Κλιμάκιο Α΄.
Θέμα 1
Ιστορικό
Ο Α ασκεί κατά του Β διεκδικητική αγωγή ακινήτου, επικαλούμενος κτήση κυριότητας δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα του Π και επικουρικά κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία (ΑΚ 1041). Με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της αγωγής, ο Λ προτείνει και την έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045) ως λόγο κτήσεως της κυριότητας επί του ακινήτου. Προς υποστήριξη του Β παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη ο Μ, στον οποίο ο Β είχε εκμισθώσει το ακίνητο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της. Ο Α ασκεί έφεση, την οποία στρέφει κατά του Β, παραπονούμενος για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής του. Έπειτα από την άσκηση της εφέσεως, ο Α μεταβιβάζει το ακίνητο στον Γ. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως ο Β ερημοδικεί. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κάνει δεκτή την έφεση, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, κρατεί και δικάζει την αγωγή, την κάνει δεκτή κρίνοντας ότι αποδείχθηκε η βάση της έκτακτης χρησικτησίας και καταδικάζει τον Β στην απόδοση του ακινήτου. Στη συνέχεια ο Γ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με την επίδοση σε αυτόν στις 2.3.2014 αντιγράφου του απογράφου της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με επιταγή προς εκτέλεση. Ο Β ασκεί αμέσως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την οποία στρέφει κατά του Α, και ταυτόχρονα ζητεί την αναστολή της εκτελεστότητας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως· ωστόσο, πριν δικασθεί η αίτηση αναστολής, ο Γ αποβάλλει τον Β στις 15.3.2014 από το ακίνητο. Ο Β, πέντε ημέρες μετά την αποβολή, ασκεί ανακοπή προς ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, επικαλούμενος την εκ μέρους του κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Π. Δικάσιμος της ανακοπής ορίζεται η 10.5.2014. Στις 2.4.2014 ο Β ασκεί πρόσθετο λόγο ανακοπής, επικαλούμενος αοριστία της επιταγής προς εκτέλεση.
Ερωτάται
1. Είναι ορθή η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την απόρριψη των βάσεων της αγωγής;
2. Ασκείται παραδεκτώς η έφεση του Α;
3. Είναι ορθή η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου;
4. Εάν όχι, ποιος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται;
5. Είναι ορθή η επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως από τον Γ κατά του Β;
6. Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως;
7. Είναι παραδεκτός ο λόγος ανακοπής του Β;
8. Ασκείται παραδεκτώς ο πρόσθετος λόγος ανακοπής;
Θέμα 2
Ιστορικό
Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ από σύμβαση έργου κατά την κύρια βάση της και επικουρικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και το ποσό των 130.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για προσβολή της προσωπικότητάς του. Ο Β ισχυρίσθηκε ότι το δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο λόγω ποσού (δηλ. αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο) και παράλληλα άσκησε παραδεκτώς με δικόγραφο ανταγωγή και ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει στον Α το ποσό των 100.000 ευρώ ως τίμημα πώλησης ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, διότι αυτό έχει εξοφληθεί απ’ αυτόν και εν πάση περιπτώσει έχει συμφωνηθεί με τον αντεναγόμενο Α άφεση χρέους. Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως ουσία αβάσιμη και την επικουρική βάση ως μη νόμιμη, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, ως προς δε την ανταγωγή διέταξε αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων. Ο Α άσκησε έφεση κατά της οριστικής απόφασης που απέρριψε την αγωγή από τη σύμβαση έργου και ισχυρίσθηκε κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Αργότερα άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετο λόγο έφεσης, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Την ημέρα της συζήτησης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο Α περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ενώ ο Β εφεσίβλητος υπέβαλε εκ νέου με τις προτάσεις του ως προς την αγωγή τον ισχυρισμό περί παραγραφής της απαίτησης του Α, τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως απαράδεκτο, επειδή είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα, και άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα αντέφεση για την επιδίκαση της σε βάρος του χρηματικής ικανοποιήσεως. Επίσης, ο Β ισχυρίσθηκε ότι δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση η απόφαση επί της αγωγής, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έχει εκδώσει οριστική απόφαση και για την ανταγωγή.
Ερωτάται
α) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β ως προς την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου;
β) Παραδεκτώς ασκείται η ανταγωγή από τον Β;
γ) Ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης και ποιο είναι το αντικείμενο της απόδειξης ως προς την ανταγωγή;
δ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τη μετατροπή του ως άνω αιτήματος του εκκαλούντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο;
ε) Παραδεκτώς ασκείται η έφεση του Α ενόψει του ισχυρισμού του Β περί μη έκδοσης οριστικής απόφασης επί της ανταγωγής;
ζ) Παραδεκτώς ασκείται ο πρόσθετος λόγος έφεσης;
η) Είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός περί παραγραφής της απαίτησης του Α που υπέβαλε ο Β;
θ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για την αντέφεση;
ι) Παραβιάζεται το άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την αγωγή του Α από τη σύμβαση έργου ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη;
Οδηγίες εξέτασης
Από τα δύο θέματα θα δοθούν απαντήσεις στο ένα.
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΦΕΒ 2015 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
- Μορφή εξέτασης: Γραπτά
- Διανομή: Φωτοτυπία
- Εξεταστές: Πανταζόπουλος, Τσικρικάς
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

