Θέμα 1
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί ο Β να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ που οφείλει από έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Με τις προτάσεις του ο Α ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση που έχει συνάψει με τον Β είναι σύμβαση έργου, ενώ ο Β, με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις του, ισχυρίστηκε ότι: (α) με τον Α έχει συνάψει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και (β) έχει συμφωνήσει άφεση χρέους με τον ενάγοντα Α, ενώ με την προσθήκη στις προτάσεις ισχυρίστηκε (γ) ότι η απαίτηση του Α έχει παραγραφεί και, εν πάση περιπτώσει, ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά, διότι έχει παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα, πέραν των 8 ετών, από τότε που η απαίτησή του κατέστη απαιτητή και δικαστικώς επιδιώξιμη και ο αντίδικός του δεν τον ενόχλησε.
Με την προσθήκη στις προτάσεις του ο Α ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση άφεσης χρέους είναι άκυρη κατ’ άρθρο 179 ΑΚ, διότι ο Β εκμεταλλεύθηκε την απειρία του Α, παραθέτοντας σχετικά πραγματικά περιστατικά.
Ερωτάται
α) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ως άνω ισχυρισμοί των διαδίκων και ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης;
β) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το παραδεκτό της προβολής τους;
γ) Μπορεί να αποδειχτεί με μάρτυρα του εναγομένου ο ισχυρισμός του ότι είχε συνάψει με τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου;
δ) Αν ερημοδικούσε ο εναγόμενος Β και το δικαστήριο διαπίστωνε ότι η αγωγή του Α δεν περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία του 216 ΚΠολΔ, τι θα αποφάσιζε ως προς αυτή;
Θέμα 2
Ιστορικό
Οι Β και Γ, οδηγώντας απρόσεκτα τα αυτοκίνητά τους, τραυμάτισαν τον πεζό Α, που προχωρούσε κανονικά στο πεζοδρόμιο. Παρά τις υποσχέσεις τους, οι Β και Γ δεν αποζημίωσαν τον Α για τη ζημιά που υπέστη από τον τραυματισμό. Κατόπιν τούτου, ο Α υπέβαλε μήνυση εναντίον τους, ενώ άσκησε αγωγή στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια κατά των Β και Γ με αίτημα να καταδικαστούν να του καταβάλουν το ποσό των 33.000 ευρώ έκαστος, που ήταν η συνολική του ζημία. Στη δίκη, παρέμβαση υπέρ του Β άσκησε η ασφαλιστική του εταιρεία Δ.
Οι Β και Δ αρνήθηκαν με τις προτάσεις τους την αγωγή. Από την πλευρά του, ο Γ, με τις προτάσεις του, ομολόγησε την αγωγή, επέρριψε όμως το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στον Β. Ο Α, που στο μεταξύ είχε στενοχωρηθεί με τη συμπεριφορά των Β και Γ, ανέφερε ότι δεν δέχεται την ομολογία του Γ και ζήτησε οι ισχυρισμοί του να κριθούν με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε. Όλοι τους εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο.
Εκδόθηκε απόφαση, η οποία, με βάση την ομολογία του Γ, έκανε πλήρως δεκτή την αγωγή και απέρριψε την παρέμβαση της Δ. Ο Β, προς αποφυγή της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του, κατέβαλε το ποσό και στράφηκε με αγωγή κατά του Γ, αξιώνοντας το ήμισυ του καταβληθέντος στον Α ποσού. Ο Γ αντέταξε ότι 95% υπεύθυνος για το ατύχημα ήταν ο Β. Ο Β θεωρεί ότι το θέμα αυτό κρίθηκε δεσμευτικά από την πρώτη δίκη. Στο μεταξύ, εκδίδεται απόφαση του ποινικού δικαστηρίου που παρ’ ελπίδα αθωώνει τους Β και Γ. Στο ποινικό δικαστήριο είχε προσκομιστεί η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου.
Ερωτάται
α) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου στη δίκη αποζημιώσεως σε σχέση με τον Β;
β) Παραδεκτώς το δικαστήριο στηρίχθηκε στην ομολογία του Γ ενόψει της αρνήσεως του Α;
γ) Παραδεκτώς εισήλθε στη δίκη η Δ με άσκηση παρεμβάσεως;
δ) Κρίθηκε το θέμα της ευθύνης δεσμευτικά μεταξύ των Β και Γ από την απόφαση, όπως ισχυρίστηκε στη δίκη αναγωγής ο Β;
ε) Ορθά έκρινε το ποινικό δικαστήριο; Θα επηρεάσει η απόφασή του τη δίκη στα πολιτικά δικαστήρια, αν ο Β ασκήσει έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως;
Θέμα 3
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Β για ζημίες που προκάλεσε στο ακίνητό του. Μετά από σφοδρή αντιδικία σε σχέση αποκλειστικά με το θέμα της υπαιτιότητας, εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως δεν ασκήθηκε από κανέναν διάδικο έφεση. Μετά από 4 έτη ο Β άρχισε να εναποθέτει πράγματα στο ακίνητο του Α. Διαμαρτυρίες του Α δεν είχαν αποτέλεσμα.
Κατόπιν τούτου, ο Α ασκεί αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά του Β, με αίτημα να άρει την προσβολή και να παραλείπει στο μέλλον παρόμοιες προσβολές στο ακίνητό του (ΑΚ 1108). Στον φάκελο της δικογραφίας ο Α τοποθέτησε και την προηγούμενη απόφαση. Με τις προτάσεις του, ο Β αρνήθηκε την προσβολή και υποστήριξε ότι ο Α δεν είναι κύριος του ακινήτου και ποτέ δεν ήταν, ώστε η αγωγή να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποιήσεως. Στα βιβλία μεταγραφών ο Α φέρεται μεν – κατά τους ισχυρισμούς του Β – ως κύριος με απόκτηση του ακινήτου από τον Γ, όμως η μεταβίβαση αυτού ήταν εικονική, επειδή ο Γ ήθελε να αποφύγει τους δανειστές του.
Το δικαστήριο προβληματίστηκε αν θα έπρεπε να αξιοποιήσει την προηγούμενη απόφαση. Τελικά, επειδή δεν υπήρξε ρητή επίκλησή της από τον Α, δεν την έλαβε υπόψη. Εκδόθηκε απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε προσβολή εκ μέρους του Β και, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του Α.
Ερωτάται
α) Έκρινε ορθά το δικαστήριο που δεν έλαβε υπόψη του την προηγούμενη απόφαση από τη δίκη αποζημιώσεως;
β) Ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του Α ότι η 2η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη;
γ) Μπορούσε να προβληθεί στη 2η δίκη ο ισχυρισμός του Β για έλλειψη κυριότητας του Α λόγω εικονικότητας;
δ) Η εικονικότητα, ανεξαρτήτως του παρόντος θέματος, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αναγνωριστικής αγωγής;
Οδηγίες εξέτασης
Από τα 3 θέματα να απαντηθούν τα 2.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Πολιτική Δικονομία Ι
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2017 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

