Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Ιούνιος 2010

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Β και του ομόρρυθμου εταίρου της Γ, με την οποία ζήτησε να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 50.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατά των εναγομένων ως ουσία βάσιμη. Η απόφαση που εκδόθηκε επιδόθηκε από τον Α μόνο στον Γ στις 27.12.2009, ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και αυτός άσκησε εμπρόθεσμα ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενος ότι την ημέρα της δικασίμου δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο διότι η γυναίκα του, στην οποία είχε επιδοθεί το δικόγραφο της αγωγής με κλήση προς συζήτηση ως σύνοικο, λησμόνησε να του το υπενθυμίσει. Η Β, στην οποία επιδόθηκε στις 12.01.2010 από τον Α η απόφαση, άσκησε έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης στις 04.02.2010, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, την οποία απηύθυνε κατά του Α, στη σχετική δε δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κλήτευσε και τον Γ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αγωγή ήταν αόριστη και, αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή.

Ερωτάται

1. Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το παραδεκτό και βάσιμο της ανακοπής ερημοδικίας του Γ;

2. Είναι εμπρόθεσμη ή όχι η έφεση της Β και γιατί;

3. Νομίμως έπραξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη;

4. Αν ασκούσε έφεση μόνο ο Α, ζητώντας να εξαφανιστεί η πρωτοβάθμια απόφαση και να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του, θα μπορούσε:

α) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, αφού εξαφανίσει την απόφαση;

β) η Β να προτείνει με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό περί παραγραφής της απαίτησης του Α, που είχε λάβει χώρα πριν από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο;

Θέμα 2

Ιστορικό

Η εταιρεία αυτοκινήτων Α πώλησε στον Β αυτοκίνητο έναντι του ποσού των 20.000 ευρώ. Το τίμημα ορίσθηκε καταβλητέο σε 20 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Η πώληση καταρτίσθηκε για λόγους μείζονος ασφάλειας με συμβολαιογραφικό έγγραφο, με την πρόβλεψη όρου για παρακράτηση της κυριότητας από τον πωλητή και για απόδοση της κατοχής αν ο αγοραστής καθυστερήσει την καταβολή δύο (2) συνεχόμενων δόσεων. Μετά από οκτώ (8) μήνες η εταιρεία Α επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση για την απόδοση του αυτοκινήτου. Μετά την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, ο δικαστικός επιμελητής αφαίρεσε την κατοχή του πράγματος από τον Β με την αιτιολογία της μη καταβολής δύο (2) συνεχόμενων δόσεων. Κατά της εκτελέσεως ο Β άσκησε, μετά την πάροδο διμήνου από την αφαίρεση, ανακοπή στο αρμόδιο δικαστήριο με λόγο ανακοπής ότι παρανόμως επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση, αφού η αξίωση της Α τελούσε υπό αίρεση, και συγκεκριμένα τη μη καταβολή δύο (2) διαδοχικών δόσεων. Η πλήρωση της αιρέσεως, κατά τον Β, δεν αποδεικνυόταν με έγγραφο.

Ερωτάται

1. Ασκήθηκε παραδεκτά η ανακοπή εκ μέρους του Β;

2. Ανεξαρτήτως του θέματος του παραδεκτού, είναι βάσιμος ο λόγος ανακοπής;

3. Αν ήθελε υποτεθεί ότι ο Β κατέβαλλε κανονικά τις μηνιαίες δόσεις και λίγο πριν από την πλήρη εξόφληση του τιμήματος τρίτος δανειστής της εταιρείας Α επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο αυτοκίνητο ως ανήκον ακόμη στην κυριότητα της Α για ικανοποίηση απαιτήσεών του, θα υφίστατο τρόπος προστασίας του Β μέσω του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως;

Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β με αίτημα να καταδικασθεί να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ λόγω αδικοπραξίας. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι ο Β, οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα, τον τραυμάτισε από δόλο, άλλως από αμέλεια. Εκδόθηκε απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 15.01.2010, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και καταδίκασε τον Β σε καταβολή του ποσού των 20.000 ευρώ λόγω της αμελούς οδηγήσεως. Κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως άσκησε την 10.02.2010 έφεση ο Α. Ισχυρίσθηκε ότι «κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων» δεν έγινε πλήρως δεκτή η αγωγή του. Η έφεση προσδιορίσθηκε να συζητηθεί τον Ιανουάριο του 2011. Την 20.02.2010, μαζί με το δικόγραφο της εφέσεως και τον προσδιορισμό δικασίμου, ο Α επέδωσε στον Β και την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Την 20.04.2010, αφού διαπίστωσε ότι ο Β δεν άσκησε έφεση, ο Α επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση. Μετά την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου του Β προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του. Δύο ημέρες μετά την κατάσχεση ο Β άσκησε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ στο αρμόδιο δικαστήριο με λόγο ανακοπής την έλλειψη εκτελεστού τίτλου. Αίτηση αναστολής του Β απερρίφθη, με αποτέλεσμα να λάβει χώρα αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου. Μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού εκδόθηκε απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση του Α ως ουσία αβάσιμη. Συγχρόνως το Εφετείο αντικατέστησε τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης για το τμήμα που είχε κάνει δεκτή την αγωγή, με τη διαπίστωση ότι ο Β είχε προκαλέσει από δόλο και όχι από αμέλεια τον τραυματισμό του Α.

Ερωτάται

1. Είναι βάσιμος ο λόγος ανακοπής του Β;

2. Είναι ορισμένος ο λόγος εφέσεως;

3. Τυχόν ευδοκίμηση της ανακοπής κατά της κατασχέσεως επηρεάζει αυτομάτως το κύρος του πλειστηριασμού;

4. Παραδεκτώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε αντικατάσταση αιτιολογιών για τον δόλο;

5. Θα είχε έννομο συμφέρον ο Β να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σε σχέση με την αντικατάσταση των αιτιολογιών;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2010 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Πανταζόπουλος
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.