Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούλιος 2020

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α ασκεί αγωγή κατά των Β και Γ με αίτημα την καταδίκη τους εις ολόκληρον στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού λόγω ενδοσυμβατικής, άλλως αδικοπρακτικής ευθύνης. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ερημοδίκησε ο Γ. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή, κατά τη βάση της από αδικοπραξία, ως ουσία βάσιμη. Η απόφαση δεν επιδόθηκε στους Β και Γ. Μετά 4 έτη από τη δημοσίευση της αποφάσεως ο Α άσκησε αναίρεση κατά των Β και Γ, θεωρώντας ότι η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως προς τη βάση της από ενδοσυμβατική ευθύνη. Αναίρεση κατά της αποφάσεως άσκησε και ο Β. Ο Α προέβαλε ως λόγο αναιρέσεως ότι το δικαστήριο ερμήνευσε τις δηλώσεις βουλήσεως των μερών, χωρίς να δέχεται ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια σ’ αυτές. Η ερμηνεία αυτή έγινε κατά τον Α για τη θεμελίωση της κρίσης του ότι δεν υπάρχει ευθύνη από σύμβαση. Ο Β ισχυρίσθηκε με τον πρώτο λόγο της δικής του αναιρέσεως ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, όπως όφειλε αυτεπαγγέλτως να πράξει, και με τον δεύτερο λόγο ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί αξιολόγησε ως πιο αξιόπιστη κατάθεση μάρτυρα και όχι την έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης.

Ο Α, με εκτελεστό τίτλο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επέδωσε στον Γ επιταγή προς εκτέλεση και ακολούθησε επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως στο ακίνητο του Υ, ο οποίος είχε παραχωρήσει υποθήκη επί του ακινήτου του για την εξασφάλιση της απαιτήσεως του Α κατά του Γ. Μετά πάροδο 20 ημερών από την επίδοση στον Γ της περιλήψεως της εκθέσεως κατασχέσεως, ο Γ άσκησε ανακοπή κατά της επιταγής και της αναγκαστικής κατασχέσεως, ισχυριζόμενος ότι α) δεν επισπεύδεται έγκυρα εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση και β) ότι η περίληψη της εκθέσεως κατασχέσεως δεν επιδόθηκε στον Υ. Ο τελευταίος (ο Υ), μετά την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως, μεταβίβασε το ακίνητο στον Π.

Ερωτάται

α) Έχει έννομο συμφέρον ο Α για την άσκηση αναιρέσεως;

β) Είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως μόνο από τον Β;

γ) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως των Α και Β;

δ) Ασκήθηκε παραδεκτά η ανακοπή; Είναι βάσιμοι οι λόγοι της;

ε) Απέκτησε ο Π την κυριότητα του ακινήτου;

Θέμα 2

Ιστορικό

Α. Η Α άσκησε διεκδικητική αγωγή κατά του Β με αίτημα να καταδικαστεί να της αποδώσει έργο τέχνης, το οποίο της ανήκε κατά κυριότητα και το οποίο είχε παραδώσει προς φύλαξη, λόγω απουσίας της στην αλλοδαπή, στον συντηρητή έργων τέχνης Γ. Ο Γ, κατά την Α, έσπευσε και πώλησε το έργο τέχνης στον Β, επειδή είχε οικονομική ανάγκη. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ο Β ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης. Όπως ισχυρίστηκε, αυτός κατέβαλε τίμημα για την απόκτηση του πίνακα και πίστευε ότι αποκτούσε από τον Γ ως κύριο. Η Α αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του Β για την καλή πίστη του. Έλαβαν χώρα αποδείξεις με εξέταση μαρτύρων, που είχαν ως αντικείμενο κυρίως το θέμα αν ο Β γνώριζε την έλλειψη κυριότητος του Γ. Το δικαστήριο δεν μπόρεσε να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την καλή πίστη του Β. Τελικά ωστόσο, και μετά από προβληματισμό, εκδίδει απόφαση με την οποία απορρίπτει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι στην αγωγή της Α δεν απαντούσε ισχυρισμός για την κακή πίστη του Β.

