Εφαρμογές Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας – Σεπτέμβριος 2020 (Α-K)

Θέματα

Θέμα 1

Ο Α αναχωρεί για διακοπές και παραδίδει έναν ζωγραφικό πίνακα αξίας 60.000 € στον Β για να τον φυλάει όσο θα λείπει (σύμβαση παρακαταθήκης). Ο Β, όμως, παριστώντας ψευδώς ότι είναι κύριος του πίνακα, πωλεί και μεταβιβάζει αυτόν αντί τιμήματος 60.000 € στον καλόπιστο Γ, ο οποίος αγνοεί ότι ο πίνακας ανήκει κατά κυριότητα στον Α. Έτσι ο Γ αποκτά κυριότητα επί του πίνακα με βάση τις διατάξεις για την καλόπιστη κτήση κινητού πράγματος (άρ. 1036 επ. Α.Κ.). Όταν ο Α επιστρέφει από τις διακοπές του και πληροφορείται τι έχει γίνει, επισκέπτεται τον Β και αξιώνει να του παραδώσει ο Β κοσμήματα και έργα τέχνης αξίας 60.000 €. Επειδή ο Β αρνείται, ο Α τον γρονθοκοπεί για να μπορέσει να του αποσπάσει τα πράγματα αυτά. Από τα χτυπήματα προκαλούνται πολλαπλά κατάγματα, πράγμα το οποίο επιδιώκει ο Α, λόγω των οποίων ο Β πρέπει να παραμείνει για μακρό χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο. Ο Α, όμως, δεν προλαβαίνει να αφαιρέσει τα κινητά του Β, διότι συλλαμβάνεται από Αστυνομικούς οι οποίοι επεμβαίνουν.

Ερώτημα 1ο: Ποινική ευθύνη των Α και Β.

Μετά την έξοδο από το Νοσοκομείο, ο Β παραπέμπεται στο ακροατήριο με κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών σε σχέση με την πώληση του πίνακα στον Γ. Κατά του κλητηρίου θεσπίσματος ασκεί προσφυγή, η οποία απορρίπτεται από τον Εισαγγελέα Εφετών ως εκπρόθεσμη, και δη ως ασκηθείσα την 11η ημέρα μετά την επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος. Όμως ο Εισαγγελέας Εφετών είχε παραβλέψει ότι η 10η ημέρα ήταν αργία και επομένως η προσφυγή δεν είχε ασκηθεί εκπροθέσμως.

Ερώτημα 2ο: Τι μπορεί να κάνει ο Β σε σχέση με το ζήτημα αυτό;

Ο Β καταδικάζεται σε 1ο και 2ο βαθμό. Ασκεί αναίρεση και προβάλλει ότι ο Α παρέστη στο ακροατήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας το πρώτον στον 2ο βαθμό.

Ερώτημα 3ο: Ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το παραπάνω γεγονός;


Απαντήσεις

Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο

1. Η υπεξαίρεση του πίνακα από τον Β

Ο Β, δυνάμει συμβάσεως παρακαταθήκης, ευρίσκεται, ως θεματοφύλακας, στην κατοχή ενός ξένου κινητού πράγματος. Η πώληση του πίνακα από τον Β στον Γ συνιστά ιδιοποίηση αυτού, διότι έχει το αντικειμενικό νόημα της οριστικής απώλειας του πίνακα για τον Α. Συνεπώς ο Β τελεί υπεξαίρεση και με δεδομένο ότι ο πίνακας έχει αξία 60.000 €, πρόκειται για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρ. 375 παρ. 1 εδ. α΄ Π.Κ. 2η περίπτωση). Δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του εδ. β΄ της παρ. 1, δεδομένου ότι α) η ιδιότητα του θεματοφύλακα δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εκεί αναφερομένων ιδιοτήτων (εντολοδόχου, μεσεγγυούχου, διαχειριστή ξένης περιουσίας κ.λπ.) και επομένως η εφαρμογή του εδαφίου αυτού στην υπό κρίσιν περίπτωση θα συνιστούσε απαγορευμένη αναλογία και β) η παράδοση του πίνακα από τον Α, ο οποίος αναχωρεί για διακοπές, στον Β δεν συνιστά εμπίστευση λόγω ανάγκης. 

