Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούνιος 2015 (Κλιμάκιο Α)

Θέμα Α

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι Β, κάτοικος Σπάρτης, Γ, κάτοικος Δράμας, και Δ, κάτοικος Αθηνών, να του καταβάλουν, ο Β το ποσό των 200.000 ευρώ, ο Γ το ποσό των 180.000 ευρώ και ο Δ το ποσό των 300.000 ευρώ, κατά την κύρια βάση της από ενδοσυμβατική ευθύνη (αμοιβές εκτέλεσης συμβάσεων έργου που είχε συνάψει ο ενάγων με καθέναν από αυτούς) και κατά την επικουρική βάση σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο Δ δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου την ημέρα της δικασίμου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό των Β και Γ περί καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του δικαστηρίου λόγω ποσού και περί κατά τόπον αναρμοδιότητάς του, δέχθηκε στη συνέχεια την αγωγή ως εν μέρει ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, ο Β το ποσό των 150.000 ευρώ, ο Γ το ποσό των 180.000 ευρώ και ο Δ το ποσό των 200.000 ευρώ. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30.1.2013. Η απόφαση επιδόθηκε από τον Α στους Β και Γ στις 30.3.2015. Ο Β άσκησε έφεση κατά της απόφασης στις 29.4.2015, την οποία απηύθυνε κατά του Α, και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων, ενώ ο Α άσκησε έφεση κατά του Β στις 30.4.2015 και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση και να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του. Ο Β άσκησε επίσης μεταγενέστερα αντέφεση με επίκληση λόγων αντεφέσεως την παράβαση της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής του Α από το δικαστήριο. Ο Δ άσκησε έφεση κατά της απόφασης στις 30.3.2014 και ισχυρίστηκε ότι την ημέρα της δικασίμου δεν μπόρεσε να εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι την προηγούμενη ημέρα τον ενημέρωσαν ότι κέρδισε τον πρώτο αριθμό στο Τζόκερ και από τη χαρά του ξέχασε το δικαστήριο. Ο Α με τις προτάσεις του ζήτησε να απορριφθεί η αντέφεση του Β λόγω παραβίασης της αρχής της άπαξ άσκησης των ένδικων μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αντέφεση του Β και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, επειδή η συναφθείσα σύμβαση ήταν παράνομη, ενώ δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση. Την έφεση του Α την απέρριψε λόγω αοριστίας, διότι δεν ανέφερε συγκεκριμένα λόγους κακής εκτίμησης των αποδείξεων, ενώ απέρριψε την έφεση του Β δεχόμενο τον ισχυρισμό του Α περί παραβίασης της αρχής της άπαξ άσκησης των ένδικων μέσων. Τέλος, την έφεση του Δ την απέρριψε, επειδή θεώρησε ότι τα επικαλούμενα από αυτόν πραγματικά περιστατικά της μη εμφάνισής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν συνιστούν ανωτέρα βία. Κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου άσκησε αναίρεση ο Β, ισχυριζόμενος ότι κακώς το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή του Α κατά την επικουρική βάση, καθότι δεν είχε εκκληθεί (μεταβιβασθεί) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το κεφάλαιο αυτό. Ο Α επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου του απογράφου της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και την κατάσχεση ενός ακινήτου του. Ο Β υπέβαλε αίτηση αναστολής κατ’ άρθρο 565 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ερωτάται

1. Ορθώς απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό των Β και Γ περί καθ’ ύλην και κατά τόπον αναρμοδιότητάς του;

2. Είναι ορθή κατά το περιεχόμενό της η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που υποχρέωσε τον Δ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ;

3. Είναι παραδεκτή η έφεση του Β από άποψη προθεσμίας και αιτήματος;

4. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί της εφέσεως του Β;

5. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί της εφέσεως του Α;

6. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί της εφέσεως του Δ;

7. Ορθώς απέρριψε το δικαστήριο την αντέφεση του Β;

8. Τι θα αποφασίσει το αναιρετικό δικαστήριο για την αναίρεση του Β;

9. Τι θα αποφασίσει το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου για την αίτηση αναστολής;

