Θέμα Α
Ιστορικό
Η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Α άσκησε (με το ίδιο δικόγραφο) στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά του Β με αίτημα την καταβολή ποσού των 17.350 ευρώ από τη μεταξύ τους σύμβαση, καθώς και κατά του Γ ως εγγυητή (ΑΚ 847) των υποχρεώσεων του Β. Κατά τη συζήτηση της αγωγής παρέστη ο Β, που αρνήθηκε την οφειλή, ενώ δεν παρέστη ο Γ, καίτοι, κατά τους ισχυρισμούς της παρασταθείσας κατά τη συζήτηση Α, είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Η Α προσκόμισε προς τούτο το αποδεικτικό επίδοσης αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, από το οποίο προέκυπτε ότι αντίγραφο της αγωγής με κλήση προς συζήτηση είχε επιδοθεί στη σύζυγο του Γ στην οικία τους, επειδή κατά την επίσκεψη εκεί του δικαστικού επιμελητή δεν ανευρέθηκε ο Γ. Το δικαστήριο, μετά τη διεξαγωγή μαρτυρικών αποδείξεων, θεωρεί ότι η αγωγή κατά του Β είναι βάσιμη. Στο επιτρεπτό των μαρτυρικών αποδείξεων εναντιώθηκε ο Β. Ως προς τον Γ θεωρεί την αγωγή ως αόριστη λόγω μη αναφοράς στον τρόπο κατάρτισης της συμβάσεως εγγυήσεως. Προβληματίζεται όμως λόγω της μη παραστάσεως του Γ κατά τη συζήτηση. Τελικώς εξέδωσε απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τον Β και την απέρριψε ως προς τον Γ ως αόριστη. Εν τω μεταξύ, η εταιρεία Α ήδη κατά τη διάρκεια της δίκης είχε εκχωρήσει τις ένδικες απαιτήσεις της στην εταιρεία Δ. Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως, η Δ ασκεί για τις ίδιες απαιτήσεις αγωγή κατά των Β και Γ. Επικαλέσθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου υπέρ αυτής από την εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή της Α και ζήτησε για τον λόγο αυτό την αποδοχή της δικής της αγωγής.
Ερωτάται
α) Ορθά έκρινε το δικαστήριο απορρίπτοντας την αγωγή της Α κατά του Γ, ενόψει και της μη παράστασης κατά τη συζήτηση του Γ;
β) Ποια η αποδεικτική δύναμη της έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή;
γ) Παραδεκτώς ασκήθηκε η αγωγή της Δ κατά του Β;
δ) Υφίσταται δεδικασμένο, όπως επικαλείται η Δ, σε σχέση με τον Γ από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση που έκρινε επί της αγωγής της Α κατά των Β και Γ;
ε) Παραδεκτώς εξετάστηκαν οι μάρτυρες;
Θέμα Β
Ιστορικό
Η Α, εταιρεία παροχής επενδυτικών συμβουλών, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με τους Β και Γ λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους. Κατά τους ισχυρισμούς της, παρέσχον επενδυτικές συμβουλές σε αντισυμβαλλομένους που ήταν προφανώς εσφαλμένες. Οι Β και Γ αμφισβήτησαν το κύρος της καταγγελίας και άσκησαν προς τούτο στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή με αιτήματα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και η μη ύπαρξη πλημμελούς συμπεριφοράς εκ μέρους τους. Εκδόθηκε απόφαση που διαπίστωσε την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Β και Γ και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς το πρώτο αίτημα. Το δικαστήριο, σε σχέση με το δεύτερο αίτημα της αγωγής, έκρινε ότι είναι μη νόμιμο και απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία αυτή. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά την εξάντληση και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας. Στη συνέχεια η Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά των Β και Γ ως υπόχρεων εις ολόκληρον (ΑΚ 481), αξιώνοντας το ποσό των 70.000 ευρώ που αναγκάστηκε να καταβάλει ως αποζημίωση στον επενδυτή Ε λόγω εσφαλμένων επενδυτικών συμβουλών. Την ιστορική βάση της αγωγής αποζημιώσεως αποτέλεσε ο ισχυρισμός ότι είχαν παρασχεθεί προφανώς εσφαλμένες επενδυτικές συμβουλές. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την αγωγή και ισχυρίστηκαν ότι είχαν ενεργήσει νόμιμα. Το δικαστήριο θεώρησε ότι υφίσταται δεδικασμένο από την εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση για το κύρος της καταγγελίας ως προς το θέμα της πλημμελούς εκπλήρωσης των υπηρεσιών και έκανε δεκτή την αγωγή αποζημιώσεως πλήρως. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Στη συνέχεια ο Β, που επιθυμούσε να δώσει ένα τέλος στην υπόθεση ενόψει νέας επαγγελματικής σχέσεως που είχε καταρτίσει, κατέβαλε το ποσό των 70.000 ευρώ στην Α και άσκησε αγωγή κατά του Γ με αίτημα να του καταβάλει το ποσό των 35.000 ευρώ. Ο Γ αρνήθηκε την αγωγή, υποστηρίζοντας ότι προεχόντως (κατά 90%) υπεύθυνος για τη ζημία είναι ο Β. Από την πλευρά του, ο Β ανταπάντησε ότι το θέμα αυτό έχει κριθεί από τις εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις στις δίκες με την Α.