2. Η συμπεριφορά του Β έναντι του Γ

Θα πρέπει να ερευνηθεί εν προκειμένω αν ο Β τελεί απάτη εις βάρος του Γ. Ο Β προβαίνει στην ψευδή παράσταση ότι είναι κύριος του πίνακα, παραπλανά τον Γ και πείθει αυτόν να προβεί σε περιουσιακή διάθεση, καταβάλλοντας 60.000 € για την απόκτησή του. Είναι ζήτημα, όμως, αν ο Γ υφίσταται περιουσιακή βλάβη, δεδομένου ότι αποκτά έναν πίνακα ίσης αξίας προς τα χρήματα που κατέβαλε, και επιπροσθέτως αποκτά και την κυριότητα του πίνακα, έστω και με βάση τις διατάξεις για την καλόπιστη κτήση κυριότητας κινητού παρά μη κυρίου. Σύμφωνα με παλαιότερες απόψεις, γινόταν δεκτό ότι υπάρχει περιουσιακή βλάβη του Γ διότι η κυριότητα του πίνακα βαρύνεται με «ηθικό στίγμα». Και σήμερα, όμως, θεωρείται ότι ο Γ υφίσταται περιουσιακή βλάβη, δεδομένου ότι είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο να αμφισβητήσει ο Α την καλή του πίστη και εντεύθεν την κυριότητά του επί του πίνακα. Κατ’ αυτή τη θεωρία, το ενδεχόμενο να αμφισβητηθεί η κυριότητα του Γ επί του πίνακα επιδρά στη δυνατότητα του Γ να μεταπωλήσει αυτόν και τελικά επιδρά στην αγοραία αξία του πίνακα: Πιο εύκολα πωλείται ένας πίνακας του οποίου δεν αμφισβητείται η κυριότητα από έναν πίνακα του οποίου η κυριότητα είναι εκτεθειμένη σε αμφισβήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση η αμφισβήτηση αυτή επιδρά στην αγοραία αξία του και έτσι ο πίνακας, αν πωληθεί, θα πωληθεί σε χαμηλότερη αξία. Η μείωση αυτή της αξίας συνιστά την περιουσιακή βλάβη του Γ. 

Συνεπώς ο Β τελεί απάτη εις βάρος του Γ.

3. Η συρροή της υπεξαιρέσεως και της απάτης 

Δεδομένου ότι με την ίδια πράξη της πωλήσεως του πίνακα, τελείται τόσο η ιδιοποίηση του πίνακα όσο και η απάτη, έπεται ότι τα δύο εγκλήματα συρρέουν μεταξύ τους κατ’ ιδέαν. Η συρροή αυτή είναι αληθής κατ’ ιδέαν, καθώς από τα δύο εγκλήματα προκαλούνται δύο διαφορετικές βλάβες, στον Α και τον Γ.

4. Το αξιόποινο του Α

Γενικές αρχές

Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 29 του νέου Π.Κ. για τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα, «στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η πρόκληση του οποίου τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα αμέλειας, τότε η ποινή αυτή επιβάλλεται στον αυτουργό ή στο συμμέτοχο μόνο αν το αποτέλεσμα οφείλεται τουλάχιστον σε αμέλειά τους, εφ’ όσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ’ άλλη διάταξη». 

Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 29 Π.Κ. προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα που προκαλείται από το βασικό έγκλημα θα πρέπει να τυποποιείται και αυτοτελώς στον νόμο, ως έγκλημα αμελείας. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να συγκροτήσει εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα κατά την έννοια του άρθρου 29 Π.Κ. 

Περαιτέρω προβλέπεται ρητά στη νέα διάταξη ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα που προκαλείται από την τέλεση του βασικού εγκλήματος πρέπει να οφείλεται «τουλάχιστον σε αμέλεια». Κατά συνέπεια, οι διατάξεις των εκ του αποτελέσματος διακρινομένων εγκλημάτων εφαρμόζονται όχι μόνο όταν το βαρύτερο αποτέλεσμα επέρχεται από αμέλεια του δράστη, αλλά και όταν και όταν ο δράστης έχει δόλο για την πρόκλησή του («μη γνήσια» εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα).

