Θέμα 1
Ιστορικό
Σε πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, ανάμεσα σε πολλές και ετερόκλητες διατάξεις αρμοδιότητας διαφόρων υπουργείων, περιέχεται διάταξη με την οποία εισάγονται οριζόντιες περικοπές συντάξεων. Η διάταξη εκδίδεται χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και χωρίς έκθεση του Υπουργού Οικονομικών για την κάλυψη της δαπάνης. Περαιτέρω, η αντιπολίτευση διατείνεται ότι δεν υπήρξε η απαιτούμενη από το Σύνταγμα πλειοψηφία.
Ερωτάται
1. Είναι δικαστικώς ελέγξιμες οι σχετικές παραλείψεις;
Θέμα 2
α) Προτείνατε για αναθεώρηση μια διάταξη του Συντάγματος ώστε να καταστεί πιο αποτελεσματικός ο κοινοβουλευτικός έλεγχος.
β) Είναι δυνατή η διάλυση πολιτικού κόμματος;
Θέμα 3
α) Σε ποιες περιπτώσεις κοινός νόμος ρυθμίζει κοινοβουλευτική διαδικασία;
β) Στις βουλευτικές εκλογές προέκυψαν τα ακόλουθα αποτελέσματα: Εγγεγραμμένοι: 12.000.000· Ψηφίσαντες: 11.000.000· Άκυρα: 300.000· Λευκά: 500.000· Κόμμα Α: 4.000.000· Κόμμα Β: 3.000.000· Κόμμα Γ: 2.000.000· Κόμμα Δ: 1.000.000· Κόμμα Ε: 200.000. Να υπολογιστεί, κατά το ισχύον εκλογικό σύστημα, πώς θα κατανεμηθούν στα κόμματα οι 300 έδρες της Βουλής.
Απαντήσεις
Οι παρακάτω απαντήσεις δημοσιεύθηκαν μαζί με τα θέματα στην πηγή.
Ενδεικτικές απαντήσεις, όπως αναρτήθηκαν από τον διδάσκοντα:
1. Καταρχήν, τα εσωτερικά θέματα της Βουλής (interna corporis), στο πλαίσιο της αυτονομίας του αντιπροσωπευτικού σώματος, δεν υπάγονται στον δικαστικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, ο οποίος περιορίζεται μόνο στον έλεγχο ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4. Τον έλεγχο της τήρησης των σχετικών προϋποθέσεων κάνει η ίδια η Βουλή και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο πλαίσιο της έκδοσης των νόμων (βεβαιωτική λειτουργία της έκδοσης). Κατά τη νομολογία, μόνον η ειδικότητα του συνταξιοδοτικού νομοσχεδίου και η ύπαρξη γνωμοδότησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου ελέγχονται δικαστικά και, προσφάτως, με την απόφαση 668/2012 για το μνημόνιο, η συνδρομή της αυξημένης πλειοψηφίας (βλ. Γ. Γεραπετρίτη, Σύνταγμα και Βουλή, Μέρος II).
2.α. Σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 του Συντάγματος, η απόφαση της Βουλής για τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών «λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών». Την προφανή ερμηνευτική αμφισημία έταμε ο Κανονισμός, προβλέποντας στο άρθρο 144 παρ. 5 ΚτΒ ότι η σχετική απόφαση της Ολομέλειας λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα (2/5) του όλου αριθμού των βουλευτών. Δεδομένης της ιστορικώς συνήθους σύμπτωσης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και Κυβέρνησης και της κοινωνικής απαίτησης για πιο ουσιαστικό έλεγχο, η αναθεώρηση των προϋποθέσεων συγκρότησης και του τρόπου λειτουργίας των εξεταστικών επιτροπών είναι ευκταία, θέτοντας και όρια στην άσκηση του μειοψηφικού αυτού δικαιώματος, ώστε να αποφεύγεται η κατάχρησή του για πολιτικούς λόγους. Υπό το πρίσμα αυτό, με θετική ψήφο των δύο πέμπτων (2/5) του αντιπροσωπευτικού σώματος, έστω και με ενάντια την πλειοψηφία των παρόντων ή ακόμη και του όλου αριθμού των βουλευτών, θα μπορούσε να συσταθεί μία εξεταστική επιτροπή ανά βουλευτική σύνοδο (βλ. Γ. Γεραπετρίτη, Σύνταγμα και Βουλή, σελ. 105-106). Άλλες αλλαγές θα μπορούσαν να αφορούν την ενίσχυση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, όπως π.χ. προεδρία ορισμένων κοινοβουλευτικών επιτροπών από την αντιπολίτευση (βλ. ibid., σελ. 90-95).
