Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου – Σεπτέμβριος 2012

Θέμα 1

Η 17-χρονη Α εκμισθώνει στο ίδρυμα Ι για τη στέγαση των γραφείων του ένα κεντρικό ακίνητο που κληρονόμησε από το θείο της. Το μισθωτήριο συμβόλαιο υπέγραψαν η Α αυτοπροσώπως και ο Δ, δικηγόρος του Ι, ο οποίος ενήργησε στο όνομα και για λογαριασμό του Ι, σύμφωνα με σχετική απόφαση της Διοίκησης του Ι.

Ερωτάται:

1. α. Υπό ποιά ιδιότητα σε σχέση με το Ι ενήργησε ο Δ κατά την κατάρτιση της μίσθωσης;

1. β. Αν ο Δ είχε προβεί στην κατάρτιση της μίσθωσης, χωρίς να έχει λάβει η Διοίκηση του Ι σχετική απόφαση, το γεγονός αυτό θα επιδρούσε στο κύρος της μίσθωσης;

2. Έχει το Ι δίκιο ισχυριζόμενο ότι δεν το δεσμεύει η πιο πάνω μίσθωση ως άκυρη λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας του Α;

3. α. Αν δεχθούμε ότι η Α ήταν δικαιοπρακτικά ικανή να μισθώσει το ακίνητό της, ευσταθεί η αγωγή που άσκησε η Α, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί άκυρη η μίσθωση του ακινήτου της, επειδή το συμφωνηθέν ευτελές μίσθωμα ήταν σε προφανή δυσαναλογία από το σύνηθες για την περιοχή, αφού ο Δ έπεισε εύκολα την άπειρη στις σχετικές συναλλαγές Α ότι η μισθωτική αξία των ακινήτων της περιοχής ήταν δήθεν πολύ χαμηλή; Έχει σημασία για την απάντησή σας ότι ο Δ και όχι η διοίκηση του Ι έπεισε την Α για τη δήθεν πολύ χαμηλή μισθωτική αξία των ακινήτων της περιοχής;

3. β. Θα μπορούσε η Α αντί της αναγνώρισης της ακυρότητας να ζητήσει την ακύρωση της μίσθωσης για τον ως άνω λόγο;

Θέμα 2

Ο Π όφειλε στο δικηγόρο Δ, που τον εκπροσώπησε σε διάφορες δικαστικές υποθέσεις, αμοιβή ύψους 5.000€, η οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στις 2.03.2006. Ο Δ, ελέγχοντας τα αρχεία του, διαπίστωσε ότι ο Π δεν είχε εξοφλήσει ακόμα το χρέος του και για το λόγο αυτό του απηύθυνε στις 16.12.2011 επιστολή, με την οποία ζητούσε να τακτοποιήσει την οφειλή του. Ο Π έστειλε στον Δ απαντητική επιστολή με ημερομηνία 20.12.2011, παρακαλώντας τον να αναμείνει λίγο ακόμη για την εξόφληση, διότι λόγω της κρίσης βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, ευελπιστούσε όμως ότι μέχρι το Μάρτιο η κατάσταση θα βελτιωνόταν και ότι θα μπορούσε να εξοφλήσει. Επειδή ο Μάρτιος πέρασε χωρίς ο Π να εξοφλήσει, στις 10.04.2012 ο Δ άσκησε αγωγή κατά του Π, την οποία ο Π αντέκρουσε με τον ισχυρισμό ότι η αξίωση του Δ παραγράφηκε.

