Σημείωση: Στην πηγή υπάρχουν 2 διαφορετικά θέματα με την ίδια ένδειξη «Ιούλιος 2012», χωρίς διάκριση σειράς ή κλιμακίου. Πιθανόν αφορούν διαφορετικές σειρές ή διαφορετικό έτος. Αν γνωρίζετε, ενημερώστε μας.
Θέμα 1
Ιστορικό
Οι Α, Β, Γ και Δ φέρονται συγκύριοι ενός ακινήτου στην Κόρινθο, αξίας 300.000 ευρώ, το οποίο απέκτησαν, μαζί με άλλα περιουσιακά στοιχεία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους Π, κατοίκου Βόλου κατά τον χρόνο του θανάτου του. Ο Α ασκεί κατά των Β και Γ αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου με αίτημα τη διανομή του ακινήτου. Κατά τη συζήτηση της αγωγής οι Β και Γ καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Ο Β ισχυρίζεται ότι ο Π συνέταξε διαθήκη, με την οποία τον εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο, με συνέπεια να είναι ο μόνος κύριος του ακινήτου. Ο Γ ισχυρίζεται ότι αυτός είναι ο μόνος κύριος του ακινήτου, αφού μετά τον θάνατο του Π απέκτησε κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία σε ολόκληρο το ακίνητο.
Ερωτάται
α) Είναι το δικαστήριο κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής;
β) Ασκείται παραδεκτά η αγωγή της διανομής; Εάν όχι, πώς είναι δυνατόν να θεραπευθεί το ελάττωμά της;
γ) Ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών των Β και Γ;
δ) Μπορεί ο Α με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεων να ισχυρισθεί ότι η διαθήκη του Π είναι άκυρη λόγω ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων;
Θέμα 2
Ιστορικό
Ο Α απασχολείται στην ανώνυμη εταιρεία Β ως λογιστής. Πιστεύοντας ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, που ήταν ο Γ, προέβη σε μειωτικό για την τιμιότητά του ισχυρισμό, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με τη Β. Άσκησε μάλιστα αγωγή κατά των Β και Γ με αίτημα να αναγνωρισθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού του Γ. Με τις προτάσεις τους και κατά τη συζήτηση της αγωγής οι Β και Γ, για δικούς τους λόγους, δεν θέλησαν να τοποθετηθούν επί του θέματος αν ο Γ πράγματι προέβη στον μειωτικό ισχυρισμό. Το δικαστήριο θεώρησε, με βάση τη δικονομική συμπεριφορά των Β και Γ, τον ισχυρισμό ομολογημένο (261, 352 ΚΠολΔ), όμως ο Α επέμεινε να εξετάσει μάρτυρες προκειμένου να λάμψει η αλήθεια.
Τελικά το δικαστήριο δεν εξέτασε μάρτυρες, έκρινε ότι η αγωγή, κατ’ ορθότερη εκτίμηση του περιεχομένου της, είχε ως αντικείμενο την αναγνώριση της εγκυρότητας της καταγγελίας λόγω του μειωτικού ισχυρισμού του Γ και έκανε δεκτή την αγωγή. Μετά την τελεσιδικία ο Α ασκεί νέα αγωγή κατά των Β και Γ και ζητά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 57 επόμ. ΑΚ). Οι Β και Γ αρνούνται εντόνως ότι ο Γ διατύπωσε τον μειωτικό ισχυρισμό, με επίκληση και προσκόμιση αποδείξεων. Το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ως αναπόδεικτη. Ο Α θεωρεί την απόφαση εσφαλμένη. Κατά τη γνώμη του, το δικαστήριο της δεύτερης αγωγής δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της πρώτης δίκης.