2.β. Δεν είναι δυνατή κατά την κρατούσα άποψη: α) Δεν προβλέπεται στο άρθρο 29 διάλυση κόμματος, οι δε εξαιρέσεις από δικαιώματα ερμηνεύονται στενά, ώστε να μην είναι δυνατή αναλογική εφαρμογή (in dubio pro libertate)· β) Ιστορική ερμηνεία: προβλεπόταν η δυνατότητα στο σχέδιο Συντάγματος του 1975, δεν περιλήφθηκε όμως εντέλει στο τελικό κείμενο. Πρβλ. ΑΠ 590/2009:
«Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος “Έλληνες πολίτες, που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και δράση τους οφείλει και εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος”. Από την πιο πάνω διάταξη, στην οποία τελικά δεν περιελήφθηκε η υπάρχουσα στο αρχικό σχέδιο του Συντάγματος πρόβλεψη για την έκδοση νόμου ως προς την οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων, διαφαίνεται η πρόθεση του Συνταγματικού Νομοθέτη να αποφευχθεί κάθε επέμβαση νομοθετική ή δικαστική στη λειτουργία τους. Αυτό που θέλει να διασφαλίσει το Σύνταγμα στο άρθρο 29 παρ. 1, είναι ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων θα εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι υπό το πλέγμα περιοριστικών διατάξεων, που θα ορίσει ο κοινός νομοθέτης (επί παραδείγματι, όταν αφορά την ανάδειξη της ηγεσίας τους και εν γένει τη λήψη των αποφάσεων των οργάνων τους και την εσωτερική λειτουργία τους), αλλά με τη συγκεκριμένη συμμετοχή των κομμάτων στη λειτουργία του πολιτεύματος. Για το λόγο δε αυτό, περιεχόμενο νόμου σχετικού με την οργάνωση και δράση των κομμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από την επιβολή στα κόμματα της υποχρέωσης να διαθέτουν και δημοσιεύουν καταστατικό, ώστε, ως θεσμοί που οφείλουν να λειτουργούν υπό καθεστώς διαφάνειας των οργανωτικών δομών και στόχων τους, να προσφέρονται σε πολιτική αξιολόγησή τους από μέρους των πολιτών όχι μόνο από το πρόγραμμά τους, αλλά και με την εικόνα που εμφανίζουν προς τα έξω σε σχέση με την οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία τους…. Για τους ίδιους λόγους, αποκλείεται αναμφίβολα η εφαρμογή στα πολιτικά κόμματα του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 105 του Αστικού Κώδικα για τη δικαστική διάλυση σωματείων κλπ. και επομένως είναι ανεπίτρεπτη η αναγκαστική διάλυση και με νόμο ή δικαστική απόφαση πολιτικού κόμματος».
3.α. Γ. Γεραπετρίτη, Σύνταγμα και Βουλή, σελ. 77-80. Σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 1 του Συντάγματος εισάγεται ο κανόνας της αποκλειστικής αρμοδιότητας του τρόπου λειτουργίας της Βουλής με τον Κανονισμό. Ο κανόνας εντούτοις δεν είναι απαρέγκλιτος. Όπου η έννομη τάξη θεωρεί ότι θα πρέπει η αρμοδιότητα ρύθμισης κοινοβουλευτικής ύλης να εξέρχεται της αυτονομίας του νομοθετικού σώματος, είτε για να προλαμβάνονται τυχόν αυθαιρεσίες είτε επειδή θεωρείται ότι μπορεί να τύχει καλύτερης κανονιστικής διαχείρισης από άλλο όργανο, ο θεμελιώδης νόμος εξαιρεί τη συγκεκριμένη ύλη. Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, ο κανόνας κάμπτεται όπου το ίδιο το Σύνταγμα εξάγει κοινοβουλευτική ύλη από την αρμοδιότητα του Κανονισμού και την επαναφέρει στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη, ο δε ειδικός συνταγματικός κανόνας υπερισχύει στο πλαίσιο της τυπικής ισοδυναμίας των διατάξεων του Συντάγματος. Αυτό συμβαίνει στο ισχύον Σύνταγμα αφενός στη θέση προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, τα οποία κατά το άρθρο 79 παρ. 8 του Συντάγματος «εγκρίνονται από την Ολομέλεια της Βουλής όπως νόμος ορίζει», και στην άσκηση δίωξης κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αρμοδιότητα που το άρθρο 86 παρ. 1 του Συντάγματος απονέμει στη Βουλή «όπως νόμος ορίζει».
3.β. Εκλογικό μέτρο: Ψ – (Α + Λ + <3%) / Έδρες (σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 8 του Π.Δ. 57/2012 τα λευκά δεν προσμετρώνται) = 11εκ. – (300χ + 500χ + 200χ) / 250 (κατά τον εκλογικό νόμο οι έδρες προς διανομή είναι 250) = 40χ.
Για τον υπολογισμό των εδρών κάθε κόμματος διαιρούνται οι ψήφοι που έλαβε με το εκλογικό μέτρο, το δε πρώτο κόμμα λαμβάνει μπόνους 50 εδρών. Κόμμα Α: 100 + 50 = 150· Κόμμα Β: 75· Κόμμα Γ: 50· Κόμμα Δ: 25.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Κοινοβουλευτικό Δίκαιο
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2013 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
- Μορφή εξέτασης: Άγνωστο
- Διανομή: Άγνωστο
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

