Θέμα 1
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι Β και Γ να του καταβάλουν το ποσό των 400.000 € ως τίμημα πώλησης πολυτελούς αυτοκινήτου. Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους οι Β και Γ ισχυρίστηκαν: α) ότι το δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο και ότι αρμόδιο δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω ποσού, β) ότι το ως άνω τίμημα πρέπει να μειωθεί κατά 100.000 € λόγω πραγματικού ελαττώματος ως προς τη χρήση του, διότι σε διάφορα χρονικά διαστήματα και αιφνιδίως σταματούσε η λειτουργία της μηχανής του, γ) ότι, επικουρικώς, έχουν καταβάλει το τίμημα στις 10-12-2007 με τη μεταφορά σε λογαριασμό του Α αντίστοιχου ποσού. Με την προσθήκη στις προτάσεις του, ο Α ισχυρίστηκε ότι η αξίωση για μείωση του τιμήματος έχει ήδη παραγραφεί λόγω παρόδου διετίας από την παράδοση του αυτοκινήτου το 2005 και η ένδικη αγωγή ασκήθηκε το 2009. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή, όμως δεν επιδίκασε δικαστική δαπάνη στον Α, απορρίπτοντας σχετικό αίτημά του. Ο Α μετά την έκδοση της απόφασης πέθανε. Οι Β και Γ άσκησαν έφεση κατά της ως άνω απόφασης και ζήτησαν να εξαφανιστεί η πρωτοβάθμια απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και επιπλέον ισχυρίστηκαν ότι είχαν συμφωνήσει με τον Α τμηματική καταβολή του χρέους· προς απόδειξη δε του ισχυρισμού τους προσκόμισαν, κατά το άρθρο 529 ΚΠολΔ, ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Οι κληρονόμοι του Α, πληροφορούμενοι τη δίκη στον δεύτερο βαθμό, άσκησαν αντέφεση κατά των Β και Γ, επικαλούμενοι ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν επιδίκασε δικαστικά έξοδα σε βάρος των Β και Γ, και ζήτησαν να εξαφανιστεί η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό. Στη δίκη της έφεσης των Β και Γ εμφανίστηκαν οι κληρονόμοι του Α, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι η έφεση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της επέλευσης του θανάτου του Α κατά τον χρόνο άσκησής της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση των Β και Γ, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή, επειδή αποδείχθηκε ότι το τίμημα είχε εξοφληθεί, και απέρριψε την αντέφεση των κληρονόμων του Α. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναίρεση οι κληρονόμοι του Α, η οποία έγινε δεκτή, και ο Άρειος Πάγος παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Οι Β και Γ άσκησαν πρόσθετους λόγους έφεσης κατά το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ. Την ημέρα της εκδίκασης της έφεσης των Β και Γ και των πρόσθετων λόγων έφεσης δεν εμφανίστηκαν οι κληρονόμοι του Α. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη λόγω εξόφλησης του τιμήματος. Οι Β και Γ στη συνέχεια ασκούν αγωγή κατά των κληρονόμων του Α και ζητούν την επιστροφή του ποσού που κατέβαλαν ως τίμημα της πώλησης κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ισχυριζόμενοι ότι δεν έχει γεννηθεί ποτέ το δικαίωμα για το τίμημα πώλησης στην προηγούμενη δίκη και ότι κατά πλάνη κατέβαλαν στον Α το ως άνω ποσό. Το δικαστήριο δέχεται την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.
