Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούνιος 2019 (Κλιμάκιο Α)

Θέμα Α

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 200.00 ευρώ, κατά την κύρια βάση της ως αμοιβή σύμβασης έργου και κατά την επικουρική ως δαπάνες από εκτέλεση εντολής. Ο Β με τις προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι το έργο είχε πραγματικά ελαττώματα, τα οποία ανέφερε λεπτομερώς, συνεπεία των οποίων υπαναχώρησε από την ως άνω σύμβαση, για τον λόγο δε αυτόν δεν κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ενώ ο Α ισχυρίσθηκε νομίμως ότι όχι μόνο δεν υπάρχουν ουσιώδη ελαττώματα, αλλά επιπλέον ο Β του ζήτησε μία προθεσμία για την καταβολή της αμοιβής, η οποία του είχε ήδη δοθεί. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση επανάληψης της συζήτησης, επειδή έκρινε ότι έπρεπε να εξετασθούν μάρτυρες. Στην κλήση προς νέα συζήτηση της αγωγής ο Β προέβαλε τον ισχυρισμό ότι έχει στο μεταξύ εξοφλήσει πλήρως τον Α, αναφέροντας τον τρόπο, τον χρόνο και το μέσο πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, τη δέχθηκε κατά την επικουρική και κήρυξε την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, δεχόμενο σχετικό αίτημα του Α, δίχως να αποφανθεί επί του ισχυρισμού του Β περί εξόφλησης της απαίτησης του Α. Ο Α άσκησε έφεση κατά της απόφασης και ζήτησε να εξαφανισθεί η απόφαση, επικαλούμενος νομικά και πραγματικά σφάλματα, και να γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της. Ο Β με τις προτάσεις του προτείνει εκ νέου τον ισχυρισμό της εξόφλησης της απαίτησης του Α, επικαλείται δε και προσκομίζει σχετική εξοφλητική απόδειξη του τελευταίου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται την έφεση του Α, εξαφανίζει την πρωτόβαθμη απόφαση και δέχεται την αγωγή του κατά την κύρια βάση της, ενώ απορρίπτει και τον ισχυρισμό περί εξόφλησης της απαίτησης ως απαράδεκτο, επειδή προτάθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως εξάλλου ισχυρίσθηκε και ο Α. Ο Β ασκεί αναίρεση κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι παρανόμως το τελευταίο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, και ζητεί να αναιρεθεί η απόφασή του. Στο μεταξύ ο Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β και αυτός ασκεί ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι εκκρεμεί η ως άνω αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης. Ο Άρειος Πάγος δέχεται την αναίρεση και, εξαφανίζοντας την απόφαση, παραπέμπει σε νέα συζήτηση την υπόθεση ενώπιόν του, ενώ ο Β εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν καταθέτει προτάσεις, ισχυριζόμενος ότι υπάρχουν ήδη οι προτάσεις του επί της αρχικής συζήτησης της έφεσης του Α.

Ερωτάται

α) Πώς χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί των Α και Β;

β) Παραδεκτώς προτάθηκε ο ισχυρισμός περί εξόφλησης της απαίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου;

γ) Έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της έφεσης ο Α;

δ) Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχόταν την αγωγή του Α κατά την κύρια βάση της και εξαφανιζόταν η απόφαση αυτή ύστερα από έφεση του Β, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει την επικουρική βάση της αγωγής;

ε) Ορθώς έπραξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του Β περί εξόφλησης της απαίτησης του Α;

ζ) Ορθώς ο ΑΠ δέχθηκε την αναίρεση του Β και ποιον λόγο επικαλείται αυτός;

η) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο επί της έφεσης του Α μετά την αναίρεση της απόφασης, με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά;

θ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο επί της ανακοπής του Β;

