Ιούνιος 2019 (Β’ Κλιμάκιο) – Θέμα 1
Ιστορικό
Ο Α άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αγωγή κατά των Β και Γ με αίτημα την καταδίκη τους εις ολόκληρον σε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Οι εναγόμενοι προσεπικάλεσαν την ασφαλιστική εταιρεία Ε, στην οποία είχαν ασφαλιστεί για ευθύνη τους από αδικοπραξία, ζητώντας συγχρόνως να τους αποζημιώσει σε περίπτωση παραδοχής της ανωτέρω αγωγής. Ο Β κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα προτάσεις και αρνήθηκε τους περιεχόμενους στην αγωγή πραγματικούς ισχυρισμούς, ενώ ο Γ ερημοδίκησε. Η Ε παρέστη νομίμως στη δίκη, αρνήθηκε ότι έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους Β και Γ σε περίπτωση ήττας και ζήτησε την απόρριψη της προσεπίκλησης. Το δικαστήριο θεώρησε ομολογημένους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και από τους δύο διαδίκους (Β και Γ), έκανε δεκτή την αγωγή και την προσεπίκληση και κήρυξε την απόφασή του προσωρινώς εκτελεστή. Ο Α επέδωσε στην Ε αντίγραφο του απογράφου της απόφασης με επιταγή για εκτέλεση και η Ε κατέβαλε το ποσό της επιταγής.
Στη συνέχεια η Ε άσκησε έφεση κατά των Α, Β και Γ, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την προσεπίκληση και, επικουρικά, ότι αυτό έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, και γι’ αυτό ζήτησε την απόρριψη της αγωγής του Α ως ουσία αβάσιμης. Ο Α ισχυρίσθηκε ότι η έφεση της Ε είναι απαράδεκτη μετά τη συμμόρφωσή της με την πρωτοβάθμια απόφαση. Έφεση άσκησε και ο Β, ισχυριζόμενος για πρώτη φορά στο Εφετείο ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, και, επικουρικά, προέβαλε ως λόγο την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο Γ άσκησε, επίσης, έφεση, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι ο συνυπαίτιος κατά το ποσοστό 70% στην πρόκληση της ζημίας είναι ο ενάγων Α.
Το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του Β και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, την δε προσεπίκληση την απέρριψε ως άνευ αντικειμένου. Ο Β σκέπτεται να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, γιατί δεν απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Ερωτάται
1. Είναι ορθή η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί ομολογίας από τους Β και Γ των περιεχόμενων στην αγωγή ισχυρισμών;
2. Είναι παραδεκτή η έφεση της Ε ως προς το στοιχείο της νομιμοποίησης; Παραδεκτώς η Ε ζητεί στο Εφετείο την απόρριψη της αγωγής του Α;
3. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός που προέβαλε ο Α προς αντίκρουση της έφεσης της Ε;
4. Παραδεκτώς προβάλλεται από τον Γ ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας;
5. Ενόψει της απόρριψης της αγωγής του Α ως αόριστης, έχει έννομο συμφέρον ο Β να ασκήσει αναίρεση;
6. Με ποιον δικονομικό τρόπο μπορεί η Ε να αναζητήσει το ποσό που κατέβαλε στον Α;
Ιούνιος 2019 (Β’ Κλιμάκιο) – Θέμα 2
Ιστορικό
Ι. Η ανώνυμη εταιρεία Α, με πωλήσεις ανά τον κόσμο, προμήθευε επί έτη με ηλεκτρονικές συσκευές την ομόρρυθμη εταιρεία (ΟΕ) Β, με μερική πίστωση του τιμήματος. Την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της είχε εγγυηθεί ο Γ (ΑΚ 847). Όπως συνηθίζεται στις εμπορικές συναλλαγές, τα συμβαλλόμενα μέρη ανά τακτά χρονικά διαστήματα προέβαιναν σε εκκαθάριση των οικονομικών τους σχέσεων με την εξαγωγή ενός χρεωστικού υπολοίπου, που αναγνώριζε εγγράφως η Β (ΑΚ 873). Στα έτη της κρίσεως η Β αντιμετώπισε δυσκολίες, με αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της και αποκτήσεως νέων προϊόντων.