Επίσης, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 29 Π.Κ., όπως συνάγεται από τη ρήτρα σχετικής επικουρικότητας που περιέχεται σε αυτή, οι διατάξεις για τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα (γνήσια ή μη γνήσια) τότε μόνο δεν εφαρμόζονται, όταν η  πράξη τιμωρείται βαρύτερα κατ’ άλλη διάταξη, π.χ. με βάση τις ρυθμίσεις περί της κατ’ ιδέαν συρροής του βασικού εγκλήματος και του (εκ δόλου ή εξ αμελείας) προκαλουμένου βαρύτερου αποτελέσματος. Με τη ρύθμιση αυτή του νέου Π.Κ. αποφεύγονται οι αξιολογικές αντινομίες οι οποίες μπορούσαν να προκύψουν όταν η εφαρμογή των κανόνων της κατ’ ιδέαν συρροής οδηγούσε σε χαμηλότερη ποινή από την ποινή του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος.

Σε ό,τι αφορά την απόπειρα του εκ του αποτελέσματος διακρινομένου εγκλήματος, η νέα διάταξη της παρ. 3 του άρ. 42 Π.Κ. προβλέπει ότι «αν ο υπαίτιος απόπειρας ενός εγκλήματος που τιμωρείται βαρύτερα όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα (άρθρο 29), προκαλέσει με υπαιτιότητά του το αποτέλεσμα αυτό, τιμωρείται με την ποινή του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 83, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ’ άλλη διάταξη»

Με τη διάταξη αυτή επιλύεται η διαμάχη η οποία υφίστατο υπό τον προϊσχύσαντα Π.Κ. σχετικά με τη μεταχείριση της απόπειρας του εκ του αποτελέσματος διακρινομένου εγκλήματος και προβλέπεται ότι στην περίπτωση που το βασικό έγκλημα μείνει στο στάδιο της απόπειρας, αλλά επέλθει το βαρύτερο αποτέλεσμα, τότε επιβάλλεται η ποινή του εκ του αποτελέσματος διακρινομένου εγκλήματος, ελαττωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ. 

Δεδομένου ότι στη διάταξη προβλέπεται ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα πρέπει να έχει προκληθεί «με υπαιτιότητα» του δράστη, συνάγεται ότι η διάταξη εφαρμόζεται τόσο στα γνήσια εκ του αποτελέσματος εγκλήματα (στα οποία το βαρύτερο αποτέλεσμα προκαλείται από αμέλεια του δράστη) όσο και στα μη γνήσια (στα οποία το βαρύτερο αποτέλεσμα οφείλεται σε δόλο του δράστη).

Τέλος, και στη ρύθμιση του άρ. 42 παρ. 3 περιέχεται ρήτρα σχετικής επικουρικότητας και επομένως η διάταξη αυτή εφαρμόζεται εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ’ άλλη διάταξη, π.χ. με βάση τις διατάξεις για την κατ’ ιδέαν συρροή της απόπειρας του βασικού εγκλήματος και του εκ δόλου ή εξ αμελείας προκαλουμένου βαρύτερου αποτελέσματος. Για να διαπιστώσουμε, επομένως, αν θα πρέπει να εφαρμοσθεί η ρήτρα αυτή θα συγκρίνουμε: α) αφ’ ενός μεν την ποινή της απόπειρας του εκ του αποτελέσματος διακρινομένου εγκλήματος (δηλ. την ποινή που προβλέπεται για το έγκλημα αυτό, μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83), β) αφ’ ετέρου δε την συνολική ποινή που θα μπορούσε να σχηματισθεί, κατ’ άρ. 94 παρ. 2 Π.Κ., σε περίπτωση κατ’ ιδέαν συρροής της απόπειρας του βασικού εγκλήματος και της (εκ δόλου ή εξ αμελείας) προκλήσεως του βαρύτερου αποτελέσματος

Στην προκειμένη περίπτωση ισχύουν τα ακόλουθα:

α. Τέλεση απόπειρας ληστείας από τον Α

Ο Α αποπειράται να αφαιρέσει κινητά πράγματα από την κατοχή του Β, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα του τελευταίου. Για επιτύχει τον σκοπό του αυτόν, γρονθοκοπεί τον Β και του προκαλεί σωματική βλάβη, ώστε να κάμψει την αντίστασή του. Το γρονθοκόπημα και η σωματική βλάβη, την οποία προκαλεί, συνιστούν άσκηση σωματικής βίας κατά προσώπου και επομένως ο Α τελεί απόπειρα ληστείας κατά του Β. 