Θέμα Β

Ιστορικό

Η ετερόρρυθμη εταιρεία Ε ασκεί αγωγή κατά του πιστωτικού ιδρύματος Π με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας οφειλής της από σύμβαση δανείου. Στη συνέχεια το Π ασκεί αγωγή κατά του Ο, ομόρρυθμου εταίρου της Ε, με την οποία ζητεί να καταδικασθεί ο τελευταίος ως ενεχόμενος εις ολόκληρον στην καταβολή του δανεισθέντος ποσού. Έπειτα από την άσκηση της αγωγής του, το Π εκχωρεί την απαίτησή του κατά της Ε στον Γ. Στην εκκρεμή δίκη μεταξύ Π και Ο παρεμβαίνει υπέρ του τελευταίου η ετερόρρυθμη εταιρεία Ε. Ο εναγόμενος Ο ομολογεί τη σύναψη συμβάσεως δανείου από την Ε, ωστόσο προβάλλει τον ισχυρισμό περί αφέσεως του χρέους της Ε από το Π. Η Ε ισχυρίζεται ότι η σύμβαση δανείου καταρτίσθηκε από τον Ο όχι με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της, αλλά ατομικά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κάνει δεκτή την αγωγή του Π κατά του Ο ως ουσία βάσιμη, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του Ο περί αφέσεως χρέους. Η απόφαση κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή για ποσό 100.000 ευρώ. Ταυτόχρονα, το δικαστήριο απορρίπτει τη συνεκδικασθείσα αγωγή της Ε κατά του Π ως ουσία αβάσιμη. Ο Γ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο με την επίδοση σε αυτόν στις 2.4.2014 αντιγράφου του απογράφου της πρωτόδικης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση για το ποσό των 100.000 ευρώ και στη συνέχεια με την επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως στις 10.4.2014 ενός ακινήτου του Ο. Ο αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου ορίζεται για τις 10.11.2014. Η Ε ασκεί έφεση στις 20.5.2014 κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Ο εναγόμενος και καθού η εκτέλεση Ο ασκεί στις 6.5.2014 αφενός έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και αφετέρου ανακοπή κατά της επιβληθείσας κατασχέσεως. Δικάσιμος της ανακοπής ορίζεται η 15.10.2014, ενώ της εφέσεως η 1.11.2014. Με την ανακοπή του ο Ο ισχυρίζεται ότι η εκτελούμενη απαίτηση του Π έχει αποσβεστεί έπειτα από συμψηφισμό, στον οποίο ο Ο προέβη με εξώδικη δήλωσή του πριν από την έναρξη του δικαστικού αγώνα. Ισχυρίζεται επίσης ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική (ΑΚ 179). Προς απόδειξη του τελευταίου ισχυρισμού, ο Ο προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση του Μ. Στις 2.9.2014 ο Ο ασκεί πρόσθετους λόγους ανακοπής, ισχυριζόμενος ότι ο Γ δεν νομιμοποιείται προς επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως. Κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, ο Ο, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, προβάλλει και πάλι τον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους.

Ερωτάται

1. Επηρεάζει η άσκηση της αγωγής της Ε κατά του Π την εκδίκαση της αγωγής του Π κατά του Ο; Αντίστροφα, επηρεάζει η άσκηση της δεύτερης αγωγής την εκδίκαση της πρώτης;

2. Δεσμεύει η ομολογία του Ο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο;

3. Ασκούνται παραδεκτώς οι εφέσεις των Ο και Ε;

4. Ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, προβάλλεται παραδεκτώς ο ισχυρισμός του Ο περί αφέσεως χρέους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο;

5. Είναι παραδεκτοί οι λόγοι του κυρίου δικογράφου της ανακοπής του Ο;

6. Ασκείται παραδεκτώς ο πρόσθετος λόγος ανακοπής;

7. Ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, είναι βάσιμος ο πρόσθετος λόγος ανακοπής;

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2015 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Διδάσκοντες ακαδ. έτος 2014–15

Δεν έχουμε ακόμη στοιχεία για το 2014–15. Διδάσκοντες άλλων ετών στη σελίδα του μαθήματος.

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.