ΙΙ. Αλλεπάλληλες συμφωνίες για τη διευθέτηση των υποχρεώσεων της Β προς την Α δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθούν. Κατόπιν τούτου η Α άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά της Β, του εγγυητή Γ και του ομόρρυθμου εταίρου Δ, που κατά τον νόμο ευθύνεται απεριορίστως και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της ΟΕ. Με την αγωγή ζητήθηκε η καταβολή του ποσού των 138.500 ευρώ από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως. Στη δίκη κατέθεσαν εμπροθέσμως προτάσεις η ενάγουσα Α, η εναγόμενη Β και ο εναγόμενος Γ. Δεν κατέθεσε προτάσεις ο Δ, καίτοι υπήρξε νομότυπη επίδοση της αγωγής προς αυτόν. Με τις προτάσεις η Β αρνήθηκε την ύπαρξη του χρέους με προβολή ενστάσεως εξοφλήσεως. Ο Γ υποστήριξε ότι η αγωγή ήταν έναντι αυτού απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, αφού δεν απαντούσε σε αυτήν ισχυρισμός ότι η εγγύηση δόθηκε εγγράφως με αναφορά και της ημερομηνίας. Προέβαλε επίσης επικουρικώς σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του ποσού των 15.000 ευρώ, που αφορούσε τόκους για απαίτησή του που είχε προβληθεί επιτυχώς με συμψηφισμό σε άλλη δίκη με ενάγουσα την Α κατ’ αυτού και η οποία είχε γίνει δεκτή (η ανταπαίτηση που είχε προβληθεί συμψηφιστικώς) τελεσιδίκως. Η Α, με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της (237 ΙΙ), αρνήθηκε την αλήθεια και τη νομική βασιμότητα των ισχυρισμών των Β και Γ. Μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι το επίδικο χρέος υφίσταται, δικαιούται εξάλλου το ποσό της αγωγής και με βάση την αφηρημένη αναγνώριση χρέους (ΑΚ 873), ενώ για την εγγύηση υποστήριξε ότι το θέμα του τύπου αφορά τον εγγυητή Γ και ως δανειστής δεν είχε υποχρέωση επικλήσεώς του με το δικόγραφο της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση προσκομίζει το έγγραφο της εγγυήσεως, που ανηύρε στο αρχείο της (η Α). Υποστήριξε ακόμα ότι δεν υπάρχει ανταπαίτηση του Γ για τους τόκους, καθότι το δικαστήριο είχε αποφανθεί εσφαλμένως ως προς αυτήν.
ΙΙΙ. Το δικαστήριο διαπιστώνει από το περιεχόμενο της αγωγής ότι η επίδικη αξίωση για την καταβολή του τιμήματος των 138.500 ευρώ είχε υποπέσει σε παραγραφή. Έλαβαν πάντως χώρα αποδείξεις με παραδεκτό τρόπο, από τις οποίες προέκυψε ότι τα πωληθέντα από την Α είχαν πραγματικό ελάττωμα που δικαιολογούσε τη μείωση του τιμήματος κατά 80.000 ευρώ.
Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία […] την ένσταση εξοφλήσεως, καταδίκασε τη Β και τον Δ στην καταβολή του ποσού των 58.500 ευρώ (138.500 − 80.000) λόγω της ελαττωματικότητας των προϊόντων. Απέρριψε προσέτι ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της Α για την αφηρημένη αναγνώριση, ενώ ως προς τον Γ απέρριψε την αγωγή ως αόριστη λόγω του θέματος του τύπου. Η απόφαση κηρύχθηκε παραδεκτώς προσωρινώς εκτελεστή.
IV. Η Α επίσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της Β με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας. Επέβαλε κατάσχεση σε εμπορεύματα στον χώρο της Β, που ανήκαν όμως κατά κυριότητα στη ΣΤ, η οποία είχε προβεί στην πώληση με επιφύλαξη της κυριότητας (ΑΚ 532). Η ΣΤ το πληροφορήθηκε αυτό, φρονεί όμως ότι δεν κινδυνεύει το δικαίωμά της. Παράλληλα η Α επέβαλε κατάσχεση εις χείρας του πιστωτικού ιδρύματος Π για τυχόν απαιτήσεις της Β. Το πιστωτικό ίδρυμα προέβη σε καταφατική δήλωση για το ποσό των 100.000 ευρώ.