Θέμα Β

Ιστορικό

Ο Α ασκεί αγωγή κατά της ανώνυμης εταιρίας Ε και ζητεί την καταδίκη της στην καταβολή αφενός ποσού 300.000 ευρώ ως οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή και αφετέρου ποσού 150.000 ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα πωλήσεως. Ο Α ζητεί με το δικόγραφο της αγωγής του επικουρικώς την καταβολή του δεύτερου ποσού και επί τη βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Υπέρ της εναγόμενης Ε παρεμβαίνουν στην εκκρεμή δίκη, τηρώντας τους όρους των διατάξεων των άρθρων 81 και 238 ΚΠολΔ, αφενός ο μέτοχός της Μ και αφετέρου ο Π, ο οποίος έχει εγγυηθεί (ΑΚ 897) την καταβολή του τιμήματος από την Ε. Το δικαστήριο απορρίπτει την παρέμβαση του Μ ως απαράδεκτη, κρίνει την παρέμβαση του Π ως παραδεκτή, δικάζει την αγωγή του Α ως προς την ουσία της και κάνει δεκτό στο σύνολό του το αίτημα επιδικάσεως της εργολαβικής αμοιβής, ενώ κάνει εν μέρει δεκτό το αίτημα καταδίκης της Ε στην καταβολή του τιμήματος, επιδικάζοντας στον Α το ποσό των 100.00 ευρώ. Η Ε παραιτείται από το δικαίωμα προς άσκηση εφέσεως. Αντίθετα, ο Π ασκεί έφεση, προσβάλλοντας την πρωτόδικη απόφαση σε όλη της την έκταση, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο κατά τη διαπίστωση της αιτίας και του ύψους των επιδικασθεισών αξιώσεων. Έφεση ασκεί επίσης ο Μ, προσβάλλοντας και αυτός την απόφαση σε όλη της την έκταση, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί συμβάσεως έργου και συμβάσεως πωλήσεως διατάξεων. Οι εφέσεις των Π και Μ στρέφονται αποκλειστικά κατά του Α· ωστόσο, ο εκκαλών Π κλητεύει στην κατ’ έφεση δίκη και την Ε. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάζει τις εφέσεις των Π και Μ. Κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του ο Π, με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρίζεται για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι οι συμβάσεις έργου και πωλήσεως είναι εικονικές, περαιτέρω δε ότι σε κάθε περίπτωση οι όποιες απαιτήσεις του Α κατά της Ε είχαν αποσβεσθεί λόγω συμψηφισμού, που είχε διενεργηθεί κατά το παρελθόν εξωδίκως από την τελευταία· προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκομίζει την έκθεση δικαστικού επιμελητή περί επιδόσεως της σχετικής έγγραφης δήλωσης της Ε στον Α. Προς απόδειξη του ισχυρισμού εικονικότητας ο Π προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση του Σ. Προς αντίκρουση της εφέσεως του Π ο Α ισχυρίζεται ότι αυτή είναι απαράδεκτη έπειτα από την προαναφερόμενη παραίτηση της Ε. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση του Β ως απαράδεκτη στο σύνολό της, ενώ την έφεση του Π την απορρίπτει ως απαράδεκτη κατά την έκταση που στρέφεται εναντίον του κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως το οποίο επιδικάζει την εργολαβική αμοιβή, ενώ, κατά την έκταση που στρέφεται κατά του κεφαλαίου που επιδικάζει εν μέρει το τίμημα, την κάνει τυπικά δεκτή και απορρίπτει το αίτημα καταβολής ποσού των 250.00 ευρώ ως νόμω αβάσιμο, κρίνοντας ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο Α δεν θεμελιώνουν την έγκυρη κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως. Ο Α επισπεύδει στη συνέχεια αναγκαστική εκτέλεση κατά της Ε για το ποσό των 300.000 ευρώ, με την επίδοση στην τελευταία αντιγράφου του απογράφου της πρωτόδικης αποφάσεως με επιταγή προς εκτέλεση στις 15.3.2018 και την κατάσχεση στις 22.3.2018 ενός ακινήτου της Ε. Η Ε ασκεί στις 10.4.2018 ανακοπή για την ακύρωση της αναγκαστικής κατασχέσεως, προβάλλοντας τον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους εκ μέρους του Α έπειτα από την εκδίκαση της εφέσεως. Δικάσιμος της ανακοπής ορίζεται η 20.5.2018. Στις 5.5.2018 η Ε ασκεί πρόσθετο λόγο ανακοπής, με τον οποίο επικαλείται αοριστία της επιταγής και ζητεί την ακύρωσή της. Η Ε, προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί αφέσεως χρέους, προσκομίζει νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της επιστολής που ο νόμιμος εκπρόσωπός της συνέταξε και απέστειλε στον Α προς επιβεβαίωση της προφορικώς καταρτισθείσας συμβάσεως αφέσεως χρέους.

Ερωτάται

α) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α προς αντίκρουση της εφέσεως του Π;

β) Είναι ορθή η κλήτευση της Ε στη δίκη της εφέσεως του Π;

γ) Είναι ορθή η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς το παραδεκτό των εφέσεων των Π και Μ;

δ) Προβάλλονται παραδεκτώς οι ισχυρισμοί του Π στον δεύτερο βαθμό;

ε) Είναι ορθή δικονομικώς η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί αγωγικού αιτήματος καταβολής του ποσού των 150.000 ευρώ;

ζ) Επί εσφαλμένης κρίσεως, ποιος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται;

η) Ποια θα είναι η κρίση του δικαστηρίου της ανακοπής επί των προβαλλόμενων λόγων (κυρίου και προσθέτου);

Οδηγίες εξέτασης

Θα δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 24 ΙΟΥΝ 2019, 09:00–11:00 (πρόγραμμα εξεταστικής της Σχολής)
  • Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.