Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούλιος 2021

Κλιμάκιο Α-Λ – Θέμα Ι

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Β και Γ να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 70.000 ευρώ από αδικοπραξία. Ο Γ άσκησε προσεπίκληση κατά του Δ, με την οποία, επικαλούμενος σύμβαση για την ανάληψη της ευθύνης από έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ζήτησε να υποχρεωθεί ο Δ να καταβάλει στον Α το ποσό των 70.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη και συνακόλουθα απέρριψε την προσεπίκληση, επειδή δεν ηττήθηκε ο Γ. Η απόφαση επιδίδεται από τον Γ μόνο στον Β στις 10-11-2013. Στη συνέχεια ο Α άσκησε έφεση στις 15-12-2013 μόνο κατά του Γ και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή του. Ο Γ, φοβούμενος ότι η εναντίον του αγωγή του Α θα γίνει δεκτή, ασκεί έφεση κατά της απόφασης που απέρριψε την προσεπίκληση και ζήτησε αυτή να γίνει δεκτή και να καταδικαστεί ο Δ να καταβάλει σε αυτόν (τον Γ) ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει ο ίδιος στον Α. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρίστανται ο Α και ο Γ, ενώ δεν εμφανίζεται ο Δ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται την έφεση, εξαφανίζει την απόφαση και δέχεται την αγωγή του Α κατά του Γ, ενώ απορρίπτει την προσεπίκληση κατά του Δ ως μη νόμιμη.

Ερωτάται

α) Ορθώς η έφεση του Α απευθύνεται μόνο κατά του Γ;

β) Είναι εμπρόθεσμη η έφεση του Α;

γ) Θα είχε έννομο συμφέρον και θα μπορούσε να παρέμβει πρόσθετα υπέρ του Γ στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο Β;

δ) Έχει έννομο συμφέρον ο Γ να ασκήσει την έφεσή του κατά του προσεπικληθέντος απ’ αυτόν Δ;

ε) Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την προσεπίκληση του Γ ως μη νόμιμη, παρότι δέχτηκε την αγωγή του Α κατά του Γ;

ζ) Αν η έφεση του Α απορριπτόταν ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης και επέδιδε τη σχετική απόφαση σ’ αυτόν ο Γ στις 30-01-2020, σε ποια προθεσμία θα μπορούσε να ασκήσει ο Α αναίρεση εναντίον της;

η) Πώς θα μπορούσε να προστατευθεί ο Γ, αν ο Α επέσπευδε εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση με βάση την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έτσι ώστε να μη λάβει χώρα ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου του την ορισθείσα μέρα;

Κλιμάκιο Α-Λ – Θέμα ΙΙ

Ιστορικό

Ο Α, με βάση την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και υποχρέωσε τον Β να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ από αδικοπραξία, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του και κατάσχει ένα ακίνητο του Β αξίας 300.000 ευρώ. Ο Β ασκεί ανακοπή κατά της αναγκαστικής κατάσχεσης στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ και επικαλείται ότι: α) μέχρι την έναρξη της εκτέλεσης η αξίωση του Α έχει παραγραφεί μετά την έκδοση της απόφασης, β) το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης με κατάσχεση ακινήτου ασκείται καταχρηστικώς και μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτησή του από άλλα κινητά πράγματα που αναφέρει στην ανακοπή. Η ανακοπή ορίστηκε να συζητηθεί στις 20-01-2020. Μεταγενέστερα και λίγο πριν από τον ορισθέντα πλειστηριασμό, ο Β ασκεί στις 12-01-2020 πρόσθετο λόγο με ιδιαίτερο δικόγραφο, με τον οποίο επικαλείται ότι έχει συνάψει με τον Α συμφωνία τμηματικής καταβολής του χρέους του. Ο Α, προς απόκρουση της ανακοπής, ισχυρίζεται ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος λόγω δεδικασμένου και αρνείται κατ’ ουσίαν τον δεύτερο λόγο της ανακοπής. Ο Γ, μαθαίνοντας την αναγκαστική κατάσχεση του ως άνω ακινήτου, ασκεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου εκτέλεσης ανακοπή κατά του Α, ισχυριζόμενος ότι αυτός είναι κύριος του ακινήτου.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τον πρώτο λόγο ανακοπής;

β) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τον δεύτερο λόγο;

γ) Είναι παραδεκτός ο πρόσθετος λόγος ανακοπής;

δ) Είναι παραδεκτή η ανακοπή του Γ;

ε) Θα μπορούσε ο Γ να σωρεύσει στην ανακοπή του και αίτημα απόδοσης του ακινήτου;

ζ) Με ποιο άλλο μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησης του Α;

η) Αν γινόταν δεκτή η αναίρεση του Γ και εξαφανιζόταν η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραπεμπόταν προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, θα μπορούσε ο Γ να ασκήσει για πρώτη φορά πρόσθετους λόγους ανακοπής στο τελευταίο;