Επισημαίνεται ότι συντρέχει και το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου της ληστείας, δηλ. ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης. Το γεγονός ότι ο Α έχει αξίωση αποζημιώσεως ύψους 60.000 € κατά του Β από την προηγηθείσα υπεξαίρεση του πίνακα, δεν του χορηγεί αξίωση επί των συγκεκριμένων κοσμημάτων και έργων τέχνης, τα οποία επιδιώκει να αφαιρέσει, και επομένως δεν αίρεται το παράνομο της σκοπουμένης  ιδιοποιήσεως.

Τέλος, δεδομένου ότι ο Α συνελήφθη από αστυνομικούς προτού αφαιρέσει τα κινητά του Β, έχει τελέσει απόπειρα ληστείας.

β. Πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης

Περαιτέρω, η προκληθείσα στον Β σωματική βλάβη συνιστά βαριά σωματική βλάβη, δεδομένου ότι από τα προκληθέντα κατάγματα ο Β παρέμεινε για μακρό χρονικό διάστημα στο Νοσοκομείο και επομένως η σωματική βλάβη «τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιήσει το σώμα (…) του» (βλ. άρ. 310 παρ. 2 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι, κατά το πρακτικό, ο Α επεδίωκε την  πρόκληση των τραυμάτων αυτών, πρόκειται για σκοπουμένη βαριά σωματική βλάβη (άρ. 310 παρ. 1 εδ. β΄ Π.Κ.).

γ. Εφαρμογή των άρθρων 29, 42 παρ. 3 και 380 παρ. 2 Π.Κ., στην προκειμένη περίπτωση

Για την περίπτωση που η απόπειρα ληστείας έχει βαρύτερο αποτέλεσμα θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης τίθεται θέμα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 380 παρ. 2 Π.Κ. σε συνδυασμό με τις νέες ρυθμίσεις των άρθρων 29 και 42 παρ. 3 Π.Κ. 

Κατόπιν αυτών προκύπτουν τα ακόλουθα: Από την πράξη της απόπειρας ληστείας προκλήθηκε στον Β το προβλεπόμενο στο άρ. 380 παρ. 2 βαρύτερο αποτέλεσμα της βαριάς σωματικής βλάβης. Η πράξη της σωματικής βλάβη τιμωρείται και ως αυτοτελές έγκλημα αμέλειας, στο άρθρο 314 Π.Κ., άρα η διάταξη του άρ. 380 παρ. 2 προβλέπει ένα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα επί του οποίου μπορούν να εφαρμοσθούν οι διατάξεις των άρ. 29 και 42 παρ. 3 Π.Κ.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την παρ. 3 του άρ. 42  είναι εμφανές ότι η πρόκληση της βαριάς σωματικής βλάβης οφείλεται «σε υπαιτιότητα» του Α, και δη σε άμεσο δόλο α΄ βαθμού του Α (επιδίωξη). Επομένως, είναι κατ’ αρχήν εφαρμοστέα η παρ. 3 του άρ. 42, η οποία προβλέπει την επιβολή της ποινής του άρ. 380 παρ. 2 μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ., εκτός αν η συγκεκριμένη πράξη τιμωρείται βαρύτερα «κατ’ άλλη διάταξη».

«Άλλη διάταξη» θα μπορούσε συνιστά η ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 2 Π.Κ. περί της αληθούς κατ’ ιδέαν συρροής α) της απόπειρας του βασικού εγκλήματος της ληστείας (παρ. 1 του άρ. 380 Π.Κ. σε συνδ. με άρ. 42, 83 Π.Κ.) και β) της σκοπουμένης βαριάς σωματικής βλάβης του άρθρου 310 παρ. 1 εδ. β΄ Π.Κ. Πλην όμως: 

1) Αφ’ ενός μεν το εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα της ληστείας της παρ. 2 του άρ. 380 Π.Κ. τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή. Επομένως η απόπειρα αυτού τιμωρείται, κατά το άρ. 83 Π.Κ., με κάθειρξη μέχρι 15 έτη (5-15 έτη) ή στερητική της ελευθερίας ποινή 2 έως 8 ετών (και δυνητικά χρηματική ποινή).

