Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Σεπτέμβριος 2022

Κλιμάκιο Α-Λ.

Θέμα Ι

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του Β και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ ως αμοιβή από σύμβαση έργου και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και το ποσό των 120.000 ευρώ από σύμβαση δανείου. Ο Β με τις προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι το έργο είχε τα αναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα και ότι το ποσό των 120.000 του είχε δοθεί ως δωρεά, επειδή είχε ανεύρει μεγάλο χρηματικό ποσό που ανήκε στον Α και του το απέδωσε. Είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο Β κατέθεσε προσθήκη και ισχυρίστηκε ότι είχε συμφωνηθεί άφεση χρέους ως προς το ποσό των 150.000 ευρώ από τη σύμβαση έργου, άλλως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και επικαλέστηκε προς απόδειξη μία ένορκη βεβαίωση του Γ, η οποία λήφθηκε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του Α. Ο Α ισχυρίστηκε ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, διότι δεν αναφερόταν στη σχετική κλήση προς αυτόν το επάγγελμα του Γ και ήταν εσφαλμένη η διεύθυνση κατοικίας του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέτασε την επικουρική βάση της αγωγής ως προς τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Β κατά το ποσό των 150.000 ευρώ και, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του Β περί άφεσης χρέους, δέχθηκε αυτήν και υποχρέωσε τον Β να του καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ απέρριψε το αίτημα για την καταβολή του ποσού του δανείου, δεχόμενο τον ισχυρισμό του Β. Ο Α άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης που απέρριψε το αίτημα για την καταβολή του δανείου, επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ο Β άσκησε έφεση κατά της απόφασης που δέχθηκε το αίτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος του, επικαλούμενος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, διότι δεν εξέτασε την κύρια βάση της αγωγής του Α για την αμοιβή από τη σύμβαση έργου. Παράλληλα, ο Β άσκησε αντέφεση κατά της απόφασης που απέρριψε το αίτημα του δανείου, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο εσφαλμένως συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη, ενώ έπρεπε να την κατανείμει με διαφορετικό τρόπο, λόγω του ότι ο Α ηττήθηκε ως προς το αίτημα της καταβολής του δανείου. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση των υποθέσεων ο Β.

Ερωτάται

α) Πώς χαρακτηρίζονται νομικά οι ισχυρισμοί του Β ως προς τις βάσεις της αγωγής;

β) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (i) ως προς την εκδίκαση της αγωγής, (ii) ως προς την αποδοχή της αγωγής κατά την επικουρική βάση της, (iii) ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του Β για την άφεση χρέους;

γ) Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, τι θα αποφάσιζε το δικαστήριο ως προς τον ισχυρισμό του Α για τη μη λήψη υπόψη της ένορκης βεβαίωσης του Γ;

δ) Είναι παραδεκτή η έφεση και η αντέφεση του Β;

ε) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την έφεση του Α, την έφεση του Β και την αντέφεση του Β συνεπεία της μη εμφάνισης του τελευταίου στο δικαστήριο;

ζ) Θα μπορούσε να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αν αυτό δεχόταν την έφεση του Α και συνακόλουθα την αγωγή ως προς το αίτημα της καταβολής του δανείου;

Θέμα ΙΙ

Ιστορικό

Ο Α, κάτοικος Αλεξανδρούπολης, ασκεί αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Β, που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη, και του ομόρρυθμου εταίρου αυτής Γ, κατοίκου Αθηνών, για την καταβολή ληξιπρόθεσμης οφειλής ύψους 60.000 ευρώ από σύμβαση δανείου, που είχε καταρτισθεί εγγράφως στην Αλεξανδρούπολη. Η αγωγή επιδίδεται εμπρόθεσμα στους Β και Γ. Όλοι οι διάδικοι κατέθεσαν νομίμως και εμπροθέσμως προτάσεις. Ο Α με τις προτάσεις του προσκόμισε το ιδιωτικό συμφωνητικό του δανείου. Η Β ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι το δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο και πρέπει να παραπεμφθεί η αγωγή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο κατ’ άρθρο 22 ΚΠολΔ, και επιπλέον ότι με μεταγενέστερη του εγγράφου της δανειακής συμβάσεως προφορική συμφωνία μεταξύ αυτής και του Α το ποσό της οφειλής είχε περιορισθεί σε 50.000 ευρώ. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, η Β προσκομίζει με τις προτάσεις της την ένορκη βεβαίωση του Μ, μετά από νόμιμη κλήτευση του Α. Ο Γ με τις προτάσεις του αρνείται την ιστορική βάση της αγωγής.