Ερωτάται
α) Νομίμως έκρινε το δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμη την πρώτη αγωγή καταγγελίας ως προς το δεύτερο σκέλος;
β) Νομίμως έκρινε το δεύτερο δικαστήριο, που είχε επιληφθεί της αγωγής αποζημιώσεως, με την παραδοχή ότι υπάρχει δεδικασμένο από την πρώτη απόφαση;
γ) Πώς συνδέονται οι Β και Γ ως εναγόμενοι στη δεύτερη δίκη που άρχισε με αγωγή της Α;
δ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β ότι το θέμα της κατανομής της ευθύνης έχει κριθεί από τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις;
Θέμα Γ
Ιστορικό
Η Α άσκησε (με το ίδιο δικόγραφο) αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των Β, Γ και Ε. Ειδικότερα, άσκησε αγωγή κατά του Β ως εργολάβου οικοδομών, κατοίκου Αθηνών, του Γ ως κυρίου του ακινήτου (υπό ανέγερση πολυκατοικίας), κατοίκου Χαλκίδας, όπου βρισκόταν και το υπό ανέγερση ακίνητο, και της Ε ως ασφαλιστικής εταιρείας με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Η Ε ασφάλιζε τον Β για τον κίνδυνο από την εκτέλεση του έργου ανοικοδόμησης της πολυκατοικίας. Με την αγωγή ο Α ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν ολόκληρο το ποσό των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση για την καταστροφή του αυτοκινήτου του, που ήταν σταθμευμένο κάτω από την πολυκατοικία, συνεπεία πτώσης οικοδομικών υλικών.
Ο Γ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Β και ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή του Α ως προς αυτόν (Β), ενώ ο Β άσκησε προσεπίκληση κατά της Ε και ζήτησε να υποχρεωθεί να καταβάλει αυτή (δηλαδή η Ε) στον Α ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει αυτός στον Α. Ο Α, την ημέρα της δικασίμου, με τις προτάσεις του ζήτησε να καταδικαστούν όλοι οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ολόκληρο το ως άνω ποσό, ενώ ο Γ ισχυρίστηκε ότι το δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο.
Ερωτάται
α) Παραδεκτώς στρέφεται η αγωγή κατά της Ε με βάση το παραπάνω ιστορικό και τις αναφερόμενες ιδιότητες των διαδίκων;
β) Είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του Γ περί της κατά τόπο αναρμοδιότητας του δικαστηρίου;
γ) Είναι νόμιμο το αίτημα του Α που υποβλήθηκε με τις προτάσεις;
δ) Είναι παραδεκτή η πρόσθετη παρέμβαση του Γ;
ε) Είναι νόμιμη η προσεπίκληση της Ε από τον Β όπως αυτή διατυπώθηκε;
Απαντήσεις
Οι παρακάτω απαντήσεις δημοσιεύθηκαν μαζί με τα θέματα στην πηγή.
Θέμα Α
α. Ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού το θέμα του παραδεκτού της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και μονομερώς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η θέση του εναγομένου ή η ερημοδικία του. Το ορισμένο της αγωγής εντάσσεται στην κατηγορία των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης που αφορούν το νομότυπο της ασκήσεως της αγωγής. Στην αγωγή έπρεπε να αναφέρεται ότι η εγγύηση δηλώθηκε εγγράφως (ΑΚ 847).
β. Η έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή αποτελεί δημόσιο έγγραφο (άρθρ. 139). Ως προς ορισμένα γεγονότα έχει την αποδεικτική ισχύ του άρθρ. 438 και ως προς ορισμένα άλλα του άρθρ. 440. Πλήρης απόδειξη με την έννοια του άρθρ. 440 υφίσταται ως προς τα γεγονότα ότι η επίδοση έγινε στη σύζυγο του Γ στην οικία του. Η έμμεση επίδοση ήταν έγκυρη σύμφωνα με το άρθρ. 128 παρ. 1 και 3.