Η Α αιφνιδιάστηκε από το αποτέλεσμα της δίκης, ενόψει και της άμυνας του Β, που δεν έθεσε τέτοιο θέμα. Προσέβαλε την απόφαση με έφεση με λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, κάτι που εξειδίκευσε με το δικόγραφο της εφέσεως, όπως απαιτείται κατά νόμο. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε μια διαφορετική θεώρηση. Δέχτηκε μεν την έφεση της Α και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη, όμως τελικά απέρριψε την αγωγή της Α ως απαράδεκτη με την ίδια αιτιολογία που είχε επικαλεστεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Β. Στη συνέχεια η Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Γ και αξίωσε το τίμημα για το έργο τέχνης. Κατά τους ισχυρισμούς της, η αξία του ανερχόταν στις 65.000 ευρώ. Στην αγωγή υπήρχε σαφής έκθεση των γεγονότων σε σχέση με τη σύμβαση με την οποία η Α άφησε προς φύλαξη τον πίνακα στον Γ. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της η Α ισχυρίστηκε επιπροσθέτως ότι είχε στην κυριότητά της τον πίνακα κατά την παράδοσή του στον Γ και ότι ο Γ με δόλο και χωρίς δικαίωμα τον εκποίησε στον Β. Υπέβαλε μάλιστα με τις προτάσεις και αίτημα για προσωπική κράτηση του Γ. Το αγωγικό αίτημά της στηρίζεται, όπως ανέφερε ρητά στις προτάσεις της, και στη βάση αυτή. Ο Γ ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι η αξίωση της Α είχε υποπέσει σε παραγραφή, ενώ η σχετική αξίωση προβάλλεται και κατά κατάχρηση δικαιώματος. Πρότεινε επίσης επικουρικώς, προς τον σκοπό απορρίψεως της αγωγής, ένσταση συμψηφισμού για το ποσό των 30.000 ευρώ από προηγούμενες συναλλαγές που είχε με την Α. Η Α αμφισβήτησε την αξίωση του Γ. Μετά από αποδείξεις εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή σε σχέση με τη φύλαξη του πράγματος. Κατά το δικαστήριο, η αξία του πίνακα ανερχόταν στις 30.000 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε. Παράλληλα, απέρριψε ως αόριστες τις ενστάσεις παραγραφής και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του Γ και ως ουσία αβάσιμη την ένσταση συμψηφισμού που πρότεινε. Το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό της ενάγουσας Α για την απαίτησή της ως έχουσα έρεισμα και στην κυριότητα κ.λπ. Ο Γ θεωρεί την απόφαση εσφαλμένη και την προσβάλλει με έφεση. Διαμαρτύρεται με λόγους εφέσεως, μεταξύ άλλων, και για την απόρριψη των ενστάσεών του με την παραπάνω αιτιολογία.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εξέταση της υποθέσεως, απορρίπτει την έφεση στο σύνολό της με την ίδια αιτιολογία όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την απόφαση του οποίου επικυρώνει.

Γ. Κατόπιν τούτου, η Α, με τήρηση της νόμιμης προδικασίας, επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Γ. Επιβάλλει κατάσχεση απαιτήσεως εις χείρας του Δ, για τον οποίον γνωρίζει αξιοπίστως ότι οφείλει 30.000 ευρώ στον Γ. Το κατασχετήριο επιδίδεται και στον Γ.

Ο Γ αμύνεται κατά της κατασχέσεως με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Ως λόγους ανακοπής επικαλείται πάλι την παραγραφή της απαιτήσεως και την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος σε σχέση με την επιδικασθείσα αξίωση. Παράλληλα ασκεί αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο, με την οποία προβάλλει εκ νέου την αξίωσή του για τις 30.000 ευρώ. Την απαίτηση αυτή είχε προτείνει με την ένσταση συμψηφισμού. Ο Δ προβαίνει σε θετική δήλωση ως προς την κατάσχεση. Μετά από την εξέλιξη αυτή και την πάροδο προθεσμίας 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου στον Γ ως καθ’ ου η εκτέλεση, ο Γ φρονεί ότι εξόφλησε την οφειλή της Α.

Ερωτάται

α) Για ποιο θέμα προβληματίστηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στη δίκη μεταξύ Α και Β;

β) Πώς αξιολογείτε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στην ίδια υπόθεση, δηλαδή στη δίκη μεταξύ Α και Β;

γ) Ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τη θεμελίωση της αξίωσης της Α και στην κυριότητα κ.λπ. στη δίκη μεταξύ Α και Γ;

δ) Τι άλλο θα μπορούσε να πράξει ο Γ μετά την έκδοση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε τις ενστάσεις παραγραφής και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ως αόριστες σε σχέση με αυτές;

ε) Παραδεκτώς επαναφέρονται από τον Γ, ενόψει του αποτελέσματος της δίκης μεταξύ Α και Γ, οι ενστάσεις παραγραφής και καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ;

ζ) Τι φρονείτε για την αγωγή που άσκησε ο Γ κατά της Α για την απαίτηση των 30.000 ευρώ, που είχε στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ Α και Γ προταθεί σε συμψηφισμό;

η) Είναι ορθή η θεώρηση του Γ ότι επήλθε με τη θετική δήλωση εξόφληση της Α;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα δύο θέματα θα πρέπει να απαντηθεί το ένα.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2020 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Τριανταφύλλου
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.