Πολιτική Δικονομία Ι – Σεπτέμβριος 2017 (Κλιμάκιο Α)

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο αγοραστής Α, κάτοικος Θεσσαλονίκης, άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του πωλητή Β, κατοίκου Αθηνών, με αίτημα τη μείωση του τιμήματος της μεταξύ τους συναφθείσας συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, κειμένου στην Πάτρα, για πραγματικά ελαττώματα (ΑΚ 540 § 1). Με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους, ο Α άσκησε το δικαίωμά του να απαιτήσει από τον Β την επισκευή του ακινήτου (ΑΚ 540 § 1) και ο Β ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχουν πραγματικά ελαττώματα και ότι, σε κάθε περίπτωση, η αξίωση του Α (για μείωση του τιμήματος) είχε υποπέσει σε παραγραφή. Με την προσθήκη στις προτάσεις του, ο Α ισχυρίστηκε ότι η παραγραφή της αξίωσής του κατά του Β είχε διακοπεί με την κατάθεση της αγωγής του μία μέρα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής.

Ερωτάται

α) Είναι κατά τόπον αρμόδιο το δικαστήριο;

β) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το παραδεκτό του αιτήματος του Α για επισκευή του ακινήτου από τον Β;

γ) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ως άνω ισχυρισμοί των διαδίκων και ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως;

δ) Διεκόπη ή όχι η παραγραφή της αξιώσεως του Α;

ε) Ανεξαρτήτως των παραπάνω αναφερθέντων πραγματικών γεγονότων, η τυχόν μη επίδοση της αγωγής του Α στον Β εντός της προθεσμίας του άρθρου 215 § 2 εδ. α΄ ΚΠολΔ αναπληρώνεται από την αναντίλεκτη συμμετοχή του τελευταίου στη διαδικασία (εάν αυτός, λ.χ., καταθέσει προτάσεις ενώ δεν έχει κληθεί);

Θέμα 2

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Β και Γ να του καταβάλουν το ποσό των 100.000 ευρώ ως περιουσιακή ζημία από αδικοπραξία και το ποσό των 300.00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο ενάγων και ο εναγόμενος Β κατέθεσαν νομίμως προτάσεις, ενώ ο εναγόμενος Γ δεν εμφανίστηκε προσηκόντως στο δικαστήριο. Ο Β ισχυρίστηκε: (α) ότι το δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδιο και πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και (β) ότι ο Α είναι ο ίδιος υπαίτιος για την πρόκληση της περιουσιακής του ζημίας, άλλως συνυπαίτιος, διότι δεν μείωσε με τη συμπεριφορά του την περιουσιακή ζημία, αν και μπορούσε να το πράξει, με επίκληση εκ μέρους του (δηλαδή εκ μέρους του Β) συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Προσκόμισε δε και μια ένορκη βεβαίωση στο ως άνω δικαστήριο, που είχε λάβει ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, με νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του, δίχως να κλητεύσει όμως κατά τη λήψη της τον ομόδικό του Γ. Παράλληλα, ο Β άσκησε εμπρόθεσμα προσεπίκληση κατά του Ε και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει ό,τι αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στον Α, ισχυριζόμενος ότι ο Ε είναι ο αληθής υπαίτιος της περιουσιακής ζημίας του Α. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την περιουσιακή ζημία και απέρριψε το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όπως και την προσεπίκληση ως απαράδεκτη.

Ερωτάται

α) Είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του Β ως προς την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών;

β) Πώς χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί του εναγομένου Β και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους;

γ) Το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, θα λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα ενώπιόν του ένορκη βεβαίωση;

δ) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την αγωγή;

ε) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την προσεπίκληση;

Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Β για ζημίες που επέφερε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στον φράκτη ακινήτου του. Μετά από οξεία αντιδικία, που επικεντρώθηκε περισσότερο στο ζήτημα αν ο Β πράγματι διέπραξε τη ζημιογόνο πράξη και σχεδόν καθόλου στο θέμα αν ο Α είναι κύριος του ακινήτου, εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και καταδίκασε τον Β σε αποζημίωση. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Μετά από έτη η γειτονική έριδα αναζωπυρώθηκε. Ο Γ, ο οποίος μετά την έκδοση της τελεσίδικης αποφάσεως είχε αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου από τον Α, άσκησε ως κύριος του ακινήτου αγωγή κατά του Β με αίτημα να παραλείπει προσβολές επί του ακινήτου με εναπόθεση αντικειμένων σ’ αυτό. Στην αγωγή του ο Γ αναφέρθηκε στην προηγούμενη αγωγή που είχε ασκήσει ο Α κατά του Β και στην έκβαση αυτής. Στη δίκη άσκησε παρέμβαση υπέρ του Γ ο Α.

Ο Β πρόβαλε καθολική άρνηση. Αυτή τη φορά αμφισβήτησε ευθέως την κυριότητα του Γ, γιατί είχε πληροφορηθεί αξιοπίστως ότι ο Α δεν ήταν ποτέ κύριος του ακινήτου. Κατ’ επέκτασιν αμφισβήτησε και την κυριότητα του Γ. Προσκόμισε ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν μετά από προηγούμενη κλήση του Γ και βεβαίωναν ότι κύριος του ακινήτου δεν ήταν ποτέ ο Α. Ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ελλείψει νομιμοποιήσεως του Γ, ενώ ζήτησε επίσης την απόρριψη της παρεμβάσεως ως απαραδέκτως ασκηθείσας, επειδή δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για άσκηση παρεμβάσεως.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο ως προς το θέμα της κυριότητας; Θα λάβει υπόψη του τις ένορκες βεβαιώσεις, θα διατάξει περαιτέρω αποδείξεις;

β) Επηρεάζει η πρώτη απόφαση του δικαστηρίου στη δίκη μεταξύ Α και Β τον Γ;

γ) Παραδεκτώς άσκησε παρέμβαση στη δίκη μεταξύ Γ και Β ο Α;

δ) Ελλείπει η νομιμοποίηση στο πρόσωπο του ενάγοντος Γ, όπως ισχυρίζεται ο Β;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία Ι
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΣΕΠ 2017 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.