Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Ιούλιος 2012 (Σειρά Β)

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ από ενδοσυμβατική ευθύνη κατά την κύρια βάση της και επικουρικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για προσβολή της προσωπικότητάς του. Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως ουσία αβάσιμη και την επικουρική βάση ως μη νόμιμη, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης. Ο Α άσκησε έφεση κατά της οριστικής απόφασης που απέρριψε την αγωγή από ενδοσυμβατική ευθύνη και ισχυρίστηκε κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Αργότερα άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετο λόγο έφεσης, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Την ημέρα της συζήτησης ο Α περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ενώ ο Β, εφεσίβλητος, υπέβαλε εκ νέου με τις προτάσεις του τον ισχυρισμό περί παραγραφής της απαίτησης του Α, τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως απαράδεκτο, επειδή είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα, και άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα αντέφεση για την επιδίκαση της σε βάρος του χρηματικής ικανοποίησης.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τη μετατροπή του ως άνω αιτήματος του εκκαλούντος;

β) Παραδεκτώς ασκείται ο πρόσθετος λόγος έφεσης;

γ) Είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός περί παραγραφής της απαίτησης του Α που υπέβαλε ο Β;

δ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για την αντέφεση;

ε) Παραβιάζεται το άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την αγωγή του Α από την ενδοσυμβατική ευθύνη ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη;

Θέμα 2

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των Β και Γ και ζήτησε να καταδικαστούν να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 300.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή με την απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 30-10-2008, αφού δίκασε κατ’ αντιμωλίαν των Α και Β και ερήμην του Γ, ως προς τον οποίο κηρύχθηκε η απόφαση και προσωρινώς εκτελεστή. Η απόφαση δεν επιδόθηκε στον Β, αλλά μόνο στον Γ. Ο Β άσκησε αναψηλάφηση στις 30-10-2012, επικαλούμενος ότι μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης ανεύρε ουσιώδες έγγραφο, το οποίο δεν μπόρεσε από ανώτερη βία να προσκομίσει στο δικαστήριο, από το οποίο αποδεικνύεται ότι έχει εξοφλήσει την απαίτηση του Α. Ο Γ άσκησε ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης, επικαλούμενος ότι την ημέρα της δικασίμου δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο με δικηγόρο, διότι είχε πληροφορηθεί την προηγούμενη ημέρα από το ραδιόφωνό του ότι ενδέχεται οι δικαστικοί υπάλληλοι του Πρωτοδικείου Αθηνών να απεργήσουν. Ο Α ισχυρίζεται ότι ο ισχυρισμός περί εξόφλησης της απαίτησης θα έπρεπε να είχε προταθεί στο δικαστήριο και επομένως ο λόγος αναψηλάφησης δεν είναι νόμιμος. Ο Α επισπεύδει εκτέλεση κατά του Γ με επίδοση αντιγράφου του απογράφου προς εκούσια συμμόρφωση.

Ερωτάται

α) Παραδεκτώς ασκείται η αναψηλάφηση;

β) Είναι νόμιμος ο λόγος αναψηλάφησης του Β;

γ) Είναι νόμιμος ο λόγος ανακοπής ερημοδικίας του Γ;

δ) Νομίμως επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Γ και πώς αυτός μπορεί να προστατευθεί;

Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α, με βάση τελεσίδικη απόφαση που υποχρέωσε τον Β να του καταβάλει ποσό 50.000 ευρώ από αδικοπραξία, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του και κατάσχει ένα ακίνητο του Β αξίας 300.000 ευρώ. Ο Β ασκεί ανακοπή κατά της αναγκαστικής κατάσχεσης στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ και επικαλείται ότι α) μέχρι την έναρξη της εκτέλεσης η απαίτηση του Α έχει παραγραφεί μετά την έκδοση της απόφασης, β) το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης με την κατάσχεση του ακινήτου ασκείται καταχρηστικώς και μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτησή του από άλλα κινητά πράγματα που αναφέρει στην ανακοπή. Μεταγενέστερα, και αφού είχε συνταχθεί η έκθεση πλειστηριασμού, ο Β ασκεί πρόσθετο λόγο με ιδιαίτερο δικόγραφο, με τον οποίο επικαλείται ότι είχε συνάψει με τον Α συμφωνία τμηματικής καταβολής του χρέους του. Ο Α, προς απόκρουση της ανακοπής, ισχυρίζεται ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος λόγω δεδικασμένου και αρνείται κατ’ ουσία τον δεύτερο λόγο ανακοπής. Ο Γ, μαθαίνοντας την αναγκαστική κατάσχεση του ως άνω ακινήτου, ασκεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου εκτέλεσης ανακοπή κατά του Α, ισχυριζόμενος ότι αυτός είναι επικαρπωτής του ακινήτου.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τον πρώτο λόγο ανακοπής;

β) Τι θα αποφασίσει για τον δεύτερο λόγο ανακοπής;

γ) Είναι παραδεκτός ο πρόσθετος λόγος ανακοπής;

δ) Είναι παραδεκτή η ανακοπή του Γ;

ε) Με ποιο άλλο μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του ο Α;

Οδηγίες εξέτασης

Να απαντήσετε στα δύο από τα τρία θέματα.

Απαντήσεις

Οι παρακάτω απαντήσεις δημοσιεύθηκαν μαζί με τα θέματα στην πηγή.

Ενδεικτικές απαντήσεις των διδασκόντων

Θέμα 1

α) Είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής στον δεύτερο βαθμό (άρθρο 526 ΚΠολΔ).

β) Απαράδεκτος ο πρόσθετος λόγος έφεσης λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 520 ΚΠολΔ (πρέπει να αφορά προσβληθέν και αναγκαίο συνεχόμενο κεφάλαιο). Έπρεπε ο ενάγων Α να προσβάλει το κεφάλαιο αυτό με αυτοτελή λόγο έφεσης.

γ) Παραδεκτώς προτείνεται ο ισχυρισμός περί παραγραφής προς υπεράσπιση κατά της έφεσης (άρθρο 527 ΚΠολΔ).

δ) Η αντέφεση είναι απαράδεκτη, διότι προσβάλλει άλλο κεφάλαιο της απόφασης, που δεν έχει προσβληθεί με την έφεση (άρθρο 523 ΚΠολΔ).

ε) Δεν παραβιάζεται ο κανόνας της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος, γιατί δεν καθιστά τη θέση του επιβλαβέστερη.

Θέμα 2

α) Η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή από άποψη προθεσμίας, γιατί αυτή είναι εξαετής (άρθρα 539, 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 ΚΠολΔ), δηλ. τρία χρόνια μέχρι να τελεσιδικήσει και άλλα τρία χρόνια η καταχρηστική προθεσμία της αναψηλάφησης.

β) Ο λόγος είναι νόμιμος κατά μία άποψη, άρθρο 330 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να προταθούν, ενώ εδώ δεν μπορούσε να προταθεί, εφόσον τον αγνοούσε.

γ) Όχι, δεν αποτελεί ανώτερη βία· έννοια αυτής.

δ) Ναι, διότι η απόφαση είναι προσωρινώς εκτελεστή (904 παρ. 2 α ΚΠολΔ). Θα μπορούσε να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτελεστότητας (912, ανακοπή 933 και 938 ΚΠολΔ).

Θέμα 3

α) Παραδεκτός αυτός ο ισχυρισμός, μη εντασσόμενος στο άρθρο 330 ΚΠολΔ, εφόσον η παραγραφή δεν μπορούσε να προταθεί και προέκυψε μεταγενέστερα.

β) Ο ισχυρισμός είναι νόμιμος (951 παρ. 2 ΚΠολΔ, 281 ΑΚ).

γ) Όχι, διότι πρέπει να ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 ΚΠολΔ.

δ) Όχι, διότι η ανακοπή πρέπει να στρέφεται και κατά του Β, ως αναγκαίου ομοδίκου, αλλά και καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο.

ε) Προσωπική κράτηση ή αναγκαστική διαχείριση (951 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2012 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Β
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.