Κλιμάκιο Μ-Ω – Θέμα Ι

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά των Β και Γ με αίτημα την καταδίκη τους εις ολόκληρον στην καταβολή ποσού 300.000 ευρώ λόγω αδικοπραξίας. Ο Β με τις προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας είναι ο ίδιος ο Α, ενώ ο Γ ερημοδίκησε. Το δικαστήριο, συνεπεία της ερημοδικίας του Γ, έκανε δεκτή την αγωγή και ως προς τους δύο εναγομένους. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 20-06-2019. Κανένας από τους διαδίκους δεν επέδωσε την απόφαση. Ο Β άσκησε έφεση κατά του Α, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, λόγω της οποίας κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας, και επικουρικά προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Α είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό τουλάχιστον 70%. Το Εφετείο δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμο τον ισχυρισμό του Β περί συνυπαιτιότητας και ως εκ τούτου μείωσε το ποσό της αποζημίωσης κατά 30%. Ο Α θεωρεί ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε ορθά τα αποδεικτικά μέσα· συγκεκριμένα, θεωρεί ότι αξιολόγησε ως πιο αξιόπιστη την ένορκη βεβαίωση που προσκόμισε ο Β προς απόδειξη του ισχυρισμού του για τη συνυπαιτιότητα σε σύγκριση με την έκθεση του τεχνικού συμβούλου που ο ίδιος (ο Α) προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το περιεχόμενο της οποίας παραμόρφωσε, και σκέφτεται να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης για τον λόγο αυτόν. Ο Α, δέκα ημέρες πριν παρέλθει η προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή στις 10-06-2021, επιδίδει αυτήν στον Γ, ο οποίος ασκεί έφεση στις 27.06.2021. Στη συνέχεια ο Α επιδίδει στον Γ επιταγή προς εκτέλεση και επιβάλλει κατάσχεση σε ακίνητό του, αφού προηγουμένως έχει τηρήσει την προθεσμία του άρθρου 926 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω ο Α, με εκτελεστό τίτλο την απόφαση του Εφετείου, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β και κατάσχει εις χείρας του εργοδότη του Ε την απαίτηση καταβολής των μισθών του, επιδίδοντας το κατασχετήριο έγγραφο μόνον στον Ε.

Ερωτάται

α) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τον Β;

β) Προβλήθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από τον Β ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας;

γ) Είναι νόμιμος ο λόγος για τον οποίο ο Β σκέφτεται να ασκήσει αναίρεση; Θα μπορούσε να θεμελιωθεί άλλος λόγος αναίρεσης;

δ) Είναι παραδεκτή η έφεση που ασκήθηκε από τον Γ;

ε) Με ποιο ένδικο βοήθημα, για ποιον λόγο και εντός ποιας προθεσμίας μπορεί να αμυνθεί ο Γ κατά της επισπευδόμενης εναντίον του διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης;

ζ) Νομιμοποιείται ο Ε να ζητήσει ακύρωση της επιβληθείσας εις χείρας του αναγκαστικής κατάσχεσης;

Κλιμάκιο Μ-Ω – Θέμα ΙΙ

Ιστορικό

Ο Α ασκεί κατά του Β διεκδικητική αγωγή ακινήτου, επικαλούμενος κτήση κυριότητας δυνάμει κληρονομικής διαδοχής διά διαθήκης από τον πατέρα του Π και επικουρικά κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία (ΑΚ 1041). Προς υποστήριξη του Β παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη ο Μ, στον οποίο ο Β είχε παραχωρήσει τη χρήση του ακινήτου, με τήρηση των διατάξεων των άρθρων 81 και 238 ΚΠολΔ. Ο Β με το δικόγραφο των προτάσεών του αμφισβητεί την ιστορική βάση της αγωγής του Α και με το δικόγραφο της προσθήκης επί των προτάσεων επικαλείται ακυρότητα της διαθήκης του Π λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεών του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κάνει δεκτή την παρέμβαση του Μ και απορρίπτει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της. Ο Α ασκεί έφεση, την οποία στρέφει κατά του Β, προβάλλοντας ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εφαρμογή των περί κληρονομικής διαδοχής διατάξεων. Έπειτα από την άσκηση της εφέσεως, ο Α μεταβιβάζει το ακίνητο στον Γ. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως του Α, ο Β ερημοδικεί. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κάνει δεκτή την έφεση του Α, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, κρατεί και δικάζει την αγωγή και την κάνει δεκτή, κρίνοντας ότι αποδείχθηκε η βάση της τακτικής χρησικτησίας, και καταδικάζει τον Β στην απόδοση του ακινήτου. Στις 2.6.2021 ο Γ επισπεύδει αμέσως αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με επίδοση σε αυτόν επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο απογράφου της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ο Β ασκεί αμέσως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ταυτόχρονα ζητεί την αναστολή της εκτελεστότητας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως· ωστόσο, πριν χορηγηθεί αναστολή, ο Γ αποβάλλει τον Β στις 15.7.2021 από το ακίνητο. Ο Β στις 20.7.2021 ασκεί ανακοπή προς ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, καθώς και της αποβολής, επικαλούμενος την εκ μέρους του κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Α, δικαιοπαρόχου του Γ.

Ερωτάται

α) Ασκείται παραδεκτώς η έφεση του Α;

β) Είναι ορθή η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την παραδοχή της αγωγής του Α; Εάν όχι, ποιος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται;

γ) Εάν ο Β δεν ερημοδικούσε αλλά είχε παραστεί σε δεύτερο βαθμό, θα μπορούσε να προβάλει εκ νέου τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της διαθήκης του Π;

δ) Είναι δυνατή η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης από τον Γ κατά του Β;

ε) Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως του Β;

ζ) Είναι παραδεκτός ο λόγος της ανακοπής του Β;

Οδηγίες εξέτασης

Θα δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2021, 09:00–10:30 / 12:00–13:30 / 15:00–16:30 / 18:00–19:30 (πρόγραμμα εξεταστικής της Σχολής)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Τσικρικάς, Τριανταφύλλου
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.