Πολιτική Δικονομία Ι – Φεβρουάριος 2015

Κλιμάκιο Α΄.

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Β και Γ να του καταβάλουν το ποσό των 400.000 ευρώ ως περιουσιακή ζημία από αδικοπραξία. Οι Α και Β εμφανίστηκαν την ημέρα της δικασίμου, ενώ ο εναγόμενος Γ εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος υπέβαλε μόνον αίτημα αναβολής της υπόθεσης, το οποίο απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Ο Β ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του (α) ότι το δικαστήριο δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδιο και πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, (β) ότι ο Α είναι ο ίδιος υπαίτιος για την πρόκληση της περιουσιακής του ζημίας, άλλως συνυπαίτιος, διότι δεν μείωσε με τη συμπεριφορά του την περιουσιακή του ζημία, αν και μπορούσε να το πράξει, και ανέφερε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (γ) ότι κατά τη διάπραξη της αδικοπραξίας (σωματική βλάβη σε βάρος του Α) ήταν μεθυσμένος, διότι την προηγούμενη ημέρα του επεισοδίου είχε πεθάνει η μητέρα του. Προσκόμισε δε και μία ένορκη βεβαίωση στο ως άνω δικαστήριο, που είχε λάβει ενώπιον συμβολαιογράφου Αθηνών για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, δίχως να κλητεύσει κατά τη λήψη της τον ομόδικό του Γ.

Ερωτάται

α) Είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του Β ως προς την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών;

β) Πώς χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί του εναγομένου Β και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους;

γ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο σχετικώς για τους Α, Β και Γ;

δ) Το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, θα λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση;

Θέμα 2

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Π και του ομόρρυθμου εταίρου της Γ και ζήτησε να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 355.000 ευρώ ως τίμημα πώλησης πολυτελούς αυτοκινήτου. Την ημέρα της δικασίμου ο Α, με προφορική του δήλωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ζήτησε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 75.000 ευρώ, ενώ την ημέρα εκείνη εμφανίστηκε μόνον η Β και όχι ο ομόρρυθμος εταίρος Γ, επειδή δεν είχε κλητευθεί νομίμως. Η Β ισχυρίστηκε νομίμως με τις προτάσεις της ότι το δικαστήριο είναι πλέον καθ’ ύλην αναρμόδιο, μετά τον ως άνω περιορισμό του αιτήματος, και πρέπει να παραπεμφθεί η αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επιπλέον ότι το ως άνω τίμημα πρέπει να μειωθεί, επειδή το πωληθέν αυτοκίνητο παρουσίαζε ελαττώματα ως προς τη χρήση των φρένων του. Ο Α ισχυρίστηκε με την προσθήκη στις προτάσεις του ότι η αξίωση για τη μείωση του τιμήματος του αυτοκινήτου έχει ήδη παραγραφεί λόγω παρόδου του εξαμήνου, διότι το αυτοκίνητο είχε παραδοθεί ήδη από το έτος 2005, ενώ η ομόρρυθμη εταιρεία Β με την προσθήκη στις προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι ο Α, κατά την παράδοση του αυτοκινήτου σ’ αυτήν, γνώριζε την έλλειψη της ικανότητας πέδησης αυτού και της έκανε ιδιαίτερη έκπτωση.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τον ισχυρισμό της Β ως προς την καθ’ ύλην αναρμοδιότητά του;

β) Πώς χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί των Α και Β και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους;

γ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την ερημοδικία του ομόρρυθμου εταίρου Γ;

δ) Αν ο Α πρότεινε βάσιμα την εξαίρεση του δικαστή για λόγο που αφορά τη συγγενική σχέση του με τον απολιπόμενο Γ, τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς τη Β;

Θέμα 3

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των Β και Γ και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 350.000 ευρώ ως αποζημίωση από αδικοπραξία, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την ημέρα της δικασίμου εμφανίστηκαν οι διάδικοι Α και Β, ενώ ο Γ δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, και ο Α με δήλωσή του στο δικαστήριο ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο Β του οφείλει το ποσό των 100.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ με την προσθήκη στις προτάσεις ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι και ο Γ του οφείλει το ποσό των 100.000 ευρώ. Ο Β ισχυρίστηκε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ότι (α) το δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο, διότι κατά την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσης διάταξη νέου νόμου υπήγαγε τις διαφορές αυτές λόγω ποσού στο Μονομελές Πρωτοδικείο, (β) ο Α είχε ασκήσει προηγουμένως άλλη αγωγή κατά του Β, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι αυτός του οφείλει το ποσό των 80.000 ευρώ ως αποζημίωση από την ίδια αδικοπραξία. Το δικαστήριο, παρά το ότι είχε επιφυλάξεις ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης του Α, που έφερε και το βάρος της απόδειξης, τελικά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 20.000 ευρώ.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την εμφάνιση του Β και την απουσία του Γ σε συνδυασμό με τη δικονομική συμπεριφορά του Α; Είναι νόμιμος ο περιορισμός του αιτήματος του Α σε σχέση με τον Γ;

β) Είναι νόμιμοι οι ισχυρισμοί του Β και ποια θα είναι η απόφαση του δικαστηρίου;

γ) Ορθώς δέχθηκε το δικαστήριο ως ουσία βάσιμη την αγωγή;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα 3 θέματα να απαντηθούν τα 2.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία Ι
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΦΕΒ 2015 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Πανταζόπουλος, Σινανίδης
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *