Πολιτική Δικονομία Ι – Ιούλιος 2018 (Κλιμάκιο Μ-Ω)

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α, κάτοικος Αθηνών, οδηγώντας το αυτοκίνητό του με ταχύτητα 150 χλμ./ώρα και παραβιάζοντας πινακίδα που τον υποχρέωνε να σταματήσει, συγκρούστηκε στη Θεσσαλονίκη με το αυτοκίνητο του Β, κατοίκου Πάτρας. Από τη σύγκρουση αυτή ο Β τραυματίστηκε σοβαρά στα πόδια, ενώ προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητό του ύψους 5.000 ευρώ. Για τις σωματικές βλάβες του Β ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Α, ο οποίος καταδικάστηκε από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο σε φυλάκιση έξι μηνών.

Μετά το αμετάκλητο της ποινικής αποφάσεως, ο Β άσκησε αγωγή κατά του Α ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με αίτημα να καταδικαστεί να του καταβάλει 5.000 ευρώ για τις ζημίες που προκάλεσε στο αυτοκίνητό του από αδικοπραξία και το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Οι Α και Β καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Ο Β, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί υπαιτιότητας του Α, προσάγει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και τα πρακτικά αυτής, επικαλούμενος την κρίση του ποινικού δικαστηρίου και την παραδοχή του Α (ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου) ότι έτρεχε πράγματι με 150 χλμ./ώρα και ότι δεν πρόσεξε τη σχετική απαγορευτική πινακίδα του STOP, επειδή εκείνη τη στιγμή συζητούσε με τη συνοδηγό του. Ο Α ισχυρίζεται μόνο ότι δεν παραβίασε κάποια πινακίδα και ότι το αυτοκίνητό του δεν υπερέβη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας του Κ.Ο.Κ., ενώ ο Β ήταν ο ίδιος υπαίτιος για την πρόκληση της περιουσιακής του ζημίας, διότι είχε παραβιάσει ερυθρό σηματοδότη. Με την προσθήκη στις προτάσεις του ο εναγόμενος Α ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης.

Εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, με απόρριψη ως εκπροθέσμου του ισχυρισμού του Α για την έλλειψη νομικής βασιμότητας. Με πρωτοβουλία του Β η απόφαση επιδόθηκε στον Α. Η επίδοση έγινε στο σπίτι του (άρθρ. 128 ΚΠολΔ). Συγκεκριμένα, ο δικαστικός επιμελητής παρέδωσε την απόφαση στη Γ, ως σύνοικο του Α, που άνοιξε την πόρτα. Ο Α δεν ήταν την ώρα της επιδόσεως στην οικία. Μετά από δύο μήνες ο Α άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως ο Β προβάλλει το εκπρόθεσμο αυτής (άρθρ. 518). Ο Α αντέταξε ότι δεν υπάρχει νόμιμη επίδοση, γιατί έγινε σε πρόσωπο που δεν είχε σχέση μ’ αυτόν. Η Γ δεν είναι σύνοικός του, περιποιείται το σπίτι δύο φορές την εβδομάδα. Προσκομίζει προς τούτο αποδείξεις.

Ερωτάται

1. Είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης;

2. Μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικά μέσα (α) η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και (β) η δήλωση του Α στο ποινικό δικαστήριο ότι όντως έτρεχε με ταχύτητα 150 χλμ./ώρα και ότι παραβίασε την απαγορευτική πινακίδα της τροχαίας;

3. Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ισχυρισμοί του εναγομένου Α και ποιος φέρει το βάρος αποδείξεώς τους;

4. Τι φρονείτε για την αιτιολογία με την οποία απερρίφθη ο ισχυρισμός του Α για έλλειψη νομικής βασιμότητας της αγωγής;

5. Τι φρονείτε για το θέμα της επιδόσεως; Ποια η αποδεικτική ισχύς της εκθέσεως επιδόσεως;

Θέμα 2

Ιστορικό

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ύστερα από σχετική ένσταση των εναγομένων Β και Γ, κηρύχθηκε κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή του Α, με την οποία ζητούσε αποζημίωση ποσού 100.000 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση ποσού 100.000 ευρώ λόγω της σε βάρος του αδικοπραξίας τους (Β και Γ), προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 37 και 46 του ΚΠολΔ. Ο Α στη συνέχεια άσκησε αγωγή κατά των Β και Γ στο τελευταίο δικαστήριο, όπου κατοικούσε πράγματι ο Β, και ζητούσε αποζημίωση ποσού 40.000 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ από καθέναν από τους εναγομένους για την ίδια ως άνω αδικοπραξία.