V. Κατά της αποφάσεως άσκησαν έφεση όλα τα διάδικα μέρη. Μεταξύ άλλων, ο ερημοδικασθείς Δ ισχυρίσθηκε με την έφεση ότι εσφαλμένως το δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή λόγω παραγραφής και σε κάθε περίπτωση προβάλλει τώρα τον σχετικό ισχυρισμό ως λόγο εφέσεως.
Ερωτάται
1. Ορθώς έκρινε το δικαστήριο με την επιδίκαση στην Α του ποσού των 58.500 ευρώ;
2. Πώς αξιολογείτε τους ισχυρισμούς των Α και Γ ως προς την εγγύηση (το θέμα του τύπου και της ημερομηνίας);
3. Παραδεκτώς απέρριψε το δικαστήριο τον ισχυρισμό της Α για την αφηρημένη αναγνώριση χρέους;
4. Πώς αξιολογείτε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των Α και Γ για την ανταπαίτηση από τους τόκους, καίτοι δεν ασχολήθηκε το δικαστήριο με το θέμα αυτό;
5. Πώς αξιολογείτε τους ισχυρισμούς του Δ σε σχέση με την παραγραφή;
6. Είναι ορθή η νόμιμη αξιολόγηση της ΣΤ, ότι δηλαδή δεν κινδυνεύει το δικαίωμά της;
7. Τι συνέπειες επάγεται η καταφατική δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος;
Σεπτέμβριος 2019 (Α’ Κλιμάκιο) – Θέμα Ι
Ιστορικό
Ο Α ασκεί αγωγή κατά του Β με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας ενός ακινήτου, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχε αποκτήσει με διαθήκη από τον πατέρα του Π, καθώς και την απόδοσή του (ΑΚ 1094). Προς υποστήριξη του Β παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη, τηρώντας τους νόμιμους τύπους, ο Ψ, στον οποίο ο Β είχε παραχωρήσει τη χρήση του ακινήτου. Οι Α, Β και Ψ καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Ο Β ισχυρίζεται ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου πριν από τον θάνατο του Π με έκτακτη χρησικτησία. Ο Ψ προβαίνει σε γενική άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, ενώ με το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσης επί των προτάσεων επικαλείται ακυρότητα της διαθήκης, επειδή αυτή δεν έφερε την ιδιόχειρη υπογραφή του διαθέτη Π. Το δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό του Ψ περί ακυρότητας της διαθήκης και κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του Α, τον αναγνωρίζει ως κύριο μέρους του ακινήτου και διατάσσει την απόδοση του μέρους αυτού στον ενάγοντα. Ο Α επιδίδει την πρωτόδικη απόφαση στους Β και Ψ. Ο Β αφήνει να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, ενώ ο Ψ ασκεί εμπρόθεσμα έφεση, την οποία στρέφει κατά του Α, προβάλλοντας ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ο Ψ προβάλλει και πάλι τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της διαθήκης του Π λόγω έλλειψης ιδιόχειρης υπογραφής και προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει ένορκη βεβαίωση του Μ. Προτάσεις καταθέτει και ο Β, ο οποίος παρίσταται μετά από κλήτευσή του και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η διεκδικητική αγωγή είναι ουσία αβάσιμη, γιατί είχε δικαίωμα κατοχής (ΑΚ 1095) στο ακίνητο βάσει έγκυρης σύμβασης μισθώσεως από τον Α, η οποία αποδεικνύεται με προσκομιζόμενο από τον Β μισθωτήριο έγγραφο. Ο εφεσίβλητος Α ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι η έφεση είναι απαράδεκτη, διότι δεν στράφηκε και κατά του Β, και επίσης ότι σε κάθε περίπτωση αυτός απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία σε βάρος του Β. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου εφέσεως, κρίνει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και την απορρίπτει. Έπειτα από την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο Β ενάγει τον Α για τη διάγνωση του δικαιώματος κατοχής επί του ακινήτου με βάση τη σύμβαση μίσθωσης.