Ερωτάται:

1. Θα ευδοκιμήσει η ένσταση του Π;

2. Θα διέφερε η απάντησή σας, εάν ο Δ είχε αποστείλει την επιστολή στις 2.02.2012 και ο Π είχε απαντήσει στις 6.02.2012;

3. Εάν ο Π δεν απαντήσει στην από 2.02.2012 επιστολή αλλά προτιμήσει να εξοφλήσει, καλώς κατέβαλε;


Αναλυτικές Απαντήσεις στο 2o Θέμα (από τον Παναγιώτη Τσιάλα):

1.  Η αξίωση του Δ για δικηγορική αμοιβή υπόκειται σε βραχεία 5-ετή παραγραφή, διότι εμπίπτει στον αριθμό 11 του άρθρου ΑΚ 250. Ως προς τις αξιώσεις του άρθρου αυτού, σημείο έναρξης της προθεσμίας παραγραφής είναι το τέλος του έτους, εντός του οποίου θα συντελούνταν η έναρξή τους κατά τις ΑΚ 252 και ΑΚ 251 (ΑΚ 253). Σύμφωνα με το πρακτικό, η αξίωση του Δ κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή (γεννημένη και δικαστικά επιδιώξιμη – ΑΚ 251) στις 02.03.2006. Επίσης με βάση τα δεδομένα του πρακτικού μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι η όχληση (= προειδοποίηση) του Π από τον Δ ήταν δυνατή εντός του έτους 2006, αν όχι εντός του μήνα Μαρτίου. Επομένως, με συνδυασμένη εφαρμογή των ΑΚ 253, ΑΚ 252, ΑΚ 251 και ΑΚ 250 αρ.11 η προθεσμία βραχείας παραγραφής της αξίωσης του Δ ξεκινά με την λήξη του έτους 2006, δηλαδή ξεκινά την 01.01.2007 και διαρκεί πέντε έτη. Περαιτέρω με βάση τις διατάξεις για τον υπολογισμό του χρόνου, προθεσμία που έχει προσδιοριστεί σε χρόνια λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου (ΑΚ 243 §3). Η προθεσμία παραγραφής της αξίωσης του Δ είναι προσδιορισμένη σε χρόνια (ΑΚ 250 – πέντε έτη), άρα η εν λόγω προθεσμία λήγει μόλις περάσει η 01.01.2012 (στις 02.01.2012 η αξίωση του Δ είναι παραγραμμένη).

Με βάση την πιο πάνω ανάπτυξη, η ανατρεπτική ένσταση παραγραφής που προβάλλει ο Π θα πρέπει σε πρώτο επίπεδο να ευδοκιμήσει. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει, διότι στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεσολάβησε διακοπτικό της παραγραφής γεγονός. Πιο συγκεκριμένα στις 16.12.2011 ο Δ απέστειλε στον Π επιστολή με την οποία ζητούσε την εξυπηρέτηση του χρέους του. Η επιστολή αυτή επιτελεί ρόλο οχλήσεως (οιονεί δικαιοπραξία – ανακοίνωση βουλήσεως). Κατά διασταλτική ερμηνεία του γράμματος της ΑΚ 261 εδ. α΄ως έγερση της αγωγής , η οποία διακόπτει την παραγραφή  της ασκούμενης απαίτησης, εννοείται και κάθε επιθετική διαδικαστική πράξη, η οποία ανοίγει δίκη.  Η όχληση δεν εμπίπτει στο διεσταλμένο γράμμα της ΑΚ 261 εδ. α’, διότι δεν αποτελεί  διαδικαστική πράξη (δεν είναι εισαγωγικό δίκης δικόγραφο), κατά τούτο η άσκησή της δεν διακόπτει την παραγραφή. Ωστόσο, στην επιστολή του Δ ο Π απάντησε με νεότερη επιστολή στις 20.12.2011. Στην επιστολή του αυτή ζητούσε μικρή παράταση χρόνου για να εξυπηρετήσει το χρέος του προς τον Δ. Η δήλωσή αυτή ισοδυναμεί με αναγνώριση της αξίωσης του Δ από τον υπόχρεο Π, και ως τέτοια διακόπτει την παραγραφή της αναγνωριζόμενης αξίωσης (ΑΚ 260 – η επιστολή του Π δεν είναι απλώς μια εξώδικη ομολογία αλλά δικαιοπρακτική δήλωση αναγνωρίσεως). Η διακοπή επήλθε στις 20.12.2011, υπό τον όρο ότι η δήλωση αναγνώρισης του Π περιήλθε στη σφαίρα λήψης του Δ την συγκεκριμένη ημερομηνία (ΑΚ 167 – θεωρία λήψης). Συνέπεια της διακοπής της παραγραφής είναι ότι ο χρόνος που διανύθηκε έως τις 20.12.2011 δεν υπολογίζεται και μάλιστα αρχίζει να τρέχει νέα προθεσμία παραγραφής της αξίωσης του Δ (ΑΚ 270 παρ.1). Ειδικά για τις περιπτώσεις βραχείας παραγραφής του άρθρου ΑΚ 250 η νέα παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή (ΑΚ 270 §2 σε συνδυασμό με ΑΚ 250 αρ.11), δηλαδή τρέχει από τη 1.1.2012 (αφού η διακοπή περατώθηκε με την λήψη της επιστολής από τον Δ) και διαρκεί πέντε χρόνια. Εξ άλλου, η νέα αυτή προθεσμία παραγραφής, διεκόπη εκ νέου στις 10.04.2012 (= ημέρα κατά την οποία εγέρθηκε η αγωγή από τον Δ – ΑΚ 261 εδ.α) και από την επομένη του διακοπτικού γεγονότος άρχισε να τρέχει νέα πενταετής παραγραφή της αξίωσης (ΑΚ 241).

