Πολιτική Δικονομία Ι – Ιούλιος 2018 (Κλιμάκιο Α)

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α, κάτοικος Βόλου, ασκεί αγωγή κατά του Β, κατοίκου Λάρισας, και του Γ, κατοίκου Καρδίτσας, ως συνοφειλετών εις ολόκληρον, και ζητεί την καταβολή ποσού 150.000 ευρώ από σύμβαση δανείου, η οποία καταρτίστηκε και είναι εκπληρωτέα στη Λάρισα. Η αγωγή ασκείται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με κατάθεση δικογράφου στις 20.1.2017 και επίδοση αντιγράφου του στους Β και Γ στις 10.2.2017. Στις 10.3.2017 παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη υπέρ των Β και Γ ο τρίτος συνοφειλέτης εις ολόκληρον, ο Δ. Οι Α, Β, Γ και Δ καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Οι Β και Γ περιορίζονται στην προβολή του ισχυρισμού ότι ναι μεν κατήρτισαν σύμβαση δανείου με τον Α, ωστόσο κατέβαλαν πλήρως το δανεισθέν ποσό. Ο Δ ισχυρίζεται ότι η σύμβαση δανείου καταρτίστηκε όχι με τους Β και Γ αλλά με τους Ζ και Η. Προς απόδειξη του ισχυρισμού περί καταβολής, οι Β και Γ προσκομίζουν με τις προτάσεις τους τη νομίμως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση του Μ. Το δικαστήριο αμφιβάλλει σχετικά με το αν η σύμβαση δανείου καταρτίστηκε με τους Β και Γ ή με τους Ζ και Η και απορρίπτει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Ερωτάται

α) Ασκείται η αγωγή στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο;

β) Πώς χαρακτηρίζετε τους ισχυρισμούς των Β, Γ και Δ;

γ) Μπορεί να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση του Μ προς απόδειξη του ισχυρισμού των Β και Γ περί καταβολής;

δ) Είναι ορθή η κρίση του δικαστηρίου ενόψει των ισχυρισμών των Β, Γ και Δ;

Θέμα 2

Ιστορικό

Ο Α στις 29.1.2017 κατέθεσε κατά του Β αγωγή με αίτημα την καταβολή τιμήματος ύψους 50.000 και την επέδωσε στις 20.2.2017. Η παραγραφή της αξίωσης για την καταβολή του τιμήματος συμπληρωνόταν στις 5.2.2017. Ο πωλητής Α, με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν νόμιμα, ανέφερε ότι η σύμβαση πώλησης είχε καταρτιστεί μεταξύ του Β, ως αγοραστή, και του Γ, ο οποίος (Γ) ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτού (του Α). Ο εναγόμενος Β, με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν νόμιμα, αρνήθηκε την κατάρτιση σύμβασης πώλησης και, επικουρικά, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι με σύμβαση άφεσης χρέους η επίδικη αξίωση είχε αποσβεσθεί, επικαλούμενος για την απόδειξη της άφεσης χρέους τη μαρτυρία του Μ. Ο Β, με την προσθήκη στις προτάσεις του που κατατέθηκε νόμιμα, ισχυρίστηκε: (α) ότι ο Α με τις προτάσεις του μετέβαλε απαράδεκτα τη βάση της αγωγής και (β) ότι, σε κάθε περίπτωση, η επίδικη αξίωση είχε παραγραφεί. Το δικαστήριο διαπιστώνει ότι, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι, το ύψος του τιμήματος ανερχόταν σε 75.000 ευρώ. Μετά τη συζήτηση της αγωγής του Α κατά του Β, ο Β ασκεί αγωγή κατά του Α με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη (ΑΚ 179).

Ερωτάται

α) Παραδεκτά προβάλλονται οι υπό (α) και (β) ισχυρισμοί του Β με την προσθήκη στις προτάσεις του; Ανεξαρτήτως του παραδεκτού, είναι αυτοί βάσιμοι;

β) Ποιος διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του Β για την άφεση χρέους; Είναι επιτρεπτή η απόδειξη αυτού με μάρτυρες;

γ) Θα μπορούσε το δικαστήριο να επιδικάσει στον Α τίμημα ποσού 75.000 ευρώ;

δ) Εμποδίζεται η συζήτηση της αγωγής του Β λόγω της εκκρεμοδικίας της αγωγής του Α;

Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά των Β και Γ, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν ως συνοφειλέτες εις ολόκληρον το ποσό των 60.000 ευρώ, πλέον τόκων από την επίδοση της αγωγής. Ο Α ζήτησε το εν λόγω ποσό δυνάμει προφορικής σύμβασης εντόκου δανείου, που είχε καταρτισθεί με τους εναγομένους Β και Γ, με τους οποίους διατηρούσε στο παρελθόν στενές φιλικές και εργασιακές σχέσεις. Για την απόδειξη της ύπαρξης προφορικής σύμβασης εντόκου δανείου ο Α προσκόμισε και επικαλέστηκε δύο ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν ληφθεί νομότυπα. Προς αντίκρουση της αγωγής του Α, ο Β ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του ότι το επίδικο χρέος του είχε αποσβεσθεί διά καταβολής. Ο Γ υποστήριξε με τις προτάσεις του ότι το επίδικο ποσό δεν δόθηκε ως δάνειο αλλά ως δωρεά και ότι, σε κάθε περίπτωση, σύμβαση με αξία που υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ δεν αποδεικνύεται με ένορκες βεβαιώσεις. Επιπλέον ο Γ, πάντα με τις προτάσεις του, άσκησε ανταγωγή ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι ο Α οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ από αδικοπραξία. Ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου Β, ο ενάγων Α αντέτεινε με την προσθήκη επί των προτάσεων ότι η καταβολή του Β δεν καταλογίσθηκε στο επίδικο χρέος, αλλά καταλογίσθηκε προς εξόφληση προϋφιστάμενης οφειλής από προηγούμενη αγοραπωλησία που είχε συνάψει με τον Β. Ο Α μάλιστα προσκόμισε και επικαλέστηκε τα τιμολόγια πώλησης, που είχε εκδώσει αυτός ο ίδιος και που απεδείκνυαν, κατά τους ισχυρισμούς του, την ύπαρξη προϋφιστάμενης οφειλής του Β.

Ερωτάται

α) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ισχυρισμοί που προέβαλαν ο Β με τις προτάσεις και ο Α με την προσθήκη και ποιος διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης;

β) Πώς χαρακτηρίζεται δικονομικώς ο ισχυρισμός του Γ ότι το επίδικο ποσό αποτελούσε δωρεά και όχι δάνειο και ποιος διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης;

γ) Μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη προφορικής σύμβασης δανείου με ένορκες βεβαιώσεις;

δ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για την ανταγωγή του Γ;

ε) Δύναται ο Β να προσκομίσει και να επικαλεστεί ένορκες βεβαιώσεις κατά του περιεχομένου των τιμολογίων;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα τρία θέματα θα δοθούν απαντήσεις στα δύο.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία Ι
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2018 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.