Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούλιος 2014

Κλιμάκιο Β΄.

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α ασκεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αγωγή κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Ε, με την οποία ζητεί την καταδίκη της στην καταβολή ποσού 350.000 ευρώ λόγω παράβασης των όρων της μεταξύ τους σύμβασης και επικουρικά λόγω αδικοπραξίας.

Μετά την άσκηση της αγωγής ο Α εκχωρεί την επίδικη απαίτησή του στον Β. Στη δίκη παρεμβαίνει υπέρ της Ε ο ομόρρυθμος εταίρος της Ο. Το δικαστήριο εκδίδει την υπ’ αριθμ. 858/2011 απόφαση, με την οποία απορρίπτει τη συμβατική βάση της αγωγής και διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διευκρινισθούν ορισμένα κενά και αμφίβολα σημεία σχετικά με την επικουρική βάση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκεί έφεση ο Ο.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο εκδίδει, μετά τη συζήτηση που επαναλήφθηκε, την υπ’ αριθμ. 125/2012 απόφαση, με την οποία δέχεται την αγωγή ως προς τη βάση της από αδικοπραξία. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκούν έφεση (α) η ομόρρυθμη εταιρία Ε και (β) ο Β, επικαλούμενος ότι λόγω της εκχωρήσεως αυτός είναι πλέον ο δικαιούχος της απαίτησης και επομένως έχει έννομο συμφέρον. Οι δύο εφέσεις συνεκδικάζονται και το Εφετείο απορρίπτει την έφεση του Β ως απαράδεκτη, δέχεται την έφεση της Ε, εξαφανίζει ως προς αυτήν την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στη συνέχεια εξετάζει την κύρια συμβατική βάση της αγωγής και την κάνει δεκτή. Η Ε εξετάζει τη δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου.

Με εκτελεστό τίτλο την απόφαση του Εφετείου, ο Β επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά της Ε και επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο αυτής. Η Ε ασκεί ανακοπή κατά της κατάσχεσης, επικαλούμενη (α) ότι ο Β δεν νομιμοποιείται να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της και (β) ότι η αναγκαστική εκτέλεση του συγκεκριμένου ακινήτου, στο οποίο η εταιρεία ασκεί την εμπορική της δραστηριότητα, επιβάλλεται καταχρηστικά, γιατί αυτή έχει στην κυριότητά της και άλλα ακίνητα. Η αίτηση αναστολής που άσκησε η Ε απορρίπτεται και τελικά ο πλειστηριασμός του ακινήτου διενεργείται.

Στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο αναγγέλλονται εμπρόθεσμα και νόμιμα: (α) οι εργαζόμενοι στην ομόρρυθμη εταιρεία Ε για οφειλόμενους μισθούς του τελευταίου έτους πριν από τον πλειστηριασμό, συνολικού ποσού 50.000 ευρώ, (β) το ΙΚΑ για οφειλόμενες από την Ε εισφορές ποσού 30.000 ευρώ, (γ) ο ενυπόθηκος δανειστής Δ, ο οποίος είχε εγγράψει υποθήκη στο ακίνητο στις 24 Ιουνίου 2013 για ποσό 120.000 ευρώ, και (δ) ο προσημειούχος δανειστής Π, ο οποίος είχε εγγράψει προσημείωση στις 3 Ιουνίου 2013 για ποσό 250.000 ευρώ.

Μετά την αφαίρεση των εξόδων, το ποσό που απομένει προς διανομή στους αναγγελθέντες δανειστές ανέρχεται σε 280.000 ευρώ.

Ερωτάται

α) Παραδεκτά ασκήθηκε η έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 858/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου;

β) Είναι ορθή η απόφαση του Εφετείου κατά το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του Β;

γ) Θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής από την Ε;

δ) Σε ποια προθεσμία πρέπει να ασκηθούν οι λόγοι ανακοπής της Ε; Είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της ανακοπής της; Ποια είναι η νομική βάση του δεύτερου λόγου; Αν το δικαστήριο, με την απόφασή του η οποία εκδίδεται μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, δεχθεί την ανακοπή, ο πλειστηριασμός θα ακυρωθεί αυτομάτως;

ε) Πώς πρέπει να καταταγούν οι δανειστές που αναγγέλθηκαν;

Θέμα 2

Ιστορικό

Οι εταιρείες Α και Β διατηρούν επαγγελματικές σχέσεις εδώ και έτη. Το 2013 η Α άσκησε στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά της Β και του εγγυητή Ε με αίτημα την καταβολή του ποσού των 70.000 ευρώ ως οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος από σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, η Α υποστήριξε ότι δικαιούται το ποσό των 70.000 ευρώ και με βάση σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (ΑΚ 873), την οποία κατήρτισαν για την αποσαφήνιση της πραγματικής κατάστασης, όπως συνηθίζεται στις εμπορικές συναλλαγές.

