Θέμα Ι
Ιστορικό
Ο Α άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή κατά του Β και ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας ποσού 35.000 ευρώ από τη μεταξύ τους σχέση εξαρτημένης εργασίας για το χρονικό διάστημα από 10.8.16 έως 9.8.2018. Στη δίκη εκείνη άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Α ο Γ, επίσης εργαζόμενος στον Β, ο οποίος επικαλέστηκε ότι δεν είχαν καταβληθεί και σ’ αυτόν μισθοί υπερημερίας από τον Β. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την πρόσθετη παρέμβαση του Γ και στη συνέχεια δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του Α. Η απόφαση επιδόθηκε από τον Γ στον Α στις 30.5.2019, ενώ ο Α επέδωσε την απόφαση στον Β στις 10.5.2019. Ο Α άσκησε έφεση κατά της άνω απόφασης στις 28.6.2019 και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση και να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ως παραδεκτή την έφεση, την απέρριψε κατ’ ουσίαν με απόφαση που εκδόθηκε τον Αύγουστο του 2019. Στο μεταξύ ο Α άσκησε άλλη αγωγή κατά του Β, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί να του καταβάλει ο Β μισθούς υπερημερίας από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για το χρονικό διάστημα από 10.8.2018 έως 10.9.2019, ποσού 28.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε τη νέα αγωγή στις 18.9.2019, εξέδωσε απόφαση τον Νοέμβριο του 2019 και, παρά το γεγονός ότι ο Α επικαλέστηκε την προγενέστερη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, αυτό έκρινε ότι δεν έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απέρριψε την αγωγή του Α ως ουσία αβάσιμη. Ο Β επέδωσε την ως άνω απόφαση στον Α στις 5.12.2019 και άσκησε έφεση στις 5.1.2020 κατά της άνω απόφασης, επικαλούμενος ότι η αγωγή του Α έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Ο Α άσκησε αναίρεση στις 8.1.2020 κατά της ίδιας απόφασης, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση του δεδικασμένου από την πρώτη απόφαση επί της πρώτης αγωγής). Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε τύποις και κατ’ ουσίαν τον λόγο αναιρέσεως, εξαφάνισε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο δικαστήριο που την εξέδωσε. Το δικαστήριο της παραπομπής απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, επειδή δέχθηκε τον ισχυρισμό του εναγομένου, που προβλήθηκε ενώπιόν του, περί εξόφλησης της ως άνω απαίτησης. Ο Α άσκησε παραδεκτώς αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης έπειτα από την τελεσιδικία της, επικαλούμενος την εκ του αριθμ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Ερωτάται
α) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης του Γ;
β) Είναι παραδεκτή η έφεση του Α;
γ) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της δεύτερης αγωγής του Α κατά του Β;
δ) Είναι παραδεκτή η έφεση του Β κατά της απόφασης επί της δεύτερης αγωγής του Α;
ε) Είναι παραδεκτή η πρώτη αναίρεση του Α;
ζ) Είναι παραδεκτός ο προταθείς λόγος αναίρεσης του Α;
η) Είναι νόμιμος ο εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της δεύτερης αναίρεσης του Α κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής;
Θέμα ΙΙ
Ιστορικό
Ο Δ άσκησε αγωγή κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Ε με αίτημα την καταδίκη της στην καταβολή ποσού 500.000 ευρώ από σύμβαση έργου. Η αγωγή έγινε δεκτή και η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή για το ποσόν των 250.000 ευρώ. Ο Δ επισπεύδει την αναγκαστική εκτέλεση με επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης σε ακίνητα κυριότητας της Ε και του ομόρρυθμου εταίρου αυτής Β. Κατά της απόφασης άσκησαν έφεση η Ε και ο Β, οι οποίοι υπέβαλαν και αίτηση αναστολής της εκτελεστότητάς της. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναστολής. Στη συνέχεια ο Β, πενήντα μέρες μετά την επίδοση σ’ αυτόν της έκθεσης κατάσχεσης, άσκησε ανακοπή κατά της επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση και της κατάσχεσης, επικαλούμενος ότι η αναγκαστική εκτέλεση δεν επισπεύδεται έγκυρα εναντίον του, γιατί η προσωρινώς εκτελεστή απόφαση είχε εκδοθεί μόνον κατά της Ε.
Περαιτέρω ο Γ ασκεί ανακοπή προς ακύρωση της επιβληθείσας κατάσχεσης, την οποία στρέφει κατά του Δ, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος είναι κύριος του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου και όχι η Ε.
Κατά την εκδίκαση της έφεσής της, η Ε με τις προτάσεις της προέβαλε επικουρικά ένσταση συμψηφισμού με ανταπαίτησή της κατά του Δ προερχόμενη από αδικοπραξία και προς απόδειξή της προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση του Μ.
Μετά την απόρριψη των εφέσεων της Ε και του Β ως αβάσιμων και την εκπλειστηρίαση του κατασχεθέντος ακινήτου της Ε, αυτή ασκεί αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά του Δ, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεικτικά μέσα που περιήλθαν σε γνώση του νόμιμου εκπροσώπου της μετά τη συζήτηση της εφέσεώς της, η απόφαση του Εφετείου είναι εσφαλμένη και ως εκ τούτου ο Δ πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας της κατά το ποσό που έλαβε από το πλειστηρίασμα.
Ερωτάται
α) Ασκήθηκε παραδεκτά έφεση από τον Β;
β) Είναι παραδεκτός και βάσιμος ο λόγος ανακοπής του Β;
γ) Με ποιο ένδικο βοήθημα και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να αμυνθεί ο Β κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης;
δ) Είναι παραδεκτή η προβολή της ένστασης συμψηφισμού από την Ε;
ε) Είναι παραδεκτή η ανακοπή του Γ; Αν όχι, πώς θα μπορούσε να θεραπευτεί το απαράδεκτο;
ζ) Ποια θα είναι η κρίση του δικαστηρίου επί της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού της Ε κατά του Δ;
Οδηγίες εξέτασης
Θα δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 31 ΙΑΝ 2020, 09:00–11:00 (πρόγραμμα εξεταστικής της Σχολής)
- Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