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προθεσμία παραγραφής της αξίωσης του Δ δεν έχει παραγραφεί γι’ αυτό και ο Δ μπορεί να αποκρούσει την ένσταση παραγραφής του Π, αρκεί να προτείνει (και να αποδείξει) την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνώρισης. Εξυπακούεται ότι για να ευδοκιμήσει η αντένσταση του Δ και να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση παραγραφής του Π θα πρέπει επιπροσθέτως να μην έχει παραγραφεί εν επιδικία η αξίωση του Δ (βλ. ΑΚ 261 εδ.β).

2. Με βάση την απάντηση που δώσαμε στο πρώτο ερώτημα μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής: Στο πρώτο παράδειγμα, η ένσταση παραγραφής που πρότεινε ο Π δεν ευδοκίμησε, διότι η αξίωση του Δ για δικηγορική αμοιβή ουδέποτε συμπληρώθηκε (εξ αιτίας της διακοπής της επί δύο φορές). Ωστόσο, με βάση τα παραλλαγμένα δεδομένα του δεύτερου ερωτήματος, η παραγραφή της αξίωσης του Δ έχει παραγραφεί στις 02.01.2012, αφού κατά το χρόνο που μεσολάβησε ως τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής δε μεσολάβησε κάποιο διακοπτικό αυτής γεγονός (ούτε επιστολή αναγνώρισης της αξίωσης ούτε έγερση της αγωγής). Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να μην έχει παραγραφεί η αξίωση του Δ;