Ερωτάται
1. Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο σε σχέση με τον ισχυρισμό των Β και Γ για την καθ’ ύλην αναρμοδιότητά του;
2. Πώς χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί των Α και Β-Γ;
3. Είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός των Β και Γ περί τμηματικής καταβολής του χρέους;
4. Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τον ισχυρισμό των κληρονόμων του Α για το απαράδεκτο της έφεσης των Β και Γ;
5. Είναι παραδεκτή η αντέφεση των κληρονόμων του Α κατά των Β και Γ;
6. Παραδεκτώς ασκούνται πρόσθετοι λόγοι έφεσης από τους Β και Γ μετά την αναίρεση της απόφασης;
7. Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο της παραπομπής επί της ερημοδικίας των κληρονόμων του Α;
8. Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου επί της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού των Β και Γ κατά των κληρονόμων του Α;
Θέμα 2
Ιστορικό
Ο δανειστής Δ ενάγει την ετερόρρυθμη εταιρεία Ε, με έδρα τον Πειραιά, και ζητεί την καταδίκη της στην καταβολή ποσού δανείου ύψους 300.000 €. Η αγωγή κατατίθεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά στις 2-2-2017 και επιδίδεται στην Ε στις 20-2-2017. Προς υποστήριξη της Ε παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη ο ετερόρρυθμος εταίρος Τα, με την κατάθεση δικογράφου στις 22-3-2017 και την επίδοσή του στους Δ και Ε στις 20-4-2017. Οι Δ, Ε και Τα καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Έπειτα από τον ορισμό δικασίμου κατά το άρθρο 237 παρ. 4 ΚΠολΔ και τη συζήτηση της αγωγής, ακολουθεί η έκδοση αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την παρέμβαση του Τα ως απαράδεκτη και κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του Δ ως ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας ποσό 200.000 €. Το δικαστήριο κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 100.000 €. Ο Δ επιδίδει την απόφαση στην Ε στις 15-2-2018. Η Ε αδρανεί, ενώ ο Τα ασκεί έφεση στις 30-3-2018, την οποία στρέφει κατά του Δ, παραπονούμενος για εσφαλμένη εφαρμογή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των περί δανείου διατάξεων. Έφεση ασκεί και ο Δ στις 8-3-2018, την οποία στρέφει κατά της Ε, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία των όρων της σύμβασης δανείου. Οι Τ, Δ και Ε παρίστανται νομίμως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η Ε, προς αντίκρουση της εφέσεως του Δ, ισχυρίζεται ότι αυτή είναι απαράδεκτη, διότι ο Δ όφειλε να τη στρέψει και κατά του Τ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση του Τ ως απαράδεκτη, ενώ καταφάσκει το παραδεκτό της εφέσεως του Δ και απορρίπτει τον λόγο εφέσεως ως αβάσιμο. Ήδη ο Δ έχει επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο την πρωτόδικη απόφαση, επιδίδοντας στις 20-3-2018 στον Ο, ο οποίος είχε εγγυηθεί την αποπληρωμή του δανείου, αντίγραφο του απογράφου της αποφάσεως με επιταγή προς εκτέλεση για το ποσό των 200.000 €. Ο Ο ασκεί ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση, επικαλούμενος την απόσβεση της απαιτήσεως του Δ λόγω καταρτίσεως συμβάσεως αφέσεως χρέους με την Ε. Δικάσιμος της ανακοπής ορίζεται η 10-5-2018. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του Ο καταθέτει ο μάρτυρας Μ. Εν τω μεταξύ ο Δ στις 30-3-2018 κατάσχει ένα ακίνητο του Ο και ορίζεται αναγκαστικός πλειστηριασμός για τις 10-11-2018.
Ερωτάται
1. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της Ε περί απαραδέκτου της εφέσεως του Δ;
2. Είναι ορθή η απόρριψη της εφέσεως του Τα ως απαράδεκτης;
3. Επισπεύδεται νομίμως αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο;
4. Σε αρνητική απάντηση, υφίστανται δυνατότητες προσβολής από τον Ο της εκτελεστικής διαδικασίας;
5. Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο επί του λόγου της ανακοπής του Ο κατά της επιταγής προς εκτέλεση;
6. Εάν διενεργηθεί ο αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου του Ο, μπορεί ο τελευταίος να τον προσβάλει με ανακοπή, επικαλούμενος ακυρότητα της συμβάσεως δανείου λόγω εικονικότητας;
7. Ο Δ θεωρεί ότι τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασαν τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία της δανειακής συμβάσεως και επιθυμεί να ασκήσει αναίρεση. Ποια απόφαση μπορεί να προσβάλει;
Οδηγίες εξέτασης
Από τα δύο θέματα να απαντηθεί το ένα.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2018 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: Β (Κλιμάκιο Β)
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Εξεταστές: Πανταζόπουλος, Τσικρικάς
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