Ερωτάται
α) Πώς χαρακτηρίζεται ο ισχυρισμός του Α στον πρώτο βαθμό και ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως;
β) Ασκεί παραδεκτώς έφεση ο Ψ;
γ) Προβάλλεται παραδεκτώς ο ισχυρισμός του Ψ στη δίκη της εφέσεως;
δ) Προβάλλει παραδεκτώς ισχυρισμούς ο Β στην κατ’ έφεση δίκη;
ε) Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο επί του δεύτερου ισχυρισμού του Α;
ζ) Είναι ορθή η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο;
η) Επηρεάζει η απόφαση του τελευταίου την κρίση ως προς την αγωγή του Β κατά του Α;
Σεπτέμβριος 2019 (Α’ Κλιμάκιο) – Θέμα ΙΙ
Ιστορικό
Ο Α άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή διάρρηξης καταδολιευτικής σύμβασης (ΑΚ 939), που συνήφθη μεταξύ των εναγομένων Β, κατοίκου Αθηνών, και Γ, κατοίκου Σπάρτης, ισχυριζόμενος ότι ο Β, οφειλέτης του ενάγοντος Α, μεταβίβασε το μοναδικό του ακίνητο, αξίας 50.000 ευρώ, προκειμένου να μην ικανοποιήσει την απαίτηση του Α, ποσού 40.000 ευρώ, από δάνειο. Την ημέρα της δικασίμου ο Β δεν κατέθεσε προτάσεις στο δικαστήριο, ενώ ο Γ ισχυρίσθηκε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του: α) ότι το δικαστήριο είναι αφενός καθ’ ύλην αναρμόδιο και η αγωγή υπάγεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και αφετέρου κατά τόπον αναρμόδιο, διότι η ως άνω απαλλοτριωτική σύμβαση καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, β) ότι δεν γνώριζε ότι ο Β του μεταβίβασε το ακίνητο προς βλάβη του Α, διότι αυτός (ο Β) του είχε αναφέρει ότι πωλεί το ακίνητο για να εκπληρώσει φορολογικές υποχρεώσεις του, όπως και έγινε. Το δικαστήριο δέχθηκε ως προς τον Β, λόγω της ερημοδικίας του, τεκμήριο ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής του Α, ενώ ως προς τον Γ εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι Α και Γ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και διέταξε τη μερική διάρρηξη της ως άνω σύμβασης. Κατά της προαναφερθείσας απόφασης άσκησε ο Β ανακοπή ερημοδικίας, ισχυριζόμενος ότι δεν γνώριζε πότε θα συζητηθεί η επιδοθείσα σε αυτόν από τον Α αγωγή, αφού αυτός (ο Α) δεν τον είχε κλητεύσει στη σχετική συζήτηση. Ο Α άσκησε έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, την οποία έστρεψε κατά του Γ, και ζήτησε, επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η απόφαση και να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του, κλήτευσε δε στη σχετική δίκη της έφεσης και τον Β. Έφεση άσκησε και ο Γ, την οποία έστρεψε κατά των Α και Β, επικαλούμενος ότι το αίτημα της αγωγής είναι μη νόμιμο, και ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης και την εν όλω απόρριψη της αγωγής του Α. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Γ ως αβάσιμη. Ο Γ άσκησε στη συνέχεια αναίρεση, την οποία έστρεψε κατά του Α και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεσή του, κλητεύοντας στη σχετική συζήτηση και τον Β, και επικαλούμενος ως αναιρετικό λόγο τον εξ αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στον ισχυρισμό του ότι αγνοούσε ότι η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε προς βλάβη του Α και ότι το τίμημα της πώλησης προορίσθηκε για την εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων του Β. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και παρέπεμψε προς εκδίκαση την υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση του Γ.