Με τις προτάσεις του ο Β ισχυρίσθηκε (α) ότι ο Α είναι αποκλειστικώς υπαίτιος για την πρόκληση της περιουσιακής του ζημίας, (β) άλλως ότι είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 60%, διότι δεν μείωσε με τη συμπεριφορά του την περιουσιακή του ζημία, αν και μπορούσε να το πράξει, με την αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, με την προσθήκη δε στις προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι η αξίωση του Α έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Ο Α ισχυρίστηκε με την προσθήκη στις προτάσεις του ότι η παραγραφή της απαίτησής του έχει διακοπεί, διότι ο Β είχε αναγνωρίσει την ως άνω απαίτησή του.

Παράλληλα, ο Β άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα προσεπίκληση του Δ, επικαλούμενος ότι αυτός είναι ο αληθής υπαίτιος της πρόκλησης της ζημίας, και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει στον Α. Ο Γ δεν κατέθεσε προτάσεις, αλλά εμφανίστηκε στο ακροατήριο τη μέρα της δικασίμου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων εκδίκασε την αγωγή του Α και τη δέχτηκε κατ’ ουσίαν ως προς τον Β, ενώ ως προς τον Γ τον δίκασε ερήμην και παρ’ όλα αυτά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη. Επίσης, δέχτηκε κατ’ ουσίαν ως βάσιμη την προσεπίκληση του Β κατά του Δ.

Ερωτάται

1. Ορθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων συζήτησε την αγωγή του Α και εξέδωσε οριστική απόφαση κατά των Β και Γ;

2. Πώς χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί των Α και Β και παραδεκτώς προτείνονται;

3. Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την προσεπίκληση του Β κατά του Δ;

4. Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την απόρριψη της αγωγής του Α κατά του Γ, ενόψει της ερημοδικίας του;

Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α, κύριος αγροκτήματος, ασκεί στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή αποζημίωσης (ΑΚ 914) κατά των Β και Γ για ζημίες που προξένησαν στην περίφραξη του αγροκτήματος και στα ελαιόδεντρα εντός αυτού. Οι Β και Γ, συγκύριοι όμορου (διπλανού) ακινήτου, αρνήθηκαν την αγωγή και ζήτησαν την απόρριψή της για τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους. Επικουρικώς πρόβαλαν ένσταση συμψηφισμού για ισόποση ανταπαίτησή τους εξ ημισείας, που κατά τους ισχυρισμούς τους διατηρούν κατά του Α από παροχή υπηρεσιών.

Εκδόθηκε απόφαση που έκανε την αγωγή παραδεκτή και νόμω βάσιμη. Ως προς την ουσία της, το δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως κατ’ άρθρ. 254 ΚΠολΔ. Οι Β και Γ θεωρούν, ωστόσο, την απόφαση εσφαλμένη και την προσβάλλουν με έφεση.

Στη συνέχεια και αφού επαναλήφθηκε η συζήτηση, εκδίδεται απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχεται εν μέρει την αγωγή και απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη την ένσταση συμψηφισμού. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Στο μεταξύ, εκδόθηκε απόφαση και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί της εφέσεως των Β και Γ, που την απορρίπτει ως απαράδεκτη.

Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως για τις ζημίες, αποθνήσκει ο Α, που κληρονομείται από τα τέκνα του Δ και Ε (καθολική διαδοχή). Για άγνωστο λόγο η έριδα μεταξύ των εμπλεκομένων αναζωπυρώνεται με αμφισβήτηση εκατέρωθεν της συνολικής νομικής καταστάσεως. Οι Δ και Ε ασκούν αγωγή κατά των Β και Γ για αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του αγροκτήματος, την οποία οι Β και Γ αμφισβητούν δημοσίως. Επίσης, με επίκληση νέων αποδεικτικών στοιχείων, οι Β και Γ ασκούν από τη μεριά τους αγωγή για την απαίτηση που είχε προβληθεί σε συμψηφισμό στην προηγηθείσα δίκη. Ζητούν έκαστος το μισό της αμοιβής για τις υπηρεσίες που είχαν παράσχει προς τον Α.

Ερωτάται

1. Παραδεκτώς έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη;

2. Παραδεκτώς άσκησαν αγωγή για την κυριότητα οι Δ και Ε; Τι θα αποφανθεί, με άλλα λόγια, το δικαστήριο;

3. Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για την αγωγή των Β και Γ;

4. Πώς συνδέονται μεταξύ τους οι Β και Γ τόσο σε σχέση με την αγωγή του Α εναντίον τους όσο και σε σχέση με την αγωγή που άσκησαν οι ίδιοι κατά των Δ και Ε;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα τρία θέματα θα πρέπει να απαντηθούν τα δύο.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία Ι
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2018 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Β (Κλιμάκιο Μ-Ω)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.