Ερωτάται
α) Ορθώς το πρώτο δικαστήριο (της δίκης για την καταγγελία) δεν εξέτασε μάρτυρες;
β) Είχε λόγο το πρώτο δικαστήριο (της δίκης για την καταγγελία) να ερμηνεύσει κατά τον παραπάνω τρόπο το περιεχόμενο της πρώτης αγωγής;
γ) Έκρινε ορθά το δεύτερο δικαστήριο (της δίκης για τη χρηματική ικανοποίηση), είναι δηλαδή ορθή η θέση του Α για δέσμευση του δεύτερου δικαστηρίου από το αποτέλεσμα της πρώτης δίκης;
δ) Οι Β και Γ πώς συνδέονται δικονομικά στο πλαίσιο της δεύτερης δίκης (για τη χρηματική ικανοποίηση);
Θέμα 3
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή κατά δύο εταιρειών παροχής επενδυτικών συμβουλών, Β και Γ, με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως λόγω ζημίας που υπέστη από προφανώς εσφαλμένες επενδυτικές συμβουλές. Η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στον νόμιμο εκπρόσωπο της Β. Αντίθετα, τα γραφεία της Γ ανευρέθηκαν κλειστά κατά την επίσκεψη προς επίδοση του δικαστικού επιμελητή. Κατόπιν τούτου, ο δικαστικός επιμελητής προέβη απλώς σε θυροκόλληση του αντιγράφου (με τοποθέτηση σε ενσφράγιστο φάκελο) της αγωγής, που είχε και τον προσδιορισμό της δικασίμου, και της κλήσεως προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση δεν παρέστη η Γ. Παρέστη η Β, η οποία θεωρεί άκυρη την αγωγή, γιατί σ’ αυτήν αναφέρεται εσφαλμένως ο εταιρικός της τύπος (118 ΚΠολΔ): αντί για ανώνυμη εταιρεία (ΑΕ), που ήταν, την ανέφερε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ). Ο Α ζήτησε την αποδοχή της αγωγής του. Στη δίκη υπέρ της Β άσκησε πρόσθετη παρέμβαση η ασφαλιστική εταιρεία Δ, στην οποία η Β είχε ασφαλισθεί για αστική ευθύνη. Ο Α ζήτησε την απόρριψη της πρόσθετης παρεμβάσεως λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
Το δικαστήριο (α) θεώρησε παραδεκτή την πρόσθετη παρέμβαση, (β) δέχθηκε ότι δεν θα πρέπει να κηρύξει ακυρότητα για τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό του εταιρικού τύπου, (γ) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τη Γ και (δ) δέχθηκε την αγωγή κατ’ ουσίαν ως προς τη Β, επιβάλλοντας τα δικαστικά έξοδα στον Α. Ο Α επιθυμεί να προσβάλει με έφεση την απόφαση ως προς τη Γ.
Ερωτάται
1. Ορθά έκρινε το δικαστήριο τα θέματα υπό α, β και γ;
2. Ορθώς κατένειμε τη δικαστική δαπάνη; Ποιες αρχές διέπουν την κατανομή της δικαστικής δαπάνης;
3. Υπόκειται σε έφεση η απόφαση ως προς τη Γ;
Οδηγίες εξέτασης
Από τα 3 θέματα να αναπτυχθούν τα 2.
Απαντήσεις
Οι παρακάτω απαντήσεις δημοσιεύθηκαν μαζί με τα θέματα στην πηγή.
Ενδεικτικές απαντήσεις από τους διδάσκοντες (βασικές πτυχές).
Θέμα 1
α) Ασκείται αγωγή διανομής ενός μεμονωμένου ακινήτου και όχι του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας. Επομένως εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 29 και όχι του άρθρου 30 ΚΠολΔ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου είναι κατά τόπον αναρμόδιο, δεδομένου ότι επί αποκλειστικής δωσιδικίας δεν χωρεί σιωπηρή παρέκταση (ΚΠολΔ 42 § 1).
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο (ΚΠολΔ 11 αρ. 5, 14 αριθ. 2, 18).
β) Επί αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι επιβεβλημένη η εναγωγή όλων των συγκυρίων (άρθρο 478 ΚΠολΔ). Περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας κατά το άρθρο 76 § 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ. Η αγωγή είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν έχει στραφεί και κατά του συγκυρίου Δ. Ωστόσο, η αγωγή καθίσταται παραδεκτή, εάν κάποιος από τους διαδίκους προσεπικαλέσει κατά το άρθρο 86 ΚΠολΔ τον Δ.