Ο Ε, επίσης με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για τον λόγο ότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν εάν η εγγύηση δόθηκε εγγράφως, όπως απαιτεί ο νόμος (ΑΚ 849). Ισχυρίσθηκε ακόμη ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξη της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους που επικαλέσθηκε η ενάγουσα με τις προτάσεις της και ζήτησε την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Από την πλευρά της η Β, επίσης νομοτύπως, ζήτησε με τις προτάσεις της την απόρριψη της αγωγής. Ισχυρίσθηκε ότι η απαίτηση της Α έχει υποπέσει σε παραγραφή και σε κάθε περίπτωση διατηρεί ανταπαίτηση κατά της Α από τις μεταξύ τους δοσοληψίες ποσού 73.000 ευρώ, την οποία προβάλλει σε συμψηφισμό. Κατά τα λοιπά, η Β δεν αναφέρθηκε στις προτάσεις της στον ισχυρισμό της Α για την ύπαρξη αξιώσεώς της στη βάση της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους.

Με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεών της, η Α απάντησε ότι ο Ε ήταν εκείνος που θα έπρεπε να επικαλεσθεί την έλλειψη του έγγραφου τύπου και όχι ο ίδιος. Σε κάθε περίπτωση, δηλώνει με την προσθήκη-αντίκρουση ότι η εγγύηση είχε δοθεί εγγράφως και ότι προσκομίζει στο δικαστήριο το σχετικό έγγραφο. Ως προς την ένσταση παραγραφής που προέβαλε η Β, αντέταξε την ύπαρξη δεδικασμένου από προηγούμενη δίκη. Σχετική ένσταση παραγραφής είχε προβάλει η Β στο πλαίσιο προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας για μέρος της ίδιας απαίτησης και είχε απορριφθεί τελεσιδίκως.

Το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως προς τη Β και τον Ε στη βάση της πωλήσεως και εγγυήσεως, απέρριψε για τυπικούς λόγους τον ισχυρισμό για την αφηρημένη αναγνώριση χρέους και ως ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό για την παραγραφή της επίδικης απαίτησης. Δεν θεώρησε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφαση.

Παράλληλα, απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού.

Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Η Α επέσπευσε εκτέλεση κατά της Β με επιβολή κατασχέσεως σε ακίνητο που, με βάση τα δημόσια βιβλία, ανήκε στη Β. Κατά της εκτελέσεως άσκησε ανακοπή η Β με επίκληση, ως λόγου ανακοπής, της ενστάσεως συμψηφισμού. Επανέφερε, θεμελιωμένο αυτή τη φορά, τον ισχυρισμό για την ανταπαίτηση που είχε προβάλει κατά τη διάρκεια της διαγνωστικής δίκης. Συγχρόνως, ο Γ άσκησε ανακοπή κατά της επισπευδόμενης εκτελέσεως με τον ισχυρισμό ότι αυτός ήταν ο κύριος του ακινήτου στο οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση. Ειδικότερα, ήδη πριν από την κατάσχεση είχε καταρτισθεί οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως με τη Β. Δεν πρόλαβε να προβεί σε μεταγραφή του συμβολαίου πριν από την κατάσχεση, κάτι που έπραξε μετά. Η Α θεωρεί ότι μη παραδεκτώς προβάλλονται οι λόγοι ανακοπής από τους Β και Γ. Η Β δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της προηγηθείσας δίκης, στην οποία είχε απορριφθεί η ένσταση συμψηφισμού.

Ερωτάται

α) Έκρινε ορθά το δικαστήριο για το θέμα της εγγυήσεως ενόψει των ισχυρισμών των διαδίκων;

β) Έκρινε ορθά το δικαστήριο σε σχέση με την αφηρημένη αναγνώριση της αγωγής ενόψει και της δικονομικής συμπεριφοράς της Β και του Ε;

γ) Ορθώς δέχθηκε το δικαστήριο τη μη ύπαρξη δεδικασμένου για την ένσταση παραγραφής;

δ) Πώς συνδέονται στη δίκη η Β και ο Ε;

ε) Τι φρονείτε για τους λόγους ανακοπής και πώς χαρακτηρίζετε τις δύο ανακοπές;

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2014 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: δεν αναφέρεται στην πηγή
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Ορφανίδης, Τριανταφύλλου
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.