Κλιμάκιο Α΄.
Θέμα 1
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β, κατοίκου Αθηνών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 200.000 ευρώ ως αμοιβή από τη σύμβαση εκτέλεσης έργου (διόρθωση και συντήρηση του ανελκυστήρα), που συνήφθη στην Κόρινθο. Την ημέρα της δικασίμου δεν εμφανίστηκε ο Α, αλλά ο παραδεκτώς ασκήσας πρόσθετη παρέμβαση (υπέρ του Α) στη δίκη Γ, στον οποίον ο Α είχε εκχωρήσει την απαίτησή του μετά την άσκηση της αγωγής του. Ο Β, με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του, υποστήριξε (α) ότι το δικαστήριο είναι κατά τόπον αναρμόδιο, διότι η σύμβαση είχε συναφθεί στην Κόρινθο, (β) ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς ο Α, διότι ο ίδιος (ο Β) δεν συνήψε τη σύμβαση έργου με αυτόν, αλλά με τον Α, (γ) ότι επικουρικώς προβάλλει ένσταση συμψηφισμού κατά της απαίτησης του Α, επικαλούμενος ισόποση απαίτηση του πατέρα του Ε κατά του Α από δάνειο. Ταυτόχρονα, ο Β άσκησε ανταγωγή κατά του Γ και ζήτησε να του καταβάλει το ποσό των 260.000 ευρώ από αδικοπραξία, όπως εξειδικεύεται με το δικόγραφο της ανταγωγής.
Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του Α, χωρίς να εισέλθει στην εξέταση των ισχυρισμών του Β, επικαλούμενο την ερημοδικία του Α, όπως επίσης απέρριψε την ανταγωγή του Β ως ουσία αβάσιμη.
Ερωτάται
α) Έπραξε ορθώς το δικαστήριο ως προς την αγωγή;
β) Πώς χαρακτηρίζετε τον ισχυρισμό του Β για την αρμοδιότητα και πώς κρίνετε τη βασιμότητά του;
γ) Πώς χαρακτηρίζετε τον ισχυρισμό του Β για τη μη ύπαρξη νομιμοποιήσεως;
δ) Παραδεκτώς προτάθηκε η ένσταση συμψηφισμού;
ε) Έπραξε ορθώς το δικαστήριο ως προς την απόρριψη της ανταγωγής ως ουσία αβάσιμης;
Θέμα 2
Ιστορικό
Ο Α άσκησε κατά του Β ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας λόγω εικονικότητας μιας σύμβασης πώλησης ακινήτου που καταρτίστηκε στην Αθήνα. Ο Β ισχυρίστηκε νομίμως με τις προτάσεις του ότι (α) το δικαστήριο είναι κατά τόπον αναρμόδιο, διότι είναι κάτοικος Λαμίας, και σε κάθε περίπτωση διότι το ακίνητο κείται στην Κόρινθο, (β) για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης από το δικαστήριο ως προς την ιστορική βάση της αγωγής δεν θα πρέπει να εξεταστούν μάρτυρες, κατ’ άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο απαγορεύει την εξέταση μαρτύρων κατά του περιεχομένου εγγράφου, όπως εδώ της σύμβασης πώλησης ακινήτου. Επιπλέον, ο Β άσκησε ανταγωγή με αυτοτελές δικόγραφο, που επιδόθηκε στον Α εμπρόθεσμα, και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ποσό των 54.000 ευρώ από αδικοπραξία, όπως εξειδικεύεται με το δικόγραφο της ανταγωγής. Ο Α ισχυρίστηκε, προς απόκρουση της ανταγωγής του Β, ότι το δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο, διότι η ανταγωγή υπάγεται λόγω ποσού στην υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Το δικαστήριο, αν και είχε αμφιβολία για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, δέχτηκε εν μέρει αυτήν ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.
Ερωτάται
α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Α και Β;
β) Αν υποτεθεί ότι η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη, τι θα πράξει το δικαστήριο ως προς την ανταγωγή;
γ) Ορθώς έπραξε το δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή;
Θέμα 3
Ιστορικό
Ο Α ασκεί στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Ο, των ομόρρυθμων εταίρων της Γ και Δ και του συνοφειλέτη της (της εταιρείας Ο) εις ολόκληρον Ε και ζητεί να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας ληξιπρόθεσμη οφειλή ύψους 50.000 ευρώ από σύμβαση δανείου. Κατά την ημέρα της δικασίμου παρίστανται ο ενάγων Α και οι Ο, Δ και Ε εκ των εναγομένων. Αντίθετα, δεν παρέστη ο Γ, ο οποίος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Κατά τη συζήτηση, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ο Α υπέβαλε στο δικαστήριο την έγγραφη σύμβαση δανείου. Από την πλευρά τους, με τις προτάσεις τους και προφορικώς κατά τη συζήτηση, η εναγόμενη Ο ομολόγησε την ιστορική βάση της αγωγής, ο εναγόμενος Δ αντέκρουσε την αγωγή με τον ισχυρισμό ότι η επίδικη οφειλή δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, διότι είχε συμφωνηθεί προφορικά ετήσια παράταση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου, ενώ ο εναγόμενος Ε αρνήθηκε την κατάρτιση της συμβάσεως δανείου. Προς απόδειξη των ισχυρισμών των Δ και Ε κατέθεσαν οι μάρτυρες Μ και Ν αντιστοίχως.
Ερωτάται
α) Ποιος βαρύνεται με την απόδειξη της καταρτίσεως της συμβάσεως δανείου;
β) Η απάντηση θα ήταν διαφορετική, αν η έγγραφη σύμβαση δανείου προσκομιζόταν από την Ο;
γ) Ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών των εναγομένων επί της αγωγής;
δ) Είναι παραδεκτή η εξέταση των μαρτύρων Μ και Ν;
ε) Μπορεί το δικαστήριο να εκδώσει κοινή για όλους τους εναγομένους απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως;
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Πολιτική Δικονομία Ι
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΣΕΠ 2014 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Εξεταστές: Ορφανίδης, Πανταζόπουλος, Σινανίδης
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