Κατ’ αρχάς, είναι σαφές ότι η αγωγή που εγείρεται μετά την παραγραφή της αξίωσης δεν είναι ικανή να επανεκκινήσει την προθεσμία παραγραφής της. Ωστόσο, μήπως η αναγνώριση της παραγραμμένης αξίωσης είναι ικανή να την αναβιώσει και μαζί να αναβιώσει και την προθεσμία παραγραφής της; Από τη συνδυασμένη εφαρμογή των ΑΚ 260 και ΑΚ 272 §2 εδ.β προκύπτει ότι δεν αρκεί μια οποιαδήποτε αναγνώριση της παραγραμμένης αξίωσης για να οδηγήσει στην αναβίωσή της, αλλά θα πρέπει αυτή να είναι έγγραφη και συμβατική. Η απαντητική επιστολή που απέστειλε ο Π στις  06.02.2012 συνιστά ιδιωτικό έγγραφο κατά την έννοια του νόμου. Πιο συγκεκριμένα, η επιστολή του Π είναι ένα γραπτό κείμενο, που περιέχει τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του Π (= δήλωση αναγνωρίσεως της αξίωσης του Δ) και φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του (βλ. ΑΚ 160 §1). Εκτός από έγγραφη, η αναγνώριση της αξίωσης του Δ από τον Π είναι και συμβατική, διότι προφανώς ο Δ αποδέχτηκε την δήλωση βουλήσεως του Π (αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Δ ζήτησε από τον Π να του καταβάλει το χρέος, επομένως και ο ίδιος ο Δ δέχεται την ύπαρξή του). Έτσι, μεταξύ του Δ και του Π συνήφθη μια νέα σύμβαση, η σύμβαση της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (ΑΚ  873) για την οποία τηρήθηκε ο έγγραφος συστατικός τύπος. Το κύρος αυτής της σύμβασης δεν θίγεται από το γεγονός ότι ο Π ενδεχομένως αγνοούσε την παραγραφή της απαίτησης που αναγνώρισε εγγράφως (ΑΚ 272 §2 εδ.β). Με την κατάρτιση της σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους η αξίωση του Δ αναβιώνει (μάλιστα, ο Δ θα αξιώσει από τον Π το οφειλόμενο ποσό με βάση τις ΑΚ 873 επ. και όχι με βάση τις διατάξεις για την έμμισθη εντολή)  και μαζί της τρέχει και νέα προθεσμία παραγραφής.

Σύμφωνα με την παραπάνω ανάπτυξη, η ένσταση παραγραφής που προβάλλει ο Π θα απορριφθεί.

3. Με κατάλληλη προσαρμογή των προηγούμενών μας απαντήσεων στα παραλλαγμένα δεδομένα του τρίτου ερωτήματος, διαπιστώνουμε ότι η παραγραφή της αξίωσης του Δ συμπληρώθηκε κανονικά με το πέρας της 01.02.2012, χωρίς να διακοπεί για κάποιον λόγο και χωρίς να αναβιώσει μεταγενεστέρως η αξίωση και η παραγραφή της λόγω έγγραφης συμβατικής αναγνώρισής της. Μάλιστα, αγνοώντας την παραγραφή της εναντίον του απαίτησης, ο υπόχρεος Π κατέβαλε στο Δ.

Εάν αναδιατυπώναμε το τρίτο υποερώτημα, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στο νομικά κρίσιμο ζήτημα, θα το διαμορφώναμε ως εξής: «Μπορεί εκείνος που κατέβαλε ένα χρέος, αγνοώντας την παραγραφή του, να το αναζητήσει στη συνέχεια με βάση τις διατάξεις ΑΚ 904 επ. για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό;».  Η απάντηση είναι ότι η παραγραμμένη αξίωση παράγει φυσική ή ατελή ενοχή. Αυτό σημαίνει ότι ο δανειστής της δεν μπορεί να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίησή της, διότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με την ανατρεπτική ένσταση της παραγραφής, την οποία θα προτείνει ο υπόχρεος (ΑΚ 272 §1 – δικαίωμα άρνησης της παροχής). Ατελής ενοχή, όμως, σημαίνει επίσης ότι σε περίπτωση που ο οφειλέτης της την εκπληρώσει, θεωρείται ότι καλώς την εκπλήρωσε, δηλαδή δεν δικαιούται να αναζητήσει ό, τι κατέβαλε, ως αδικαιολογήτως καταβληθέν. Έτσι, λοιπόν, και στην παραγραμμένη αξίωση, ο οφειλέτης της Π καλώς κατέβαλε στον Δ, ακόμα και αν αγνοούσε την παραγραφή της αξίωσης, ως εκ τούτου δεν μπορεί να αναζητήσει το καταβληθέν ποσό με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 272 §2 εδ. α – θεμελίωση της νόμιμης αιτίας κτήσεως του πλουτισμού από τον Δ).

Συνημμένα Αρχεία
Αρχεία
Online Τοποθεσίες

Πρώτη ανάρτηση στο nomowiki.gr στις 25 Mar 2023.

This is a Ponder Original.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *