξέτασε μάρτυρες το δικαστήριο και στηρίχθηκε στην ομολογία του Α;

ε) Παραδεκτώς ασκήθηκε η αρνητική αναγνωριστική αγωγή από τον Β κατά του Γ; Είναι δηλαδή βάσιμος ο ισχυρισμός του Γ ότι η υπόθεση έχει κριθεί αμετακλήτως με την απόφαση του Πρωτοδικείου Αγρινίου;

ζ) Επιτρεπτώς επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση από τον Γ;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα δύο θέματα θα δοθούν απαντήσεις στο ένα.

Επιτρέπεται χρήση νομοθετικών κειμένων (ΚΠολΔ, Οργανισμός Δικαστηρίων, ΑΚ, ΕΝ κ.λπ.).

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2013 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Τσικρικάς, Πανταζόπουλος
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.