γ. Η αγωγή της Δ κατά του Β είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Η Δ καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου (325, σε συνδ. με το άρθρ. 225), ώστε να μην υπάρχει έννομο συμφέρον για άσκηση της ίδιας αγωγής. Το θέμα μπορεί να αντιμετωπισθεί και από την πλευρά του δεδικασμένου ως αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Οδηγεί επίσης σε απαράδεκτο της αγωγής.
δ. Σε σχέση με τον Γ δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγηθείσα δίκη, αφού δεν συντρέχει η προϋπόθεση του ετερομερούς δεδικασμένου κατ’ άρθρ. 328.
ε. Η εξέταση μαρτύρων είναι παραδεκτή κατά το άρθρ. 394 παρ. 1. Θα πρέπει να υπάρξει μια σχετική ανάπτυξη, ότι αποβλέπουμε στο αίτημα, ενώ θετικά θα αξιολογηθούν τυχόν αναπτύξεις για τον σκοπό της ρυθμίσεως του άρθρ. 394.
Θέμα Β
α. Το δικαστήριο νομίμως απέρριψε την πρώτη αγωγή ως προς το αίτημα της διαπιστώσεως της μη ύπαρξης πλημμελούς συμπεριφοράς. Πρόκειται για πραγματικό γεγονός, που ως τέτοιο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής, ει μη μόνον αντικείμενο αποδείξεως. Βεβαίως, ορθή θα θεωρηθεί τυχόν απάντηση που προβαίνει σε ερμηνεία της σχετικής διαδικαστικής πράξεως σύμφωνα με τις διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, ώστε το αίτημα να ερμηνευθεί ως αναφερόμενο σε έννομη συνέπεια (εν προκειμένω της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη υπάρξεως πλημμελούς συμπεριφοράς).
β. Βεβαίως, δεν δημιουργείται δεδικασμένο, αφού δεν δημιουργείται δεδικασμένο για πραγματικά γεγονότα. Είναι διαφορετικό το θέμα για το δεδικασμένο ως προς τα προδικαστικά ζητήματα, κάτι το οποίο δεν υπάρχει εν προκειμένω. Προδικαστικό είναι το ζήτημα εκείνο για το οποίο μπορεί να ασκηθεί αυτοτελής αγωγή (331 ΚΠολΔ). Η απόφαση μπορεί να αποτελέσει ένα δικαστικό τεκμήριο στη δεύτερη δίκη, που εκτιμάται όμως ελεύθερα.
γ. Οι Β και Γ συνδέονται, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ως απλοί ομόδικοι. Πρόκειται για την πρώτη περίπτωση της απλής ομοδικίας. Υποστηρίξιμη μπορεί να θεωρηθεί και η άποψη ότι πρόκειται για την τέταρτη περίπτωση της αναγκαίας ομοδικίας (… ή εξαιτίας των περιστάσεων …). Θα πρέπει να υπάρξει τότε μια μικρή αιτιολογία προς την κατεύθυνση ότι δεν νοούνται αντιφατικές αποφάσεις ως προς το ίδιο βιοτικό συμβάν.
δ. Δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β. Στη σχέση μεταξύ των απλών ομοδίκων δεν δημιουργείται δεδικασμένο. Το ποσοστό ευθύνης εκάστου εναγομένου θα κριθεί στη δίκη αναγωγής που θα λάβει χώρα. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η πρώτη απόφαση προέβαινε ως εκ περισσού σε κατανομή της ευθύνης των εναγομένων. Διαφορετικό θα ήταν το θέμα αν ο ένας ομόδικος είχε ασκήσει παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του ετέρου απλού ομοδίκου.
Θέμα Γ
α. Η Ε δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή του Α, διότι δεν υπάρχει ουσιαστική έννομη σχέση μεταξύ τους. Η Ε ασφάλιζε τον Β για τον κίνδυνο από την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου.
β. Όχι, κατ’ άρθρο 37 ΚΠολΔ, δωσιδικία της ταυτότητας του δικαίου.
γ. Όχι, διότι κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ μεταβάλλεται απαγορευτικά το αίτημα της αγωγής.
δ. Λόγω της απλής ομοδικίας και της ύπαρξης πλειόνων εννόμων σχέσεων δικών, ο Γ είναι τρίτος ως προς τη δίκη μεταξύ του Α και του Β, αλλά δεν έχει έννομο συμφέρον.
ε. Πρόκειται για προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή κατ’ άρθρο 88 ΚΠολΔ, πλην όμως το αίτημά της είναι μη νόμιμο, διότι η Ε δεν συνδέεται με έννομη σχέση με τον Α, οπότε τότε μόνον θα δικαιολογείτο ένα τέτοιο αίτημα, αλλά μόνο με τον Β.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Πολιτική Δικονομία Ι
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2015 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: Α
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