Είκοσι ημέρες πριν από την ορισθείσα συζήτηση της αγωγής παρεμβαίνει υπέρ των εναγομένων ο επίσης ομόρρυθμος εταίρος (της Β) Δ, υποστηρίζοντας ότι το οφειλόμενο ήταν 40.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή κατά αμφοτέρων των εναγομένων (Β και Γ), αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς των τελευταίων, ενώ απέρριψε και την παρέμβαση του Δ.

Η εν λόγω απόφαση, η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, όπως είχε ζητηθεί από τον Α, για το ποσό των 30.000 ευρώ, δημοσιεύθηκε στις 30.11.2021 και επιδόθηκε από τον Α στη Β στις 20.12.2021. Η Β άσκησε στις 27.12.2021 έφεση κατά της αποφάσεως, ζητώντας να εξαφανισθεί αυτή λόγω αποσβέσεως του χρέους της από τη σύμβαση δανείου διά της καταρτίσεως, μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συμβάσεως αφέσεως χρέους (ΑΚ 454). Έφεση άσκησε κατά της απόφασης αυτής και ο Γ στις 20.2.2022, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί δανείου διατάξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την επιδίκαση του αιτούμενου από τον Α ποσού και ζητώντας να απορριφθεί η αγωγή του τελευταίου. Στη συνέχεια, στις 25.2.2022, ο Α, επί τη βάσει αντιγράφου εξ απογράφου της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επέδωσε επιταγή προς εκτέλεση στον Γ για την απαίτηση των 60.000 ευρώ, που του είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως, και στις 10.3.2022 επέβαλε κατάσχεση επί ακινήτου του Γ. Στις 10.4.2022 ο Γ άσκησε ανακοπή κατά της κατασχέσεως και ζήτησε την ακύρωσή της, ισχυριζόμενος ότι καταχρηστικώς επιβλήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση στο συγκεκριμένο, δυσανάλογης αξίας (110.000 ευρώ) σε σχέση με το ύψος της επιδικασθείσας οφειλής του (60.000 ευρώ), ακίνητο, ενώ υπήρχε και άλλο, μικρότερης αξίας (70.000 ευρώ), ακίνητό του, που μπορούσε να κατασχεθεί.

Ερωτάται

α) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε τους ισχυρισμούς της Β;

β) Παραδεκτώς προτάθηκε από τη Β με το δικόγραφο της εφέσεως ο ισχυρισμός για απόσβεση του χρέους της με την κατάρτιση συμβάσεως αφέσεως χρέους;

γ) Ασκήθηκε παραδεκτώς η έφεση του Γ;

δ) Ασκήθηκε παραδεκτώς η παρέμβαση του Δ; Ανεξάρτητα από το ως άνω ερώτημα, θα μπορούσε ο ίδιος ομόρρυθμος εταίρος (της Β) να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να προβάλει παραδεκτώς για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του Α;

ε) Είναι παραδεκτός και βάσιμος ο λόγος ανακοπής που άσκησε ο Γ κατά της κατασχέσεως; Υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής που θα μπορούσε παραδεκτώς να προταθεί από τον Γ;

ζ) Αν υποτεθεί ότι η επισπευδόμενη κατά του Γ αναγκαστική εκτέλεση οδηγήσει στον πλειστηριασμό του πιο πάνω ακινήτου με επιτευχθησόμενο πλειστηρίασμα, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, ποσού 100.000 ευρώ, πώς θα κατατάξει ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος στον συνταχθησόμενο πίνακα κατατάξεως την πιο πάνω απαίτηση του Α και την τελεσιδίκως επιδικασθείσα απαίτηση ποσού 150.000 ευρώ του (μόνου) αναγγελθησόμενου δανειστή (του Γ) Υ, ο οποίος είχε εγγράψει ισόποση υποθήκη στις 10.2.2021, σε ασφάλεια της εν λόγω απαιτήσεώς του;

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΣΕΠ 2022 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Πανταζόπουλος, Κατηφόρης, Μαρκουλάκης
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.