γ) Ο Β επικαλείται τη σύνταξη διαθήκης από τον Π, δηλαδή επικαλείται τις περί διαθηκών διατάξεις (ΑΚ 1712 επ.). Επομένως προβάλλει ένσταση και φέρει το σχετικό βάρος αποδείξεως. Ο Γ επικαλείται τις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045). Επομένως και αυτός προβάλλει ένσταση και φέρει το αντίστοιχο βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του.
δ) Αφού ο Β προβάλλει με τις προτάσεις του ένσταση, παραδεκτώς ο Α προβάλλει με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεών του (237 § 3 ΚΠολΔ) την αντένσταση της ακυρότητας της διαθήκης λόγω ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων του Π (ΑΚ 131).
Θέμα 2
1. Ναι, ορθώς δεν εξέτασε μάρτυρες το δικαστήριο, γιατί δεν υπάρχει έννομο συμφέρον. Όταν υπάρχει ομολογία, το θέμα θεωρείται αποδεδειγμένο και παρέλκει η εξέταση της αλήθειας του ισχυρισμού με περαιτέρω αποδεικτικά μέσα.
2. Ναι, διότι αντικείμενο της αγωγής είναι μόνο έννομες σχέσεις. Η αναλήθεια του ισχυρισμού αποτελεί πραγματικό γεγονός, κάτι που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής. Το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε το αίτημα της αγωγής, δεχόμενο ότι πρόκειται για αναγνώριση της εγκυρότητας της καταγγελίας. Με τον τρόπο αυτό διέσωσε το κύρος του δικογράφου.
3. Το δικαστήριο έκρινε ορθά. Δεν υπάρχει δεδικασμένο για πραγματικά γεγονότα και επομένως δεν υπάρχει δέσμευση του μεταγενέστερου δικαστή από το αποτέλεσμα της πρώτης δίκης (άρθρ. 322).
4. Πρόκειται για περίπτωση απλής ομοδικίας. Κατά την ορθότερη γνώμη, η ενοχή εις ολόκληρον στοιχειοθετεί περίπτωση απλής ομοδικίας.
Θέμα 3
Α. Η πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή. Η Δ ως δικονομικός εγγυητής επηρεάζεται από τις αντανακλαστικές συνέπειες της τελεσίδικης αποφάσεως (εγγυητική ευθύνη).
Β. Ορθώς δεν κήρυξε ακυρότητα για τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό του εταιρικού τύπου. Δεν αμφισβητείται ότι τα στοιχεία του άρθρ. 118 ΚΠολΔ είναι προσδιοριστικά της ταυτότητας των διαδίκων, με μόνη εξαίρεση την υπογραφή, που έχει συστατικό χαρακτήρα. Όμως και το τμήμα εκείνο που δέχεται ακυρότητα συναρτά αυτήν με στοιχείο βλάβης, που προφανώς δεν υπάρχει εν προκειμένω (άρθρ. 159 αρ. 3).
Γ. Ορθώς κήρυξε το δικαστήριο απαράδεκτη τη συζήτηση, διότι δεν υπάρχει νόμιμη κλήτευση. Η επίδοση ήταν ανυπόστατη, γιατί έγινε μόνο το πρώτο σκέλος, που ήταν η θυροκόλληση, και δεν ακολούθησαν τα επόμενα δύο, που ήταν η παράδοση αντιγράφου της αγωγής στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα και η ταχυδρομική αποστολή εγγράφου ειδοποιήσεως για τη θυροκόλληση και για την παράδοση στο αστυνομικό τμήμα (128 παρ. 4 σε συνδ. με άρθρ. 129).
Δ. Όχι, δεν έκρινε ορθώς ως προς τη δικαστική δαπάνη. Η κατανομή των δικαστικών εξόδων γίνεται με βάση τις αρχές της ήττας (176), της υπαιτιότητας (177, 185), της προκλήσεως (184) ή της επιεικείας (179).
Ε. Η απόφαση είναι μη οριστική και ως τέτοια δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση. Οι οριστικές αποφάσεις προσβάλλονται με ένδικα μέσα, ενώ οι μη οριστικές ανακαλούνται και δεν προσβάλλονται με ένδικα μέσα.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Πολιτική Δικονομία Ι
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2012 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Εξεταστές: Ορφανίδης, Τσικρικάς
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