Ερωτάται
α) Τι θα αποφασίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τους ισχυρισμούς του Γ περί καθ’ ύλην και κατά τόπον αναρμοδιότητάς του;
β) Πώς χαρακτηρίζεται ο υπό β) ισχυρισμός του Γ και ποιος φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης;
γ) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δέχτηκε τεκμήριο ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής του Α ως προς τον μη εμφανισθέντα Β;
δ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την ανακοπή ερημοδικίας του Β;
ε) Είναι παραδεκτή η έφεση του Α κατά του Γ;
ζ) Ποια θα έπρεπε να είναι η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την έφεση του Γ;
η) Είναι ορθή η απόφαση του Αρείου Πάγου επί της αναίρεσης του Γ;
Σεπτέμβριος 2019 (Β’ Κλιμάκιο) – Θέμα Ι
Ιστορικό
1. Η εταιρία Α παροχής επενδυτικών συμβουλών κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με τους Β και Γ λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους. Κατά τους ισχυρισμούς της, παρέσχαν συμβουλές σε ορισμένους αντισυμβαλλομένους που ήταν εμφανώς εσφαλμένες. Οι Β και Γ αμφισβήτησαν τον λόγο και κατ’ επέκτασιν το κύρος της καταγγελίας και άσκησαν αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο, ζητώντας να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και η μη ύπαρξη πλημμελούς συμπεριφοράς εκ μέρους τους. Έλαβαν χώρα αποδείξεις. Εκδόθηκε απόφαση που διαπίστωσε την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Β και Γ και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς το πρώτο αίτημα. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, πλημμελώς ενήργησε περισσότερο, σε ποσοστό 90%, ο Γ. Παράλληλα, το δικαστήριο δέχθηκε, με βάση τις αποδείξεις, ότι ο Γ δεν προσερχόταν τακτικά στην εργασία, ώστε η καταγγελία να είναι δικαιολογημένη και για αυτόν τον λόγο. Το δικαστήριο, σε σχέση με το δεύτερο αίτημα της αγωγής, έκρινε ότι είναι μη νόμιμο και απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία αυτή. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά την εξάντληση και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας στη βάση εφέσεων των Β και Γ.
2. Στη συνέχεια η Α άσκησε αγωγή για αποζημίωση κατά των Β και Γ ως εις ολόκληρον υπόχρεων (ΑΚ 481), αξιώνοντας το ποσό των 70.000 ευρώ, που αναγκάστηκε να καταβάλει ως αποζημίωση στον επενδυτή Ε λόγω των εσφαλμένων συμβουλών των Β και Γ. Την ιστορική βάση της αγωγής αποζημίωσης αποτέλεσε ο ισχυρισμός ότι είχαν παρασχεθεί προφανώς εσφαλμένες επενδυτικές συμβουλές. Οι Β και Γ αρνήθηκαν την αγωγή. Ισχυρίσθηκαν ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, διότι δεν αναφερόταν ότι οι Β και Γ είχαν ενεργήσει υπαιτίως. Σε κάθε περίπτωση αντέταξαν ότι ενήργησαν νόμιμα. Η Α από την πλευρά της ισχυρίσθηκε ότι οι Β και Γ ήταν αυτοί που έπρεπε να ισχυρισθούν την έλλειψη υπαιτιότητάς τους λόγω της φύσης της προβαλλόμενης αξιώσεως. Αναπτύχθηκαν εκατέρωθεν οι ίδιοι πραγματικοί ισχυρισμοί όπως στην προηγηθείσα δίκη για την καταγγελία. Έλαβαν χώρα αποδείξεις. Το δικαστήριο θεώρησε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση για το κύρος της καταγγελίας γύρω από το ζήτημα της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, ενώ δεν μπόρεσε να σχηματίσει από τις διεξαχθείσες αποδείξεις πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς την υπαιτιότητα. Έκανε πλήρως δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας τους Β και Γ να καταβάλουν στην Α το ποσό των 70.000 ευρώ. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη.
Στη συνέχεια ο Γ, που επιθυμούσε να δώσει ένα τέλος στην υπόθεση ενόψει νέας επαγγελματικής σχέσεως που είχε καταρτίσει, κατέβαλε στην Α το ποσό των 70.000 ευρώ και άσκησε αγωγή κατά του Β με αίτημα να του καταβάλει το ποσό των 35.000 ευρώ. Ο Β αρνήθηκε την αγωγή, ισχυριζόμενος ότι προεχόντως (κατά 90%) υπεύθυνος για τη ζημία είναι ο ίδιος ο Γ. Προσέθεσε ότι το θέμα αυτό έχει κριθεί από τις εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις στις δίκες με την Α.
Ερωτάται
α) Νομίμως έκρινε το δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή καταγγελίας ως προς το δεύτερο σκέλος αυτής για τη διαπίστωση της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων;
β) Νομίμως έκρινε το δεύτερο δικαστήριο που ασχολήθηκε με την αγωγή αποζημιώσεως, δεχόμενο ότι υπάρχει δεδικασμένο από την πρώτη απόφαση ως προς την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων;
γ) Πώς συνδέονται οι Β και Γ ως εναγόμενοι στις δύο δίκες που άσκησε η Α και πώς χαρακτηρίζετε δικονομικά την πρώτη αγωγή της Α;
δ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β ότι το θέμα της κατανομής ευθύνης μεταξύ τους έχει κριθεί από τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις;
ε) Παραδεκτώς δέχθηκε το δικαστήριο της πρώτης αγωγής ότι η καταγγελία ήταν έγκυρη και δικαιολογημένη λόγω των απουσιών του Γ;
ζ) Πώς αξιολογείτε, σε σχέση με τη δίκη της αποζημιώσεως (υπό 2), τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς για την υπαιτιότητα ή την έλλειψη υπαιτιότητας και είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αγωγή, καίτοι δεν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση;
Σεπτέμβριος 2019 (Β’ Κλιμάκιο) – Θέμα ΙΙ
Ιστορικό
Ο Α ασκεί αγωγή εναντίον των Β, Γ, Δ ως ευθυνόμενων από αδικοπραξία, με αίτημα την καταδίκη τους εις ολόκληρον σε καταβολή αποζημιώσεως ύψους 200.000 ευρώ για υλικές βλάβες και ποσού 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Με τις προτάσεις του ο Β ζήτησε την απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως προς τον ίδιο και, επικουρικά, ως ουσία αβάσιμης. Ο Γ ισχυρίσθηκε ότι υπάρχει εκκρεμοδικία από προηγούμενη αγωγή του Α εναντίον του με το ίδιο αντικείμενο. Ο Δ αρνήθηκε την ιστορική βάση της αγωγής. Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς τον Β για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, ανέστειλε την εκδίκαση της αγωγής ως προς τον Γ και δέχθηκε την αγωγή ως προς τον Δ ως ουσία βάσιμη.
Ο Α άσκησε έφεση κατά των Β και Γ, παραπονούμενος για την απόρριψη της αγωγής ως προς τον Β, ενώ ως προς τον Γ ισχυρίσθηκε ότι εσφαλμένα το δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχει εκκρεμοδικία. Έφεση κατά της απόφασης άσκησε και ο Β, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Ο Δ, με δική του έφεση, ισχυρίσθηκε ότι, λόγω εσφαλμένης διάγνωσης υπαιτιότητάς του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε σε βάρος του χρηματική ικανοποίηση. Δύο μήνες πριν από τη δικάσιμο που ορίστηκε για τη συζήτηση της έφεσής του, ο Δ άσκησε πρόσθετους λόγους, επικαλούμενος ότι, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, το δικαστήριο επιδίκασε σε βάρος του το αιτηθέν ποσό για χρηματική ικανοποίηση, ενώ, αν είχε ορθά εκτιμήσει τις αποδείξεις, θα του επιδίκαζε μόνο 50.000 ευρώ. Το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του Α και την έφεση του Δ, καθώς και τους πρόσθετους λόγους, ενώ απέρριψε την έφεση του Β λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος.
Ερωτάται
α) Είναι επιτρεπτή η άσκηση έφεσης κατά του Γ;
β) Παραδεκτώς ασκήθηκαν οι πρόσθετοι λόγοι από τον Δ;
γ) Είναι ορθή η κρίση του Εφετείου για την έλλειψη έννομου συμφέροντος του Β προς άσκηση έφεσης;
δ) Θεμελιώνονται λόγοι αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου;
ε) Ο Β φοβάται ότι ο Α θα επισπεύσει εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Είναι βάσιμη η ανησυχία του; Αν ναι, πώς θα μπορούσε να αμυνθεί;
Οδηγίες εξέτασης
Ιούνιος 2019 (Β’ Κλιμάκιο): Θα δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα.
Σεπτέμβριος 2019 (Α’ Κλιμάκιο): Να δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα.
Σεπτέμβριος 2019 (Β’ Κλιμάκιο): Από τα δύο θέματα να απαντηθεί το ένα.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 24 ΙΟΥΝ 2019, 11:30–13:30 (πρόγραμμα εξεταστικής της Σχολής)
- Σειρά: Β (Κλιμάκιο Β)
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Εξεταστές: Ορφανίδης, Τριανταφύλλου
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