2) Αφ’ ετέρου δε α) το βασικό έγκλημα της ληστείας, κατά την παρ. 1 του άρ. 380 Π.Κ., τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη (=μέχρι 15 έτη) και χρηματική ποινή, και επομένως η απόπειρα αυτού τιμωρείται, κατά το άρ. 83 Π.Κ., με στερητική της ελευθερίας ποινή 2 έως 8 ετών (και δυνητικά χρηματική ποινή), ενώ β) η βαριά σκοπουμένη σωματική βλάβη τιμωρείται κατά το άρθρου 310 παρ. 1 εδ. β΄ Π.Κ. με κάθειρξη μέχρι 10 έτη. Συνεπώς, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 2 Π.Κ., η επιβλητέα ποινή στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ξεπεράσει το ανώτατο όριο του είδους της ποινής, δηλαδή τα 15 έτη καθείρξεως (βλ. άρ. 52 παρ. 2 Π.Κ.). Επομένως, η εφαρμογή των κανόνων της κατ’ ιδέαν συρροής δεν οδηγεί στην προκειμένη περίπτωση σε βαρύτερη ποινική μεταχείριση, σε σχέση με την εφαρμογή της απόπειρας του άρ. 380 παρ. 2 Π.Κ. και επομένως εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρ. 380 παρ. 2 Π.Κ. σε συνδυασμό με το άρ. 42 παρ. 3.

Συνεπώς, ο Α είναι τιμωρητέος για απόπειρα εκ του αποτελέσματος διακρινομένης ληστείας (άρ. 380 παρ. 2 σε συνδ. με άρ. 43 παρ. 2 και άρ. 83 Π.Κ.).

Δικονομικό Ποινικό Δίκαιο

1. Η εσφαλμένη απόρριψη της προσφυγής του Β 

Ο Εισαγγελέας Εφετών απέρριψε εκ πλάνης την προσφυγή του Β ως εκπρόθεσμη.  Για την περίπτωση αυτή το άρ. 325 ΚΠΔ προβλέπει ότι όταν η προσφυγή ασκείται εκπρόθεσμα δεν εφαρμόζονται ο διατάξεις των άρ. 322 και 323 ΚΠΔ. Αν όμως ο ασκών την προσφυγή έχει αντιρρήσεις κατά της απορρίψεως της προσφυγής ως εκπρόθεσμης, μπορεί να τις προβάλει μόνο στο δικαστήριο που δικάζει. Συνεπώς ο Β θα προβάλει στο ακροατήριο του δικαστηρίου τις αντιρρήσεις του κατά της απορρίψεως της προσφυγής ως εκπρόθεσμης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή οφείλει, σύμφωνα με τη ρύθμιση το άρθρου 325, να δεχθεί τις αντιρρήσεις και να κηρύξει τη συζήτηση απαράδεκτη ωσότου αποφανθεί επί της προσφυγής ο Εισαγγελέας Εφετών.

2. Η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας στον 2ο βαθμό

Κατά τη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 1 ΚΠΔ η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας μπορεί να γίνει το αργότερο ώσπου να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο. Η παράσταση όμως αυτή πρέπει να δηλωθεί υποχρεωτικά ήδη στον 1ο βαθμό. Αν η παράσταση δηλωθεί το πρώτον στον 2ο βαθμό, τότε ο κατηγορούμενος αποκτά έναν αντίδικο-υποστηρικτή της κατηγορίας  το πρώτον στην κατ’ έφεσιν δίκη και έτσι επέρχεται (έμμεση) χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, η οποία απαγορεύεται κατά το άρ. 470 ΚΠΔ. Όταν επέρχεται η χειροτέρευση αυτή, τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπερβαίνει την εξουσία του και καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Θ΄ ΚΠΔ. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως.

Από μερίδα της νομολογίας υποστηρίζεται η άποψη ότι η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας το πρώτον στον δεύτερο βαθμό επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατ’ αρ. 171 παρ. 3 Κ.Π.Δ. (παρά τον νόμο παράσταση του υποστηρικτή της κατηγορία στο ακροατήριο) και έτσι ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α΄ ΚΠΔ. Και αυτή η απάντηση γίνεται δεκτή.

Συνημμένα Αρχεία
Αρχεία
Online Τοποθεσίες

Πρώτη ανάρτηση στο nomowiki.gr στις 25 Mar 2023.

This is a Ponder Original.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *